Ευρώπη και Ορθοδοξία

Η πίστη των Ορθοδόξων στη σύγχρονη Ευρώπη

Σεβασμιώτατε, Θεοφιλέστατοι, Σεβαστοί Πατέρες, αγαπητοί αδελφοί και αδελφές εν Χριστώ!

Την πρώτη Κυριακή των Νηστειών επιτελούμε τη μνήμη της αναστήλωσης των ιερών εικόνων, που πραγματοποιήθηκε επί της βασιλείας του αυτοκράτορος Μιχαήλ του Γ’ και της μητρός αυτού Αυγούστης Αγίας Θεοδώρας και επί Πατριαρχίας του Αγίου Μεθοδίου του Ομολογητού. Εορτάζουμε την πανήγυρη της Κυριακής της Ορθοδοξίας, η οποία βασίσθηκε στις αποφάσεις της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του Μαρτίου του 843, για να μνημονεύσουμε το θρίαμβο και την τελική νίκη της Ορθοδόξου Πίστεως επί της αιρέσεως της Εικονομαχίας.

Γιατί όμως η νίκη επί της Εικονομαχίας ονομάσθηκε Θρίαμβος της Ορθοδοξίας; Για την Ορθοδοξία, η Εικονομαχία, η μάχη ενάντια στην τιμή των εικόνων, αποτελεί τη σύνθεση όλων των αιρέσεων. Η άρνηση των εικόνων είναι για την Ορθόδοξη θεολογία άρνηση της Ενσάρκωσης του Θεού που έγινε Άνθρωπος. Έπρεπε, λοιπόν, να υποστηριχθεί η Σάρκωση του Χριστού.

Στην Ορθόδοξη Παράδοση η εικόνα έχει διαφορετική σημασία από τη θρησκευτική ζωγραφική που αναπτύχθηκε στη Χριστιανική Δύση από την Αναγέννηση και εξής. Η Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος του 787 υπογράμμισε τη δήλωση του Αποστόλου Παύλου: «ο Χριστός εστιν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως» (Κολοσσαείς 1, 15).

Η εικόνα, λοιπόν, είναι η αποτύπωση του Χριστού, του Υιού του Θεού, του σαρκωθέντος για τη σωτηρία του κόσμου. Ο Xριστός είναι το παράδειγμα και το πρωτότυπο της αγιότητος και η αγιότης εκφράζει την ανακαίνιση της εικόνας του Θεού εντός ημών και ανοίγει για τον άνθρωπο την οδό για να γίνει Θεός κατά χάριν.

Εδώ αξίζει τον κόπο να υπενθυμίσουμε ότι μετά τη νίκη των ησυχαστών στα μέσα του 14ου αι., η Κυριακή της Ορθοδοξίας απέκτησε μια νέα σημασία. Όντως, οι αποφάσεις της Συνόδου των Βλαχερνών του 1351, που σημείωσε το θρίαμβο της θεολογίας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του ησυχαστικού κινήματος, συμπεριλήφθηκαν εντός του λεγομένου Συνοδικού της Ορθοδοξίας, το οποίο στη νέα του διασκευή διαβάστηκε επίσημα για πρώτη φορά την πρώτη Κυριακή των Νηστειών του 1352.

Ως εδώ υπενθυμίσαμε συντόμως την ιστορία αυτής της μεγάλης εορτής κατά την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και συμφώνως προς την παράδοση της Αγίας Μητρός ημών Εκκλησίας.

Ποια είναι, όμως, η σημασία της Ορθοδοξίας για το σύγχρονο άνθρωπο, για το σημερινό Χριστιανό, για τον Ορθόδοξο που ζει εντός του Κοινού μας Οίκου, της Ευρώπης; Ποια αλήθεια μπορεί να βρει κάποιος μέσα σ’ αυτή;

Δεδομένου ότι η Αλήθεια για μας τους χριστιανούς, για μας τους Ορθοδόξους, δεν είναι ούτε μια ιδέα αφηρημένη, ούτε μια έννοια φιλοσοφική, αλλά ένα Πρόσωπο, ο Ιησούς Χριστός, ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, τότε η Ορθοδοξία, η Εκκλησία δηλ. του Χριστού, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική, δεν είναι ούτε μια φιλοσοφία, ούτε μια ιδεολογία, ούτε ένα κάποιο δημιούργημα της ανθρώπινης σοφίας.

Η Ορθοδοξία είναι η απόλυτη αφοσίωση στη Θεία Αποκάλυψη, η οποία μεταδόθηκε σ’ όλους μας μέσα από τη Παράδοση της Εκκλησίας μας και μας κάνει να αναφωνούμε με το Συνοδικό της Ορθοδοξίας: «Αύτη η πίστις των Αποστόλων! Αύτη η πίστις των Πατέρων! Αύτη η πίστις την Οικουμένην εστήριξεν!»

Η Ορθόδοξη πίστη εκφράζεται εντός της Εκκλησίας με την προσευχή, τη νηστεία, τη σιωπή, το μοναχισμό, τη θεοπτία, την εφαρμογή των αρετών σε μια κοινωνία που μεταβάλλεται αδιάκοπα, σε μια Ευρώπη που αναζητεί τις ρίζες της, την ταυτότητά της, την κατεύθυνσή της προς το μέλλον. Πρέπει να το ομολογήσουμε με ειλικρίνεια: είμαστε σε κρίση, όλοι γύρω μας μιλούν για μια κρίση, η κρίση έγινε μια λέξη της μόδας!

