Διεύρυνση ΕΕ

Ευρωπαϊκή ένωση και Τουρκία τις παραμονές της κρίσιμης διακυβερνητικής διάσκςψης 16 και 17 Δεκεμβρίου 2004

Στις 26 Οκτωβρίου ο κ. Ερντογάν βρέθηκε στο Βερολίνο, για να υπογράψει ένα μεγάλο συμβόλαιο αξίας 2,2 δισεκατομμυρίων ευρώ για την αγορά 36 αεροσκαφών από την ευρωπαϊκή κατασκευάστρια Airbus, για λογαριασμό των κρατικών Τουρκικών Αερογραμμών. Την ίδια ημέρα, τόσο ο οικοδεσπότης της συνάντησης κ. Σρέντερ όσο και ο Γάλλος Πρόεδρος κ. Σιράκ σε δηλώσεις τους μετά το τέλος των συνομιλιών, εξέφρασαν την υποστήριξή τους στην Τουρκική υποψηφιότητα για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο κ. Σιράκ μάλιστα δήλωσε ότι είναι "ισχυρή θέλησή" του να δει την Άγκυρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, μια μέρα αργότερα ενώπιον του Υπουργικού του Συμβουλίου επεσήμαινε με νόημα ότι τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία δεν θα πρέπει να θεωρούνται "εκ των προτέρων δεδομένα".

Στις 16 και 17 Δεκεμβρίου 2004 οι αρχηγοί των κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρόκειται να δώσουν μια καθοριστική απάντηση στο ερώτημα της έναρξης ή μη επισήμων ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Όλα τα προγνωστικά φέρνουν τους Ευρωπαίους ηγέτες να δίνουν το "πράσινο φως" για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, καθορίζοντας ως σημείο έναρξής τους το δεύτερο μισό του 2005. Στην απόφασή τους αυτή θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους την θετική εισήγηση που έδωσε στις αρχές Οκτωβρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνοντας στην δημοσιότητα την Έκθεσή της για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, η αναφορά που συνέταξε η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης, υπό την πολιτική εποπτεία του Γερμανού Επιτρόπου κ. Φερχόιγκεν, για λογαριασμό της Επιτροπής, έκρινε ότι "η Τουρκία πληροί σε ικανοποιητικό βαθμό τα πολιτικά κριτήρια" και κατ' ουσίαν γνωμοδότησε υπέρ της έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.

Τα συμπεράσματα της Έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πρόοδο της Τουρκίας

Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έπειτα από την έρευνα που διεξήγαγε για την πρόοδο της Τουρκίας για την ικανοποίηση των πολιτικών και οικονομικών κριτηρίων ένταξης, μετά την απόφαση που ελήφθη από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι το 1999, μπορούν να συνοψισθούν στα παρακάτω επτά σημεία:

  1. Η Τουρκία παρουσιάζει ουσιαστική πρόοδο στην διαδικασία της πολιτικής της μεταρρύθμισης, μέσω μεγάλων συνταγματικών και νομοθετικών αλλαγών, που έχουν υιοθετηθεί τα τελευταία χρόνια.
  2. Η Τουρκία καταβάλλει σοβαρές προσπάθειες, για να εξασφαλίσει την σωστή εφαρμογή των παραπάνω μεταρρυθμίσεων. Παρόλα αυτά, η νομοθεσία και η εφαρμογή των νόμων πρέπει να εδραιωθούν περαιτέρω και να διευρυνθούν.
  3. Η μη ανατροπή των μεταρρυθμίσεων και η εφαρμογή τους, ειδικά όσων αφορούν στις θεμελιώδεις ελευθερίες, θα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε βάθος χρόνου.
  4. Η Επιτροπή, σε συνάρτηση με τα όσα ορίζονται από την Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Σύνταγμα της Ευρώπης, θα προτείνει την αναστολή των διαπραγματεύσεων σε περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης των αρχών της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κανόνα δικαίου, στα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση εδράζεται.
  5. Θα απαιτηθεί μακρά περίοδος προσαρμογής της Τουρκίας στο Κοινοτικό κεκτημένο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στις διαρθρωτικές πολιτικές και στην αγροτική πολιτική, μπορεί να απαιτηθούν συγκεκριμένες συμφωνίες, ενώ στην περίπτωση της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων, μόνιμες αποκλίσεις μπορούν να αποφασιστούν.
  6. Η κοινωνία των πολιτών θα πρέπει να διαδραματίσει τον πιο σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια ενδυνάμωσης του πολιτικού και πολιτιστικού διαλόγου, που θα φέρει κοντά τους λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Τουρκία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να διευκολύνει τον διάλογο αυτό, ενώ η Επιτροπή θα παρουσιάσει προτάσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα τον υποστηρίξει.
  7. Οι διαπραγματεύσεις με την Τουρκία είναι μια διαδικασία με ακαθόριστη κατάληξη και το αποτέλεσμά της δεν μπορεί να το εγγυηθεί κανείς εκ των προτέρων.

