Συμμετοχή σε Συνέδρια

2005 Βέροια

ΠΑΥΛΕΙΑ 2005: ΒΕΡΟΙΑ
«Κοινωνική πολιτική στη σύγχρονη Ευρώπη. Ο ρόλος της Εκκλησίας.»

Του Επισκόπου Αχαΐας Αθανασίου.

Η κοινωνική πολιτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τον Μάρτιο του 2000 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πραγματοποίησε ειδική σύνοδο στη Λισσαβόνα, για να συμφωνήσει ένα νέο στρατηγικό στόχο προκειμένου εντός μιας δεκαετίας- ως το 2010- η ΕΕ «να γίνει η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή» (άρθρο 5). Η συμφωνία αυτή είναι γνωστή ως στρατηγική της Λισσαβόνας. Η συμφωνία της Λισσαβόνας περιλαμβάνει βασικές θέσεις προσανατολισμού για τον «εκσυγχρονισμό του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου με επένδυση στον άνθρωπο και οικοδόμηση ενός ενεργού κράτους πρόνοιας». Διαγράφεται έτσι μια ατζέντα κοινωνικής πολιτικής, η οποία αποτελεί τον οδικό χάρτη της ΕΕ για την βελτίωση των εξής βασικών τομέων:
α΄) Εκπαίδευση και κατάρτιση για την ζωή και την εργασία, ώστε τα εκπαιδευτικά συστήματα να προσαρμοστούν τόσο στις απαιτήσεις της κοινωνίας της γνώσης όσο και στην ανάγκη για καλύτερο επίπεδο και ποιότητα απασχόλησης. β΄) Περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας με την ανάπτυξη μιας ενεργητικής πολιτικής για την απασχόληση. γ΄) Εκσυγχρονισμός της κοινωνικής προστασίας με συστήματα προσαρμοσμένα σε ένα ενεργό κράτος πρόνοιας με παράλληλη ανάπτυξη μιας νέας ισορροπίας μεταξύ ευελιξίας και ασφάλειας. Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται στον τομέα των συντάξεων. δ΄) Καταπολέμηση κάθε μορφής κοινωνικού αποκλεισμού και διακρίσεων, προαγωγή της ισότητας ανδρών και γυναικών και ε΄) ενίσχυση της κοινωνικής πτυχής της διεύρυνσης και των εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ. Μια κατευθυντήρια αρχή της ατζέντας κοινωνικής πολιτικής, η οποία δρομολογήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Ιούνιο του 2000 και επικυρώθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Νίκαια το Δεκέμβριο του 2000, ήταν η ενίσχυση του ρόλου της κοινωνικής πολιτικής ως παραγωγικού παράγοντα. Το ζητούμενο είναι η προαγωγή της ποιότητας ως κινητήριας δύναμης μιας ανθούσας οικονομίας, η οποία είναι σε θέση να δημιουργεί περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και να εξασφαλίζει μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή. Αυτή η βασική αρχή ασφαλώς θα σφραγίσει και την νέα ατζέντα για την κοινωνική πολιτική της περιόδου 2006-2010.
Εν τούτοις στα μέσα της περιόδου που αποτελεί τον ορίζοντα της στρατηγικής της Λισσαβόνας διαπιστώνεται η απόσταση μεταξύ στόχου και πραγματικότητας. Μερικές από τις προκλήσεις που επιδιώκει να αντιμετωπίσει η ατζέντα κοινωνικής πολιτικής είναι:

1. Απασχόληση, ανεργία και συνθήκες εργασίας.
Τα ποσοστά των εργαζομένων με καθεστώς προσωρινής εργασίας ή μερικής απασχόλησης παραμένουν υψηλά. Το 2003/2004 σημειώθηκε για πρώτη φορά στην ΕΕ κατά την τελευταία δεκαετία σαφής μείωση της απασχόλησης. Σημαντική είναι η προσωρινότητα της εργασίας των γυναικών. Οι άνεργοι τον Αύγουστο του 2004 έφθαναν κατά μέσον όρο το 9%. Όμως στην Πολωνία το ποσοστό ανεργίας ήταν 18,7%, στη Σλοβακία 15,7%, στη Λιθουανία και στην Ισπανία 11%. Ο μέσος όρος ανεργίας των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών φθάνει το 18,1%. Επίσης το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά ανέργων είναι πολύ υψηλό. Το 2003, στην ΕΕ των 15, το 10% περίπου του πληθυσμού μεταξύ 18 και 59 ετών ήταν από οικογένειες όπου κανείς δεν εργαζόταν. Όσο για τους όρους εργασίας, αυτοί παραμένουν κακοί. Τα θανάσιμα εργατικά ατυχήματα προξένησαν κατά μέσον όρο 80 θανάτους ανά 100.000 εργαζομένων, εκ των οποίων ο μεγαλύτερος αριθμός ήταν στους τομείς της αλιείας και της οικοδομής. Το 2000 χάθηκαν 500 εκατομμύρια περίπου ημέρες εργασίας είτε συνεπεία εργατικών ατυχημάτων είτε λόγω προβλημάτων υγείας σε σχέση με την εργασία.

2. Έσοδα- ΑΕΠ ανά κάτοικο.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις ανάπτυξης μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών της ΕΕ. Αποδεικνύεται έτσι ότι πόρρω απέχουμε της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής που προβλέπεται από την Συνθήκη, γι αυτό και επιβάλλεται αυξημένη προσοχή στο πρόβλημα αυτό, μέσω μακροοικονομικών πολιτικών και μέσω της αύξησης των κοινοτικών κονδυλίων, ιδίως αυτών του Ταμείου Συνοχής και των διαρθρωτικών ταμείων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό μετά το ναυάγιο της τελευταίας διακυβερνητικής διάσκεψης των Βρυξελλών για τις δημοσιονομικές προοπτικές της Ένωσης.

3. Φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας το 2001 το ποσοστό του πληθυσμού της Ελλάδας που κινδύνευε από φτώχεια ήταν 20%. Χωρίς τις διάφορες κοινωνικές παροχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι συντάξεις και άλλες ενισχύσεις, ο κίνδυνος της φτώχειας θα έπληττε τον μισό πληθυσμό της χώρας. Χωρίς αμφιβολία αποτελεί ζήτημα απολύτου προτεραιότητας για την ΕΕ η ανάπτυξη και προστασία ποιοτικών κρατικών υπηρεσιών με κρατικές επενδύσεις στους κοινωνικούς τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της στέγασης, της κοινωνικής προστασίας, της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, στον πολιτισμό και στον ελεύθερο χρόνο, μεταξύ άλλων.

4. Παιδεία.
Το 2003 το ποσοστό εγκατάλειψης του σχολείου από νέους μεταξύ 17 και 19 ετών, χωρίς να έχουν ολοκληρώσει τις δευτεροβάθμιες σπουδές, ήταν 48,2% στη Μάλτα, 41% στην Πορτογαλία, 29,8 % στην Ισπανία. Στον τομέα της δια βίου κατάρτισης και εκπαίδευσης στη Σουηδία το 34,2% των ατόμων ηλικίας μεταξύ 25 και 64 ετών παρακολουθούσαν μαθήματα εκπαίδευσης ή κατάρτισης. Ο αντίστοιχος αριθμός στην Πορτογαλία ήταν μόλις 3,6 %, ενώ η χώρα σημειώνει το μεγαλύτερο ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου. Συνεπώς επιβάλλεται να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για την αλλαγή της κατάστασης αυτής, δίδοντας προτεραιότητα στην παιδεία, την επαγγελματική κατάρτιση και την δια βίου εκπαίδευση.

Επιστολή του Μακαριότατου προς τον κ. Μπαρρόσο.