Οι Χριστιανοί όμως πρέπει να φθάσουν στην κατανόηση της προέλευσης αυτής της κρίσης, του περιεχομένου της, του μέσου υπέρβασής της! Ο βιασμός της φύσεως, η τρομοκρατία, η φτώχεια, η κοινωνική αδικία, η παρακμή της οικογένειας, η απουσία μιας ζωοποιού κουλτούρας και τέχνης, ο θρίαμβος μιας τεχνολογίας συχνά χωρίς καμιά ανθρωπιά, ο νέος αθεϊσμός, ο σχετικισμός, η απομάκρυνση από παραδοσιακές αρχές και αξίες, ο υλισμός, η υποκρισία, το ψεύδος, είναι παράμετροι αυτής της κρίσης που δεν είναι δυνατόν να θεραπευθεί παρά μόνο εντός της Εκκλησίας, την πηγή της ελπίδας και της αισιοδοξίας!

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, της οποίας το θρίαμβο εορτάζουμε σήμερα, δεν είναι μια Εκκλησία ούτε συντηρητική, ούτε προοδευτική. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και ο Χριστός είναι ο ίδιος χθες, σήμερα και στους αιώνες (Εβρ. 13, 8).

Εκείνη είναι πάντα στην υπηρεσία του ανθρώπου, μακριά από τα πολιτικά ή οικονομικά, ιδεολογικά ή φιλοσοφικά συμφέροντα. Είναι στοργική ως Μητέρα και δίνει με σθένος και υπομονή τη μαρτυρία της Αληθείας, μεταδίδει το φως του Χριστού, μας οδηγεί στη Ζωή!  Επιπλέον, παράλληλα με την αναγγελία του Λόγου του Θεού, η Ορθοδοξία συνεχίζει να στέκεται στο πλευρό των αδύναμων και των αποκλεισμένων και να τους στηρίζει.

Επιτρέψτε μου σ’ αυτό το σημείο να  αναφέρω ότι θεωρώ την Εκκλησία στενά συνδεδεμένη με τρεις έννοιες: την Οικουμένη, την Οικολογία και την Οικονομία. Και οι τρεις δείχνουν ότι ο ρόλος της Εκκλησίας στον κόσμο είναι όπως ο ρόλος μιας μητέρας μέσα στην οικογένεια.

Η Εκκλησία μέσα στην Οικουμένη εκφράζει το όραμα της ενότητας μέσα στον κόσμο. Η Εκκλησία σχετικά με την Οικολογία δηλώνει το σεβασμό προς το περιβάλλον που δημιούργησε ο Θεός και την ευθύνη των ανθρώπων απέναντι στην εκμετάλλευση των φυσικών πηγών. Τέλος, η Εκκλησία αντιλαμβάνεται την Οικονομία ως υπεύθυνη διαχείριση της δίκαιης  παραγωγής και διανομής των υλικών αγαθών ανάμεσα στους ανθρώπους.

Εμείς, λοιπόν, ως Χριστιανοί Ορθόδοξοι στην Ευρώπη, καλούμεθα να είμαστε και να γινόμαστε συγχρόνως homo oecumenicus, homo ecologicus και homo economicus, πάντοτε εντός της Εκκλησίας μας, πάντοτε μάρτυρες της Αληθείας, μακριά από κάθε είδος διάκρισης, ξενοφοβίας και βίας.

Σε μια εποχή εικονολατρείας ή, καλύτερα, εικονοδουλείας, όπως η δική μας, σε μια περίοδο δηλ. υποταγής στο χρήμα και στους νόμους της αγοράς, εμείς καλούμεθα σε μια προσωπική εσωτερική μεταμόρφωση, που έχει τη δύναμη να αλλάξει την κοινωνία μας, την Ευρώπη μας και την Οικουμένη όλη. Υπενθυμίζουμε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν τον άνθρωπο ως διαχειριστή του πλούτου που του δόθηκε από το Θεό.

Καθήκον μας είναι να γίνουμε κήρυκες του Χριστού στην Ευρώπη με την πνευματική μας ζωή, ακολουθώντας το παράδειγμα των αγίων μας πατέρων. Αυτό μπορεί να συμβεί αν είμαστε ενωμένοι μεταξύ μας, αν είμαστε Αδελφοί, αν αναγνωρίζουμε μια πνευματική Μητέρα για όλους τους Ορθοδόξους, την Πρωτόθρονη δηλ. Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως!

Το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο ως πρώτος διάκονος μεταξύ των άλλων Αδελφών Εκκλησιών της Ορθοδόξου Οικογενείας είναι η εγγύηση για το θρίαμβο της Αγάπης που σώζει τον κόσμο.

Μια τέτοια ημέρα, όπως η Κυριακή της Ορθοδοξίας, δε μπορούμε παρά να στρέψουμε το βλέμμα μας προς την Κωνσταντινούπολη, τη Νέα Ρώμη και τη Νέα Ιερουσαλήμ, τόπο ιερό και άγιο της Πίστης μας, που υπερασπίσθηκε το δικαίωμά  μας να είμαστε πραγματικοί Χριστιανοί, να είμαστε πραγματικοί Άνθρωποι. Μια τέτοια ημέρα ας αναλογισθούμε με ευγνωμοσύνη τους μάρτυρες της Ορθοδοξίας, τους κήρυκες της Αληθείας κατά τον ρουν της Ιστορίας αλλά και της εποχής μας.