Οι πολιτικές διαστάσεις των διαπραγματεύσεων

Η στάση των κρατών μελών απέναντι στην Τουρκία

Παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζει η Επιτροπή για τις χώρες που ζητούν να ενταχθούν στην Ε.Ε., η Τουρκία σημειώνει πρόοδο, στο εσωτερικό πολλών κρατών μελών οι πολίτες δείχνουν να μην πείθονται και από πολλές πλευρές διατυπώνονται έντονες επιφυλάξεις για τις επιπτώσεις και αλλοιώσεις που θα φέρει μια πιθανή ένταξη της γείτονος σε μας χώρας.

Στην Αυστρία ο καγκελάριος κ. Σιούσελ, έχοντας υπόψη του πρόσφατες δημοσκοπήσεις, που φέρουν το 75% των Αυστριακών να είναι αντίθετο προς την ένταξη της Τουρκίας, θα ταχθεί υπέρ της έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων, "χωρίς υποχρεωτικά να έχουν αποκλειστικό στόχο την πλήρη ένταξη της Τουρκίας". Οι σοσιαλδημοκράτες και το Ακροδεξιό κόμμα βρίσκονται στον αντίποδα, ασκώντας στον Αυστριακό Καγκελάριο έντονες πιέσεις να τηρήσει μια ξεκάθαρη αρνητική στάση. Ο συμπατριώτης του πρώην Επίτροπος, αρμόδιος για θέματα Γεωργίας, κ. Φίσλερ, σε δηλώσεις του τόνισε ότι το κόστος ένταξης της Τουρκίας, μόνο για τον τομέα της εποπτείας του, θα στοιχίσει όσο και η ένταξη των δέκα νέων χωρών.

Ο πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου κ. Γιούνκερ ακολουθώντας την ίδια γραμμή, τονίζει την προοπτική παύσης των διαπραγματεύσεων σε περίπτωση που κριθεί ότι αυτές δεν ικανοποιούν τα κριτήρια, που ως δικλείδες ασφαλείας έχουν τεθεί και από τα δύο μέρη. Με σκεπτικισμό αντιμετωπίζουν το θέμα οι κυβερνήσεις της Πολωνίας και της Ουγγαρίας θεωρώντας ότι ενδεχόμενη ένταξη της Τουρκίας θα απορροφήσει τα κονδύλια που προορίζονται γι αυτές. Επιφυλακτική είναι και η κοινή γνώμη στην Δανία, ενώ στην Ολλανδία η κυβέρνηση εμφανίζεται διχασμένη καθώς, σε επιστολή τους προς το ολλανδικό Κοινοβούλιο ο υπουργός Εξωτερικών κ. Μποτ και ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων κ. Νικολάι αναφέρουν ότι "η κυβέρνηση είναι καταρχήν της γνώμης, ευθυγραμμιζόμενη με την σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μπορεί να λάβει μια θετική απόφαση", την ίδια στιγμή που ο Επίτροπός της κ. Μπολκενστάιν έχει κάνει λόγο για κίνδυνο "κατάρρευσης της Ευρώπης" σε περίπτωση εισόδου της Τουρκίας σ αυτή. Επιφυλάξεις για το κατά πόσον η Τουρκία πληροί τα πολιτικά κριτήρια για την έναρξη των διαπραγματεύσεων έχουν εκφραστεί από την Σλοβενία και την Τσεχία, ωστόσο το κοινοβούλιο της τελευταίας έλαβε την απόφαση να στηρίξει την έναρξή τους.

Σε άλλο άρθρο[i] (20/07/2004) έχουμε ήδη εξηγήσει τις εσωτερικές διεργασίες στην Γαλλία, καθώς και την διγλωσσία που διακρίνει τον Πρόεδρο της Γαλλίας κ. Σιράκ, όταν κάνει δηλώσεις επί του θέματος εντός και εκτός των ορίων του κράτους του. Ο πρωθυπουργός του γαλλικού κράτους κ. Ραφαρέν και ο φερόμενος ως μελλοντικός υποψήφιος για τον προεδρικό θώκο κ. Σαρκοζύ (νυν Υπουργός Οικονομικών) έχουν εκφράσει δημοσίως τις επιφυλάξεις τους για την σκοπιμότητα της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. Δεν μπορούν να παραβλέψουν το γεγονός ότι σε πρόσφατη δημοσκόπηση 64% των ερωτηθέντων Γάλλων πολιτών απάντησαν ότι αντιτίθενται στην ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. Επιπλέον, 250 μέλη του Κοινοβουλίου της Γαλλίας, σε μια συμβολική ψηφοφορία, ψήφισαν στις 17 Νοεμβρίου κατά της άμεσης έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων « καθώς η γενοκτονία των Αρμενίων δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί από την Τουρκία». Δημοσιεύματα του ευρωπαϊκού τύπου φέρουν πάντως τον Γάλλο πρόεδρο να ζητά στην Διάσκεψη του Δεκεμβρίου ρητή αναφορά της προοπτικής μιας εναλλακτικής κατάληξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων από εκείνη της πλήρους ένταξης και την μετάθεση του χρόνου έναρξής τους, στις αρχές του 2006.