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Χοσέ Μανουέλ Μπαρρόσο έχει καλέσει εκπροσώπους χριστιανικών Εκκλησιών (μεταξύ των οποίων και τον ομιλούντα) καθώς και Μουσουλμάνους και Εβραίους εκπροσώπους για μια δίωρη συνομιλία στις 12 Ιουλίου τρέχοντος έτους. Εν όψει αυτής της συνάντησης ο Μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλος απέστειλε επιστολή, στην οποία αφού διαβεβαιώνει τον κ. πρόεδρο για το ενδιαφέρον και την συμπαράσταση της Εκκλησίας μας σχετικά με τις προσπάθειες προαγωγής της ΕΕ, επισημαίνει ότι στόχος της Ένωσης θα πρέπει να είναι «η δημιουργία της πλέον ευαίσθητης κοινωνίας με ανθρώπινο πρόσωπο, που θα λειτουργεί με βάση υψηλά ιδανικά, αρχές και αξίες.» Ο Μακαριότατος στην επιστολή του αναφέρεται ειδικά στην «Στρατηγική της Λισσαβόνας». Στην επιστολή αυτή τονίζεται αφενός ο προβληματισμός για την τάση μεγιστοποίησης των κερδών των επιχειρήσεων, η οποία ενδεχομένως μεγιστοποιεί τα κοινωνικά προβλήματα, αφετέρου υπογραμμίζεται η ανάγκη να επιδειχθεί μεγαλύτερη ευαισθησία και αλληλεγγύη από τους οικονομικά πιο εύρωστους προς τους ασθενέστερους και ευπαθέστερους με στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, αλλά και «τον εκσυγχρονισμό του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου με επένδυση στον άνθρωπο και οικοδόμηση ενός ενεργού κράτους πρόνοιας» (Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών, 22-23 Μαρτίου 2005).
Στην εν λόγω επιστολή του ο Μακαριότατος υπογραμμίζει ορισμένα προβλήματα της κοινωνικής πολιτικής της ΕΕ και ενθαρρύνει τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εντείνει την προσπάθειά του προκειμένου αυτά να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικότερα. Έτσι γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη επανασχεδιασμού «του εκπαιδευτικού συστήματος της Ευρώπης κατά τρόπο που οι Ευρωπαίοι να αποκτούν ασφαλώς τις αναγκαίες γνώσεις και εμπειρίες της τεχνολογίας, της πληροφορικής και γενικότερα της κοινωνίας της γνώσης, παράλληλα όμως και εξ ίσου, να διδάσκονται τις αρχές και τις αξίες της χριστιανικής θρησκείας, της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας, του Διαφωτισμού, της Αναγέννησης και γενικότερα του ευρωπαϊκού πολιτισμού στο σύνολό του».

Στην ίδια επιστολή εκφράζεται ανησυχία για το διογκούμενο πρόβλημα της ανεργίας και ειδικότερα για το πρόβλημα της ανεργίας των νέων και των γυναικών. Το πρόβλημα αυτό θεωρείται ότι είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικότερα αν αναβαθμισθεί το εργασιακό περιβάλλον, αν τηρηθεί το νόμιμο ωράριο απασχόλησης και αν γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα των εργαζομένων, χωρίς να λησμονούνται βεβαίως και οι υποχρεώσεις τους.
Επίσης διατυπώνεται η πρόταση το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος και γενικότερα το κράτος προνοίας να χρηματοδοτηθεί γενναία κυρίως από τις επιχειρήσεις, οι οποίες οφείλουν τα κέρδη τους στους εργαζομένους και την τεράστια αγορά των πεντακοσίων εκατομμυρίων Ευρωπαίων.
Ο Μακαριότατος στην επιστολή του εισηγείται ακόμα τρεις προτάσεις: α΄) Για την ενίσχυση των νέων που επιθυμούν να κάνουν πολυμελείς οικογένειες, ώστε να αντιμετωπισθεί το δημογραφικό πρόβλημα της ΕΕ. β΄) Για την ανάπτυξη πολιτικών για τους μετανάστες, κυρίως όμως για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των χωρών που εξάγουν μετανάστες και ουσιαστική στήριξη ανθρώπων συχνά απελπισμένων που ταλαιπωρούνται ή και εξευτελίζονται τόσον οι ίδιοι όσο και οι οικογένειές τους. γ΄) Για την λήψη μέτρων, τα οποία θα βελτιώσουν το περιβάλλον.
Με το κείμενο αυτό δίδεται μια ευκαιρία για την προώθηση του διαλόγου που διεξάγεται μεταξύ θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των Εκκλησιών προκειμένου να οικοδομηθεί μια κοινωνική ευρωπαϊκή πολιτική στηριγμένη σε σταθερές αρχές και αξίες.