Μια τέτοια ημέρα ας προσευχηθούμε με σιωπή ομιλώσα, σημαίνουσα και ευγνωμονούσα για τον Πατέρα μας, τον «Πράσινο» και Οικουμενικό Πατριάρχη, την Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητα τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως-Νέας Ρώμης Κύριο κ. Βαρθολομαίο τον Α’, που εδώ και 20 συναπτά έτη με το αποστολικό, ποιμαντικό, οικολογικό και πνευματικό του έργο ανοίγει νέους δρόμους για την Ορθοδοξία, για την Πίστη και για τον Άνθρωπο σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η εξαιρετική του προσωπικότης, το πάθος του για την Εκκλησία και την ενότητά της, οι διεθνείς του πρωτοβουλίες για την προστασία του περιβάλλοντος, η παρουσία του στον ορίζοντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όλα αυτά μας δίνουν την ιερή υπερηφάνεια, την ελπίδα και τη διαβεβαίωση ότι η Ορθοδοξία, η Εκκλησία, εμείς-ως Σώμα Χριστού-έχουμε ένα μέλλον, ένα ρόλο και επίσης μια σημαντική παρουσία ανάμεσα στα έθνη της Ευρώπης, πάνω στη διεθνή σκηνή: να είμαστε αξιόπιστοι κήρυκες αξιών και παραδόσεων για να οδηγήσουμε την κοινωνία μας, την Ευρώπη μας, τον κόσμο μας στην πηγή του ζώντος ύδατος, τον Υιό του Θεού του ζώντος, τον Ιησού Χριστό! «Αύτη η πίστις των Αποστόλων! Αύτη η πίστις των Πατέρων! Αύτη η πίστις την Οικουμένην εστήριξεν!»

Σεβασμιώτατε, Θεοφιλέστατοι, Σεβαστοί Πατέρες, αγαπητοί αδελφοί και αδελφές εν Χριστώ!

Εορτάζοντας σήμερα την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ευχαριστούμε τον Ιησού Χριστό, τον Κύριο και Λυτρωτή μας, γιατί μας χάρισε το δώρο της αληθινής πίστης! Του είμεθα ευγνώμονες, γιατί στους κόλπους της Μητρός μας Εκκλησίας έχουμε τη βεβαιότητα της σωτηρίας, έχουμε τη σωστή παιδεία και την πνευματική αρωγή, ώστε να κατορθώσουμε κατά τη διάρκεια αυτής της ευλογημένης περιόδου της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής να εξαγνίσουμε τις αισθήσεις μας, την καρδιά μας, τη διάνοιά μας και όλη μας την ύπαρξη, που έχει μολυνθεί κατά την ώρα της απουσίας του Θεού από μέσα μας! Και ατενίζοντας την εικόνα του Χριστού, του Αιωνίου Λόγου του Θεού, ας αναφωνήσουμε με δίκαιη υπερηφάνεια μαζί με τον ψαλμό: «Τὶς Θεός, μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν ; Σὺ εἶ ὁ Θεός, ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος!»

 (Oμιλία του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμ. κ. Ιγνατίου Σωτηριάδη, Συμβούλου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ε.Ε., που εκφωνήθηκε, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ελληνιστί και γαλλιστί, στον Ορθόδοξο Καθεδρικό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Βρυξελλών, κατά τη διάρκεια της Διορθόδοξης Θείας Λειτουργίας, 13.03.2011)

CEC αναφορά στις χριστιανικές ρίζες στο σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ ΣΥΜΦΩΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΙΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών(*) Γραφείο Επικοινωνίας

Το Προεδρείο του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (CEC) και το Συμβούλιο της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας (EKD) συμφωνούν στην ανάγκη για αναφορά στις Χριστιανικές ρίζες της Ευρώπης στη Συνταγματική Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η συμφωνία προέκυψε κατά την διάρκεια της συνάντησής του το απόγευμα της Πέμπτης, 3 Ιουνίου, στο Ανόβερο της Γερμανίας. Τα δέκα μέλη του Προεδρείου του CEC συναντήθηκαν στα κεντρικά γραφεία της EKD στο Ανόβερο από την 1η έως την 4η Ιουνίου, υπό την ηγεσία του προέδρου της πατρός Jean-Arnold de Clermont (Γαλλία), και των αντιπροέδρων Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ. Αναστασίου και της Πρεσβυτέρας Margarethe Isberg (Σουηδία). Η αντιπροσωπεία της EKD είχε επικεφαλής τον πρόεδρό της, επίσκοπο Wolfgang Huber. Οι αντιπρόσωποι του CEC αναφέρθηκαν στην εργασία που έγινε από την Εκκλησιαστική και Κοινωνική Επιτροπή της σε σχέση με την διαδικασία της ενσωμάτωσης των νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπογράμμισαν ότι είναι αναγκαίο οι Εκκλησίες να υποστηρίξουν τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να καταστήσουν την χριστιανική φωνή ένα ενσωματωμένο τμήμα των βάσεων της ΕΕ, η οποία πρέπει να γίνει μια κοινότητα κοινών αξιών, όπως η δικαιοσύνη, η ειρήνη και η αλληλεγγύη. «Γι αυτόν τον λόγο μια ρητή αναφορά στις χριστιανικές ρίζες του Ευρωπαϊκού πολιτισμού στο νέο Σύνταγμα της ΕΕ αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας», δήλωσε ο πατήρ Jean-Arnold de Clermont.

Το Προεδρείο ξεκίνησε επισήμως την διαδικασία αναζήτησης του νέου Γενικού Γραμματέα του CEC, που θα αντικαταστήσει τoν Δρ. Keith Clements, λόγω της αποχώρησής του στο τέλος του 2005. Επίσης συζητήθηκαν: σχέδια για την Τρίτη Ευρωπαϊκή Οικουμενική Σύνοδο, που θα λάβει χώρα το 2007, καθώς και προτάσεις για την αναδιάρθρωση του οικουμενικού κινήματος, περιλαμβανομένης και της διάρθρωσης του CEC. Υποβλήθηκαν αναφορές εκ μέρους των επιτροπών «Εκκλησία και Κοινωνία» και «Εκκλησίες σε Διάλογο», καθώς και εκ μέρους της ομάδας ανασκόπησης των εργασιών του CEC στον τομέα της αλληλεγγύης και των γυναικών. Όλα τα ζητήματα προωθήθηκαν για την επόμενη συνάντηση του κυβερνώντος το CEC σώματος, των σαράντα μελών της Κεντρικής Επιτροπής, που θα συγκληθεί στην Πράγα, της Δημοκρατίας της Τσεχίας, από τις 27 Σεπτεμβρίου ως τις 3 Οκτωβρίου 2004.