Από την αντίπερα όχθη, στην Γερμανία, η Χριστιανοδημοκρατική αντιπολίτευση προτείνει το καθεστώς των ειδικών σχέσεων με την Τουρκία, την ώρα που ο Καγκελάριος της χώρας κ. Σρέντερ ανήκει στην μερίδα των πιο ένθερμων υποστηρικτών της ενταξιακής προοπτικής της Τουρκίας, γεγονός που αποτυπώνεται και στην πολιτική που ακολουθεί ο Επίτροπος της Γερμανίας στην Ε.Ε. κ. Φερχόιγκεν.

Η Ιταλία, η Ισπανία, η Μεγάλη Βρετανία, η Σουηδία, η Φιλανδία, η Σλοβακία, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία έχουν δημιουργήσει ένα πυρήνα κρατών, που επιδιώκουν ανεπιφύλακτα την ένταξη της Τουρκίας, χωρίς πάντως να λείπουν οι εσωτερικές αντιδράσεις και πιέσεις από πολιτικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, στην Ιταλία, η Λίγκα του Βορρά, κόμμα το οποίο είναι μέλος του κυβερνητικού σχηματισμού που προεδρεύει ο κ. Μπερλουσκόνι, προγραμματίζει για την 19 Δεκεμβρίου διαδήλωση στο κέντρο του Μιλάνο, προκείμενου «ο λαός να έχει την δυνατότητα να εκφραστεί», σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Ανασυγκρότησης Ρομπέρτο Καρντερόλι. Ο ίδιος συνέχισε λέγοντας ότι «για τον παραπάνω λόγο έχουμε αποφασίσει να κατέβουμε στους δρόμους για να δημιουργήσουμε ένα ισχυρό όχι κατά της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρώπη και να επιβεβαιώσουμε την σημασία των χριστιανικών ριζών της Ευρώπης».

Αδιευκρίνιστη παραμένει η στάση του Βελγίου, της Λιθουανίας, της Λετονίας, της Εσθονίας και της Μάλτας, ωστόσο θα πρέπει να θεωρείται προκαταβολικά βέβαιη η στήριξη του τουρκικού αιτήματος εκ μέρους τους.

Η στάση της Ελλάδας και της Κύπρου

Η πάγια ελληνική θέση των τελευταίων ετών για την στήριξη της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. φαίνεται να τίθεται πλέον σε δοκιμασία μετά τις συνεχιζόμενες και αυξανόμενες προκλήσεις των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στο Αιγαίο και στον εναέριο χώρο. Μετά την ανακοίνωση της έκθεσης της Επιτροπής, οι παραβιάσεις του εναερίου χώρου της Ελλάδας αυξήθηκαν κατακόρυφα με αποτέλεσμα δημοσιογραφικοί κύκλοι στην Ελλάδα να φέρουν την κυβέρνηση να αντιμετωπίζει σοβαρά το ενδεχόμενο αλλαγής του αμυντικού δόγματος απέναντι στην Τουρκία. Επιπλέον σύμφωνα με δηλώσεις Ελλήνων διπλωματών και παραγόντων του Υπουργείου Εξωτερικών η χρήση του βέτο στην Διάσκεψη Κορυφής της 16ης-17ης Δεκεμβρίου δεν θα πρέπει να θεωρηθεί απίθανη, αν συνεχιστεί η ίδια στάση από τουρκικής πλευράς.