Συνεργασίες των Εκκλησιών στις Βρυξέλλες.

Η αποτελεσματικότερη και πειστικότερη συμμετοχή στον διάλογο των Εκκλησιών με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ εξαρτάται σε μεγάλο μέρος από την συνεργασία και κοινή μαρτυρία τους. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με το δικό της έμπειρο όργανο (COMECE) και η Διάσκεψη των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (ΚΕΚ) με την Επιτροπή «Εκκλησία και Κοινωνία», της οποίας η Εκκλησία της Ελλάδος είναι, ως γνωστόν, μέλος παρακολουθούν με εξειδικευμένο προσωπικό την διαμόρφωση των ευρωπαϊκών κοινωνικών πολιτικών και παρεμβαίνουν μετά λόγου γνώσεως στα αρμόδια όργανα.
Από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες διατηρούν μόνιμο αντιπροσωπευτικό γραφείο στις Βρυξέλλες το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Πατριαρχείο της Μόσχας και η Εκκλησία της Ελλάδος. Μεταξύ τους υπάρχει συνεργασία, όπως υπάρχει και ευρύ πεδίο επέκτασής της καθώς οι εξελίξεις είναι ταχείες και πολλαπλές. Στενή είναι επίσης η συνεργασία με τους ετεροδόξους και ιδιαίτερα με τα μέλη της ΚΕΚ. Πριν από ένα μήνα ορισμένοι από τους εκπροσώπους τους συναντήθηκαν με τον προεδρεύοντα της ΕΕ πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου κ. Juncker, ο οποίος υπογράμμισε την σημασία του διαλόγου με τις Εκκλησίες προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ένα όραμα για την ΕΕ και την διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ο εν λόγω ευρωπαίος πολιτικός τόνισε ότι συμμετέχοντας ο ίδιος πάνω από δυο δεκαετίες στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων αισθάνεται την ανάγκη ενθάρρυνσης που μπορούν να δώσουν εκκλησιαστικοί παράγοντες, ώστε η ΕΕ να μη χάσει τις αξίες στις οποίες στηρίζεται και οι κοινωνικές ευαισθησίες της να μην εξανεμισθούν στον λίβα των αντικρουόμενων οικονομικών συμφερόντων. Τα αφορώντα στην συνάντηση δημοσιεύθηκαν ελληνιστί στην ιστοσελίδα του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου μπορεί να βρει κανείς πολλά χρήσιμα κείμενα για την εξέλιξη του διαλόγου για την προοπτική της ευρωπαϊκής κοινωνίας και τον ειδικό ρόλο της Εκκλησίας.

Ο ρόλος των Εκκλησιών.