Το Προεδρείο ολοκλήρωσε τις εργασίες του με μια συνάντηση με την Εκτελεστική Επιτροπή της Κοινότητας των Προτεσταντικών Εκκλησιών της Ευρώπης (CPCE, Leuenberg Church Fellowship). Το Προεδρείο καλωσόρισε την απόφαση του CPCE και της Ευαγγελικής Εκκλησίας Βυρτεμβέργης της Γερμανίας να αποσπάσει τον πατέρα Dieter Heidtmann στην Εκκλησιαστική και Κοινωνική Επιτροπή του CEC από την 1η Σεπτεμβρίου 2004.

(*)Το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών είναι μια ένωση περίπου 125 Ορθοδόξων, Προτεσταντικών, Αγγλικανικών, και παλαιών Καθολικών Εκκλησιών από όλες τις χώρες της Ευρώπης, μαζί με 40 συνεργαζόμενους οργανισμούς. Το CEC ιδρύθηκε το 1959. Έχει γραφεία στην Γενεύη, τις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο.

Η συνθήκη για τη θέσπιση συντάγματος της Ευρώπης, Άρθρο του Καθηγητού του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς Παναγιώτη Ι. Καννελόπουλου

Στις 29 Οκτωβρίου 2004, υπογράφηκε στη Ρώμη μεταξύ των αρχηγών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και των κυβερνήσεων αυτών η «Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης», η οποία, για να αρχίσει να ισχύει, πρέπει μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2006 να επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς κανόνες. Σύμφωνα με την 30η Δήλωση, που προσαρτάται στη Συνθήκη για τη θέσπιση του Συντάγματος της Ευρώπης, η Διάσκεψη των κυβερνήσεων των κρατών μελών σημειώνει ότι, εάν μετά παρέλευση δύο ετών από την υπογραφή της Συνθήκης, τα τέσσερα πέμπτα των κρατών μελών έχουν επικυρώσει την εν λόγω Συνθήκη και ένα ή περισσότερα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στην επικύρωση, το θέμα υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για συζήτηση και λήψη αποφάσεως περί του πρακτέου.

Το κείμενο του Συντάγματος της Ευρώπης συντάχθηκε από την ευρωπαϊκή Συνέλευση, η οποία συγκροτήθηκε με βάση τη «Διακήρυξη του Λάκεν» του Δεκεμβρίου του 2001 με εντολή να συντάξει ένα συνταγματικό κείμενο για τις ανάγκες της ενωμένης πλέον Ευρώπης του 21ου αιώνα. Τελικά η Συνέλευση συγκροτήθηκε από 105 αντιπροσώπους των εθνικών κοινοβουλίων, του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, των εθνικών κυβερνήσεων των κρατών μελών της ΕΕ και των υπό ένταξη κρατών, καθώς επίσης και της Επιτροπής. Επομένως, σε αντίθεση προς τις διακυβερνητικές διασκέψεις του παρελθόντος, το κείμενο του Συντάγματος της Ευρώπης καταρτίστηκε από ένα λίαν αντιπροσωπευτικό σώμα εκπροσώπων των λαών της Ευρώπης, οι οποίοι είχαν εκλεγεί απ αυτούς και εξέφραζαν την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.

Με βάση τις θεμελιώδεις αρχές της επιστήμης του συνταγματικού δικαίου, τα μέλη της Συνέλευσης θα έπρεπε να είχαν εκλεγεί με άμεσες και καθολικές εκλογές από τους λαούς της ΕΕ, με την εντολή να συντάξουν και να θέσουν σε εφαρμογή το Σύνταγμα της Ευρώπης. Στην περίπτωση αυτή θα επρόκειτο πράγματι για Συντακτική Συνέλευση και ουδείς θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη δημοκρατική της αντιπροσώπευση και τον χαρακτήρα του κειμένου ως Συντάγματος υπό την ουσιαστική και τυπική του μορφή. Αφού δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία της απ ευθείας εκλογής από τους λαούς της Ευρώπης των μελών της Συνέλευσης, θα έπρεπε ασφαλώς να επιλεγεί το Δημοψήφισμα ως μοναδικός και αποκλειστικός τρόπος επικύρωσης του Συντάγματος[2]. Δυστυχώς μόνο εννέα από τα είκοσι πέντε κράτη μέλη αποφάσισαν να ακολουθήσουν τη διαδικασία του Δημοψηφίσματος, ενώ τα υπόλοιπα ακολούθησαν την κοινοβουλευτική οδό.

Επειδή δεν ακολουθήθηκε καμιά από τις παραπάνω μεθόδους σύνταξης ή επικύρωσης του Συντάγματος της Ευρώπης, εύλογα προβάλλονται αντιρρήσεις ως προς το εάν πρόκειται περί Συντάγματος ή περί μιας ακόμη Συνταγματικής Συνθήκης. Όσον αφορά στην Ελλάδα, κατ εφαρμογήν του άρθρου 28 § 3 του Συντάγματός της, ακολουθήθηκε η δια της κοινοβουλευτικής οδού επικύρωση «της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης». Επειδή όμως, υπό τις ανωτέρω εκφρασθείσες επιφυλάξεις, κατά την ορθότερη άποψη, πρόκειται περί Συντάγματος και όχι περί Συνθήκης, η ελληνική Βουλή δεν είχε εξουσία κυρώσεώς του. Επομένως, έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία του Δημοψηφίσματος.

Οι βασικότερες καινοτομίες του υπό επικύρωση Συντάγματος της Ευρώπης συνοψίζονται ως ακολούθως:

  1. Το Σύνταγμα της Ευρώπης διαιρείται σε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο μέρος περιέχονται οι διατάξεις που αναφέρονται στην ίδρυση της Ένωσης, τις αξίες της, τους στόχους της, καθώς και το θεσμικό και νομικό της πλαίσιο. Στο δεύτερο μέρος περιλαμβάνεται ο Χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης. Στο τρίτο μέρος περιλαμβάνονται διατάξεις που αφορούν τις πολιτικές και τη λειτουργία της Ένωσης, ενώ στο τέταρτο μέρος περιλαμβάνονται οι γενικές και τελικές διατάξεις.
  2. Με το Σύνταγμα της Ευρώπης «ιδρύεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία τα κράτη μέλη απονέμουν αρμοδιότητες για την επίτευξη των κοινών τους στόχων». Επομένως, η ΕΕ αποτελεί υπερεθνική νομική οντότητα, υπέρ της οποίας τα κράτη μέλη μεταβίβασαν, σε περιορισμένους τομείς, εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
  3. Η Ένωση, συνεπής προς το έμβλημά της «Ενωμένη στην πολυμορφία», σέβεται την ισότητα των κρατών μελών, την εθνική τους ταυτότητα, καθώς και τον πλούτο της πολιτιστικής και γλωσσικής της πολυμορφίας και μεριμνά για την προστασία και ανάπτυξη της ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομίας.
  4. Η δια του Συντάγματος ιδρυόμενη Ένωση έχει νομική προσωπικότητα, τόσο στο εσωτερικό των κρατών μελών όσο και εντός της διεθνούς κοινωνίας. Επομένως η ΕΕ έχει διεθνή νομική προσωπικότητα, αποτελεί μέλος της διεθνούς κοινωνίας, δυνάμενη να συνάπτει συνθήκες με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς.
  5. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αρμοδιότητες, η οριοθέτηση των οποίων γίνεται με βάση την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, σύμφωνα με την οποία η Ένωση ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν με το Σύνταγμα τα κράτη μέλη για την επίτευξη των στόχων που αυτό ορίζει. Ενώ κάθε αρμοδιότητα που δεν απονέμεται στην Ένωση στο πλαίσιο του Συντάγματος ανήκει στα κράτη μέλη.
  6. Με βάση την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, οι αρμοδιότητες της Ένωσης διαιρούνται πρώτον σε αποκλειστικές, δεύτερον σε συντρέχουσες και τρίτον σε υποστηρικτικές, συντονιστικές ή συμπληρωματικές της δράσης των κρατών μελών, εφαρμοζομένης της αρχής της Επικουρικότητας και της Αναλογικότητας. Επιπλέον, η Ένωση έχει Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένου του προοδευτικού καθορισμού κοινής αμυντικής πολιτικής.
  7. Στο θεσμικό πλαίσιο, διατηρείται η υπάρχουσα κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των ήδη λειτουργούντων θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Εντούτοις άξιο προσοχής είναι το γεγονός ότι επέρχεται ενδυνάμωση των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την καθιέρωση του κανόνα ότι η νομοθετική εξουσία της ΕΕ ασκείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο με βάση τη διαδικασία της «συναπόφασης». Περαιτέρω, καθιερώνεται ο κανόνας ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία, της απλής πλειοψηφίας και της ομοφωνίας εφαρμοζομένης οσάκις ρητώς επιβάλλεται από τη συγκεκριμένη διάταξη.
  8. Η σύνθεση της Επιτροπής στηρίζεται στον κανόνα ότι κάθε κράτος μέλος υποδεικνύει έναν Επίτροπο, λαμβάνεται όμως πρόνοια ώστε στο μέλλον, όταν ο αριθμός των κρατών μελών μεγαλώσει, τα μέλη της Επιτροπής να είναι λιγότερα από τον αριθμό των κρατών μελών.
  9. Δημιουργείται η θέση του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (Συμβουλίου Αρχηγών) με θητεία δυόμισι ετών, δυνάμενη να ανανεωθεί άπαξ, καθώς και η θέση του Υπουργού Εξωτερικών της Ένωσης με θητεία πέντε ετών, ο οποίος θα είναι αντιπρόεδρος της Επιτροπής και πρόεδρος του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων.
  10. Οι νομικές πράξεις της ΕΕ, που είναι ο Ευρωπαϊκός νόμος, ο Ευρωπαϊκός νόμος πλαίσιο, ο Ευρωπαϊκός κανονισμός, η Ευρωπαϊκή απόφαση, οι συστάσεις και οι γνώμες, διακρίνονται σε νομοθετικές πράξεις (ευρωπαϊκός νόμος και ευρωπαϊκός νόμος πλαίσιο) και σε μη νομοθετικές πράξεις (ευρωπαϊκός κανονισμός, ευρωπαϊκή απόφαση). Θεσπίζονται επίσης οι κατ εξουσιοδότηση ευρωπαϊκοί κανονισμοί και οι εκτελεστικές πράξεις.
  11. Στο άρθρο Ι- 52 καθορίζεται το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, σύμφωνα με το οποίο η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι εκκλησίες, οι θρησκευτικές ενώσεις ή οι κοινότητες στα κράτη μέλη, ενώ διατηρεί με τις εκκλησίες ανοιχτό διαφανή και τακτικό διάλογο.
  12. Καταργούνται οι σήμερον ισχύουσες Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης του Μάαστριχτ, ενώ διατηρείται η Συνθήκη της Ευρατόμ. Η δια του Συντάγματος της Ευρώπης ιδρυόμενη ΕΕ διαδέχεται την ΕΚ και την ΕΕ του Μάαστριχτ στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, ενώ διατηρείται σε ισχύ η κοινοτική νομοθεσία και γενικότερα το «κοινοτικό κεκτημένο».
  13. Δυνάμει του άρθρου Ι-6 του Συντάγματος της Ευρώπης, καθιερώνεται ρητώς ο κανόνας της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο: «Το Σύνταγμα και οι κανόνες δικαίου που θεσπίζονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων που της απονέμονται υπερισχύουν του δικαίου των κρατών μελών.
  14. Τέλος, για πρώτη φορά προβλέπεται και ρυθμίζεται στο άρθρο Ι-60 η ευχέρεια κάθε κράτους μέλους να αποχωρήσει από την ΕΕ, εάν το επιθυμεί.