Η Επιτροπή «Εκκλησία και Κοινωνία», που προανέφερα, εξέδωσε ένα πρόγραμμα εργασίας για τα έτη 2004-2009, το οποίο αποτυπώνει το εύρος του ρόλου των ευρωπαϊκών Εκκλησιών σήμερα. Ενδεικτικά αναφέρω εδώ τον προβληματισμό για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση που ανοίγει σοβαρά θέματα σχετικά με την πολιτιστική και θρησκευτική διαφορετικότητα στην Ευρώπη, σχετικά με τις κοινωνικές επιπτώσεις της διεύρυνσης της ΕΕ στα Βαλκάνια, σχετικά με την ανταλλαγή εμπειριών και την αξιοποίηση γνωριμιών με στόχο την αποτελεσματικότερη ανάπτυξη διαλόγου με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Για τον σκοπό αυτό μελετάται για λογαριασμό της ΚΕΚ η ίδρυση μιας μόνιμης ομάδας εργασίας για την παρακολούθηση της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Ειδικά το κοινωνικό πρότυπο της ΕΕ αποτυπώνει τις αξίες, την αλληλεγγύη, τον σεβασμό προς τον άλλον, την ανυστερόβουλη συνεργασία, τις οποίες επιθυμούν να στηρίξουν οι Εκκλησίες και γι αυτό συνεργάζονται μεταξύ τους και με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Ο ρόλος της Εκκλησίας είναι να εξετάζει τις οικονομικές, κοινωνικές και άλλες αλλαγές που συντελούνται στην Ευρώπη, να υπενθυμίζει στους πολιτικούς την ευθύνη τους για την οικονομική διασφάλιση ομάδων όπως οι άνεργοι, οι πένητες, οι ανάπηροι και οι περιθωριοποιημένοι και να συμβάλει στο μέτρο που της αναλογεί ευθύνη- αναπτύσσοντας συνεργασία με όλους τους αρμόδιους φορείς- στην διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής οικονομικής και κοινωνικής στρατηγικής. Η ΚΕΚ, της οποίας μέλη είναι οι περισσότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες, αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι έχει σημαντική δραστηριότητα στο Συμβούλιο της Ευρώπης και είναι από τις λίγες ΜΚΟ που προωθούν συλλογικά αιτήματα στο πλαίσιο του λεγόμενου Κοινωνικού Χάρτη της Ευρώπης. Οι Εκκλησίες σήμερα έχουν αναλάβει την ευθύνη να μελετήσουν και να εμπεδώσουν διάφορα κοινωνικά συστήματα αλληλεγγύης ως αντίβαρο στον άκρατο ανταγωνισμό. Επιμένουν στην διατήρηση του κοινωνικού προβληματισμού στα πλαίσια του διαλόγου για την Ευρώπη. Αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Επισημαίνουν με ιδιαίτερη ανησυχία την διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και πτωχών και εισηγούνται μέτρα για την εξάλειψη της φτώχιας. Στηρίζουν συστήματα κοινωνικής αντίληψης και μέτρα υπέρ του γήρατος, υπέρ της δημόσιας υγείας και υπέρ των συνθηκών εργασίας προς όφελος κυρίως της οικογένειας.

H δραστηριότητα αυτή εντάσσεται αναπόφευκτα στο τοπίο της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Η παγκοσμιοποίηση έχει γίνει κυρίαρχο θέμα αναφοράς για την οικονομία, την πολιτική και τους διάφορους φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Το φαινόμενο αυτό εκ της φύσεώς του δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί σε τοπικό επίπεδο από μεμονωμένους φορείς. Η ένταξη σε διεθνείς οργανώσεις είναι αναγκαία για την διαμόρφωση αειφόρου οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής στρατηγικής. Στόχος για τις Εκκλησίες στα χρόνια που έρχονται είναι η αξιολόγηση των διαφόρων προσεγγίσεων και απόψεων σχετικά με την παγκοσμιοποίηση, η μελέτη των επιπτώσεων της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, η πειστική πρόταση μιας στρατηγικής ως αντίβαρο των αρνητικών κοινωνικών επιπτώσεων της παγκοσμιοποίησης, η ανάπτυξη σχέσεων της ΕΕ με τις αναπτυσσόμενες χώρες, η συμβολή στην ανάπτυξη της παιδείας και η ανταλλαγή εμπειρίας σε παγκόσμια κλίμακα. Για τις Εκκλησίες σήμερα είναι μια πρόκληση να τοποθετηθούν απέναντι στις διάφορες εκφάνσεις της παγκοσμιοποίησης. Είναι γεγονός ότι συνάνθρωποί μας, που ζουν σε άλλες ηπείρους, προσβλέπουν στις Εκκλησίες της Ευρώπης με την ελπίδα ότι θα έχουν την στήριξή τους για την ανάπτυξη μιας υγιούς και ανυστερόβουλης συνεργασίας. Έτσι γίνεται κάθε μέρα σαφέστερο ότι για τις επί μέρους Εκκλησίες είναι θέμα υψηλής ευθύνης και επειγούσης ανάγκης να συνεργασθούν με διεθνείς οργανωμένους φορείς πάντα μέσα στο αποστολικό πνεύμα της γνώσης ότι «τοις αγαπώσιν τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν» (σ εκείνους που αγαπούν τον Θεό όλα συνεργάζονται για το καλό τους) (Ρωμ η΄ 28).