Η σύνταξη του Συντάγματος της Ευρώπης και η επικύρωσή του από τα κράτη μέλη της ΕΕ αποτελεί αναμφισβήτητα ένα αποφασιστικής σημασίας βήμα στην κατεύθυνση της ενοποίησης της Ευρώπης και από την άποψη αυτή αποτελεί σημαντικό σταθμό στην ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία των τελευταίων πενήντα ετών και το επιστέγασμα των ενοποιητικών προσπαθειών. Για το λόγο αυτό, παρά τις ατέλειες και τις ατολμίες του, αξίζει ανοχής και επιεικούς κριτικής, λαμβάνοντας υπόψη ότι, όπως όλα τα μέχρι σήμερα αντίστοιχα κείμενα της ΕΕ, αποτελεί προϊόν συμβιβασμού μεταξύ των ευρωπαϊστών και των ευρωσκεπτικιστών. Τέλος, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η δια του Συντάγματος ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στηρίζεται στην μεταβίβαση εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων από το εθνικό στο υπερεθνικό επίπεδο της ΕΕ, γεγονός που συνεπάγεται αντίστοιχη στέρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων από τα κράτη μέλη.

[1] Καθηγητή του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, κατόχου Ευρωπαϊκής Έδρας Jean Monnet, μέλους του Επιστημονικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εξωτερικών, μέλους της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Ευρωπαϊκών Θεμάτων της ΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδος. Οι απόψεις που εκφράζονται είναι προσωπικές.

[2] Βλ. Π. Κανελλόπουλου, «Επιβεβλημένο το Δημοψήφισμα για την επικύρωση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος», Καθημερινή, 11 Αυγούστου 2004, σελ. 26.

Διαδικασία Επικύρωσης της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης: Ύστερα από τα «όχι» τι; Άρθρο του συνεργάτη κ. Κωνσταντίνου Χατζηφώτη

Διαδικασία Επικύρωσης της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης:

Ύστερα από τα «όχι» τι;

Οι δραματικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών στο ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό έρχονται να δώσουν απάντηση στο ερώτημα που είχε τεθεί προ 8 μηνών από τον διαδικτυακό χώρο της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν «η υπογραφή της Συνταγματικής Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ρώμη είναι ένα βήμα πριν το τέλος ή ένα βήμα δίχως αύριο». Από τα χείλη ανώτατων κοινοτικών αξιωματούχων, κυβερνητικών στελεχών και έγκριτων δημοσιογράφων του ευρωπαϊκού τύπου εκφράζεται η άποψη ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δοκιμάζει την ισχυρότερη κρίση των τελευταίων ετών, αν όχι της ιστορίας του. Τα αρνητικά αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων για το πολυδιαφημισμένο «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα» στην Γαλλία και την Ολλανδία σήμαναν, με τον πιο επίσημο και πανηγυρικό τρόπο, την έναρξη μιας περιόδου έντονης εσωστρέφειας, προβληματισμού και ανησυχίας για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα πρώτα σημάδια δεν άργησαν να φανούν: το αδιέξοδο των συνομιλιών κατά την Διακυβερνητική Σύνοδο της 16ης και 17ης Ιουνίου 2005 για την κατάρτιση του νέου προϋπολογισμού ήταν πλήρως αποκαλυπτικό των τάσεων και διαθέσεων που επικρατούν αυτήν την στιγμή στα υψηλόβαθμα κλιμάκια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Μια ανάσα ανακούφισης έδωσε η θετική έκβαση του δημοψηφίσματος για την επικύρωση της συνθήκης στο μικρό Λουξεμβούργο στις 10 Ιουνίου.

Ωστόσο, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η Ευρώπη βρέθηκε ξαφνικά προ εκπλήξεων, καθώς μια σειρά από γεγονότα προοιωνίζονταν εδώ και ένα περίπου χρόνο τις δυσκολίες που βρίσκει σήμερα μπροστά της. Η απαρίθμηση των κυριοτέρων, χρονολογικά, σταθμών της ευρωπαϊκής πορείας, μετά την ένταξη των 10 νέων κρατών μελών στην ΕΕ που ακολουθεί, αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για την κατανόηση της σημερινής κατάστασης στην οποία περιήλθαμε, ενώ καταδεικνύει περίτρανα την έλλειψη πολιτικής ευαισθησίας και την μειωμένη διάθεση ανταπόκρισης των ευρωπαϊκών ηγεσιών στις ανάγκες και τα κελεύσματα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης.

1η Μαΐου 2004: Τα δέκα νέα Κράτη Μέλη προσχωρούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντιπρόσωποί τους συμμετέχουν στις διεργασίες της Συνέλευσης για την Συνταγματική Συνθήκη, ενώ καθένα διορίζει από έναν νέο επίτροπο. Πρόκειται για την μεγαλύτερη διεύρυνση σε αριθμό κρατών, πληθυσμού και γεωγραφικού μεγέθους που γνώρισε ποτέ η Ευρωπαϊκή Ένωση. Σημειωτέον ότι για την ένταξη των χωρών αυτών δεν προηγήθηκε σε καμιά χώρα δημοψήφισμα ή ανάλογη διαδικασία προσφυγής στην λαϊκή ετυμηγορία.

10-13 Ιουνίου 2004: Οι πολίτες των είκοσι-πέντε Κρατών Μελών της ΕΕ προσέρχονται στις κάλπες για να εκλέξουν τους αντιπροσώπους τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Θριαμβεύει η αποχή, καθώς σχεδόν ένας στους δύο ευρωπαίους αποφασίζει να μην συμμετάσχει στον κορυφαίο δημοκρατικό θεσμό της ΕΕ (το ποσοστό συμμετοχής ανήλθε σε 45,7%). Πρέπει να σημειωθεί ότι σε μόλις πέντε από τα δεκαπέντε παλαιά Κράτη Μέλη της ΕΕ το ποσοστό συμμετοχής ξεπέρασε το 50% (Βέλγιο 90,81, Λουξεμβούργο 89, Ιταλία 73,1, Ελλάδα 63,22, Ιρλανδία 58,5). Η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας, η ανεργία, ο προβληματισμός για την μετά την διεύρυνση περίοδο εξελίχθηκαν σε κεντρικά θέματα της πολιτικής αντιπαράθεσης στα διάφορα κράτη μέλη.

17-18 Ιουνίου 2004: Η Διακυβερνητική Σύνοδος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταλήγει σε συμφωνία για το τελικό κείμενο της Συνταγματικής Συνθήκης της Ευρώπης. «Θύματα» των διαπραγματεύσεων, η αναφορά στις χριστιανικές ρίζες του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, και η ρήση του Θουκυδίδη για τον ορισμό της δημοκρατίας.

6 Οκτωβρίου 2004: Δίνεται στην δημοσιότητα η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας. Όπως είναι αναμενόμενο, η αναφορά που συνέταξε η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης, υπό την πολιτική εποπτεία του Γερμανού Επιτρόπου κ. Verheugen, κρίνει ότι "η Τουρκία πληροί σε ικανοποιητικό βαθμό τα πολιτικά κριτήρια" και κατ ουσίαν γνωμοδοτεί υπέρ της έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων.

29 Οκτωβρίου 2004: Υπογράφεται στην Ρώμη η «Συνθήκη για την θέσπιση Συντάγματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης», από τους αρχηγούς των είκοσι πέντε Κρατών Μελών της ΕΕ, των υπό ένταξη και υποψηφίων προς ένταξη κρατών. Η τελετή υπογραφής σκιάζεται από την πρωτοφανή θεσμική κρίση που ανακύπτει μετά την απόσυρση της πρότασης Barroso για την σύνθεση της νέας Επιτροπής προ του κινδύνου να καταψηφιστεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για να τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη απαιτείται η επικύρωσή της και από τα 25 Κράτη Μέλη της ΕΕ, είτε δια της κοινοβουλευτικής οδού είτε δια δημοψηφίσματος.

22 Νοεμβρίου 2004: Η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαρτιζόμενη από 25 μέλη αναλαμβάνει τα νέα της καθήκοντα. Τρεις είναι οι κύριες ιδιαιτερότητες του νέου Κολεγίου των Επιτρόπων: ο ίδιος ο πρόεδρός της κ. Barroso, του οποίου η επιλογή υπήρξε προϊόν αλλεπάλληλων διαπραγματεύσεων και συμβιβασμών, προβλήθηκε περισσότερο ως λύση ανάγκης, ενώ δεν πέρασε στα «ψιλά» των δημοσιογραφικών σχολίων η πρωτοβουλία του, κατά την θητεία του στη θέση του Πρωθυπουργού της Πορτογαλίας, να φιλοξενήσει στις Αζόρες την διάσκεψη των συμμάχων και αρχηγών των κρατών της Μεγάλης Βρετανίας, της Ισπανίας και των ΗΠΑ τον Μάρτιο του 2003, λίγο πριν την έναρξη των επιθέσεων εναντίον του Ι

"ΠΑΝΑΓΙΟΝ" Αλφαβητικός πίνακας όλων των αγίων της Εκκλησίας*

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ
Λ Μ Ν Ξ, Ο Π Ρ Σ Τ, Υ Φ Χ, Ψ, Ω

*Για να μπορέσετε να δείτε τον Αλφαβητικό πίνακα όλων των αγίων της Εκκλησίας θα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το Acrobat Reader. Σε περίπτωση που δεν έχετε Acrobat Reader κατεβάστε το από εδώ

Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της ΕΕ

Κείμενο της Συνθήκης για τη θέσπιση του Συντάγματος της ΕΕ

 ConstitutionGR.pdf

Συνημμένα της Συνθήκης Πρωτόκολλα

 ProtocolsGR.pdf

Συνημμένες Δηλώσεις στο Σύνταγμα

 DeclarationsGR.pdf

Για να ανοίξετε τα αρχεία πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το πρόγραμμα Acrobat Reader

Διακηρύξεις

Δήλωση επ' ευκαιρία της 50ής επετείου της υπογραφής των Συνθηκών της Ρώμης (Βερολίνο, Μάρτιος 2007)

Επί αιώνες η Ευρώπη ήταν μια ιδέα, μια ελπίδα ειρήνης και αλληλοκατανόησης. Η ελπίδα αυτή εκπληρώθηκε. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση μας εξασφάλισε ειρήνη και ευημερία, δημιούργησε συνείδηση κοινότητας και βοήθησε να ξεπεραστούν οι αντιθέσεις. Κάθε κράτος μέλος προσέφερε τη συμβολή του στην ενοποίηση της Ευρώπης και στην εδραίωση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, χάρη δε στην αγάπη των λαών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης για την ελευθερία η αφύσικη διχοτόμηση της ηπείρου μας αποτελεί πια οριστικά παρελθόν. Με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αντλήσαμε τα διδάγματα από τις αιματηρές αντιπαραθέσεις του παρελθόντος και τη μαρτυρική μας ιστορία. Σήμερα ζούμε πια μαζί με τρόπο που ποτέ ως τώρα δεν ήταν δυνατός.

Οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουμε πια ενωθεί για το καλό όλων μας.

I. Στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης υλοποιούμε τα κοινά μας ιδανικά: στο επίκεντρο βρίσκεται για μας ο άνθρωπος, με την απαραβίαστη αξιοπρέπεια και τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματά του. Γυναίκες και άντρες έχουν ίσα δικαιώματα.

Επιδίωξή μας είναι η ειρήνη και η ελευθερία, η δημοκρατία και το κράτος δικαίου, ο αλληλοσεβασμός και το αίσθημα ευθύνης, η ευημερία και η ασφάλεια, η ανεκτικότητα και η συμμετοχή, η δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη.

Η συμβίωση και συνεργασία μας στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης γίνεται με μοναδικό τρόπο, ο οποίος εκφράζεται με τη δημοκρατική συνύπαρξη των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεμελιώνεται πάνω στην ισοτέλεια και την αλληλέγγυα συνύπαρξη. Μ αυτό τον τρόπο εξασφαλίζουμε τη δίκαιη εξισορρόπηση των συμφερόντων των διάφορων κρατών μελών.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση διασφαλίζουμε την ιδιαιτερότητα και τις πολυποίκιλες παραδόσεις των κρατών μελών της. Τα ανοιχτά σύνορα και η ζωντανή ποικιλία γλωσσών, πολιτισμών και περιοχών αποτελούν στοιχείο πλούτου. Υπάρχουν πολλοί στόχοι που δεν μπορούμε να τους επιτύχουμε καθένας μόνος του, παρά μόνο μαζί, γίνεται δε καταμερισμός καθηκόντων μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης, κρατών μελών, περιφερειών και δήμων/κοινοτήτων.

II. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μεγάλες προκλήσεις, που δεν σταματούν στα εθνικά σύνορα. Απάντησή μας σ αυτές είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Μόνο από κοινού μπορούμε να διαφυλάξουμε και στο μέλλον το ευρωπαϊκό μας κοινωνικό ιδεώδες προς όφελος όλων των πολιτών της Ένωσης. Το ευρωπαϊκό αυτό ιδεώδες συνδυάζει την οικονομική επιτυχία με την κοινωνική ευθύνη. Η Κοινή Αγορά και το ευρώ μας δίνουν δύναμη ώστε να μπορούμε να διαμορφώνουμε σύμφωνα με τις αξίες μας την ολοένα και πιο αλληλένδετη σε παγκόσμια κλίμακα οικονομία και τον διαρκώς εντεινόμενο ανταγωνισμό στις διεθνείς αγορές. Ο πλούτος της Ευρώπης έγκειται στις γνώσεις και τις ικανότητες των ανθρώπων της" εκεί βρίσκεται το κλειδί της οικονομικής αύξησης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής. Μαζί θα πολεμήσουμε την τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα και την παράνομη μετανάστευση, υπερασπιζόμενοι ταυτόχρονα την ελευθερία και τα δικαιώματα του πολίτη στον αγώνα εναντίον των πολεμίων τους. Στο ρατσισμό και την ξενοφοβία δεν πρέπει να ξαναδώσουμε ποτέ την ευκαιρία να ευδοκιμήσουν.

Επιδίωξη και δέσμευσή μας είναι να λύνονται ειρηνικά οι συγκρούσεις ανά τον κόσμο και να μην πέφτουν οι άνθρωποι θύματα πολέμου, τρομοκρατίας ή βίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιθυμεί να προωθήσει την ελευθερία και την ανάπτυξη ανά τον κόσμο. Θέλουμε να περιορίσουμε τη φτώχεια, την πείνα και τις αρρώστιες και σκοπεύουμε να συνεχίσουμε να διαδραματίζουμε ηγετικό ρόλο στην προσπάθεια αυτή.

Αλλά και στην ενεργειακή πολιτική και στον τομέα της προστασίας του κλίματος θέλουμε να προχωρήσουμε μαζί και να προσφέρουμε τη συμβολή μας ώστε να αποσοβηθεί η παγκόσμια απειλή της αλλαγής του κλίματος.

III. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει και στο μέλλον να αντλεί τη ζωτικότητά της από τον ανοιχτό της χαρακτήρα και από τη βούληση των μελών της να εδραιώνουν ταυτόχρονα και από κοινού την εσωτερική της ανάπτυξη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα εξακολουθήσει να προωθεί τη δημοκρατία, τη σταθερότητα και την ευημερία και πέραν των συνόρων της.

Με την ενοποίηση της Ευρώπης πραγματοποιήθηκε ένα όνειρο παλαιότερων γενεών. Η ιστορία μάς διδάσκει ότι το αγαθό αυτό πρέπει να το προασπίσουμε για τις επόμενες γενεές. Προς τούτο πρέπει να εκσυγχρονίζουμε ανάλογα με τις απαιτήσεις των καιρών το πολιτικό σχήμα της Ευρώπης. Γι αυτό το λόγο είμαστε όλοι μαζί σήμερα, 50 χρόνια μετά την υπογραφή των Συνθηκών της Ρώμης, ενωμένοι στο στόχο μας να εφοδιάσουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέχρι το 2009 που θα γίνουν οι επόμενες εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με ένα ανανεωμένο κοινό θεμέλιο.

Γιατί το ξέρουμε καλά: η Ευρώπη είναι το κοινό μας μέλλον.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Ευρώπη και Ορθοδοξία