Αναλυτές κάνουν λόγο για προσπάθεια του στρατιωτικού κατεστημένου της Τουρκίας να δηλώσει παρόν στις εξελίξεις, ώστε να δώσει και μέσω της κλιμάκωσης της έντασης στο Αιγαίο μήνυμα παρουσίας στην κυβέρνηση του κ. Ερντογάν. Η έκθεση της Επιτροπής κάνει σαφή αναφορά στις σχέσεις πολιτείας-στρατού και τονίζει ότι οι προσπάθειες για την θεσμική ισχυροποίηση του κράτους δικαίου πρέπει να συνεχισθούν απρόσκοπτα. Η διαμάχη μεταξύ της κυβέρνησης του κ. Ερντογάν και των γνωστών παράκεντρων της τουρκικής πολιτικής ζωής είναι εμφανές ότι μεταφέρεται πλέον στην σκακιέρα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, θέτοντας σε κίνδυνο τις κινήσεις καλής θέλησης και της πολιτικής προσέγγισης και φιλίας μεταξύ των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Για την Κύπρο όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά. Ωστόσο η στάση της Τουρκίας παραμένει αδιάλλακτη απέναντι στην μόνη αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κύπρου και αναγκάζει τον κ. Τάσσο Παπαδόπουλο να κρατά όλα τα διαπραγματευτικά χαρτιά του κλειστά. Να υπενθυμίσουμε δύο γεγονότα-αποδείξεις του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται η Τουρκία την πιθανή μελλοντική συνύπαρξή της με την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρώτον, την ματαίωση της προγραμματισμένης συνάντησης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης που θα διοργανωνόταν στην Κωνσταντινούπολη στις 4 και 5 Οκτωβρίου 2004 από την Τουρκία, λόγω της επιμονής της τελευταίας να συμμετάσχει η τουρκοκυπριακή κοινότητα σ αυτή ως παρατηρητής με τον τίτλο "Τουρκικό Κράτος Κύπρου", κάτι που δεν έγινε δεκτό από την Ολλανδική προεδρία. Η τουρκική κυβέρνηση είχε μάλιστα προκαλέσει και νωρίτερα πρόβλημα καθιστώντας σαφή την πρόθεσή της να στείλει προσκλήσεις σε όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. εκτός από την Κύπρο. Το πρόβλημα αυτό ξεπεράστηκε τελικώς μετά την πρόταση της Ολλανδικής προεδρίας να προσκληθούν όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. διαμέσου της Προεδρίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην προηγούμενη ανάλογη συνάντηση το 2002 η τουρκοκυπριακή κοινότητα είχε παραστεί με το όνομα "Τουρκική Μουσουλμανική Κοινότητα της Κύπρου".

Το δεύτερο και πιο ουσιαστικό ζήτημα είναι εκείνο της αναγνώρισης της Κύπρου από την τουρκική κυβέρνηση. Η Τουρκία συνεχίζει να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, την ίδια στιγμή που διατηρεί σχέσεις με το λεγόμενο "Τουρκικό Κράτος της Κύπρου". Οι δύο πάγιες αυτές θέσεις της τουρκικής διπλωματίας αναγκάζουν την κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου να μην αρνείται πιθανή χρήση του δικαιώματος βέτο, μολονότι επισήμως δηλώνεται ότι "η Κύπρος δεν θα σταθεί εμπόδιο στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Ε.Ε. με την Τουρκία". Η έκθεση της Επιτροπής, παρά την αναφορά της στις τουρκικές ενέργειες για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, δεν θέτει ως προϋπόθεση για την εκκίνηση ενταξιακών διαπραγματεύσεων την προηγούμενη αναγνώριση της Κύπρου από την Τουρκία, κάτι που είχε ζητηθεί από τους εκπροσώπους της Κύπρου στην Ε.Ε.. Υφίσταται λοιπόν το ενδεχόμενο η Τουρκία να λάβει την πολυπόθητη ημερομηνία από τους ηγέτες των κρατών μελών της Ε.Ε., χωρίς να έχει αναγνωρίσει όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε.!!! Είναι ενδιαφέρον να δούμε αν θα αποδώσουν οι πιέσεις που ασκούνται στην Άγκυρα, για να διευθετηθεί το θέμα αυτό πριν από τις 17 Δεκεμβρίου.

Οι θρησκευτικές διαστάσεις των διαπραγματεύσεων

Η ετήσια, για το 2004, έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ενταξιακή πρόοδο της Τουρκίας αναφέρει με σαφήνεια ότι στην Τουρκία "οι μη μουσουλμανικές θρησκευτικές κοινότητες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα"[ii]. Τονίζεται ότι αυτές οι κοινότητες, μεταξύ των οποίων και Καθολικές και Προτεσταντικές, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, αντιμετωπίζουν περιορισμούς στα περιουσιακά τους δικαιώματα, αναγκάζονται να δεχθούν ανάμειξη στην διοίκηση των ιδρυμάτων τους και δεν τους επιτρέπεται να εκπαιδεύουν κληρικούς. Πιο συγκεκριμένα:

  1. Οι τουρκικές αρχές έχουν κινήσει νομικές διαδικασίες, προκειμένου να δημεύσουν την περιουσία Ελληνορθόδοξου ορφανοτροφείου (βακούφι) στην Πρίγκηπο.
  2. Η πρόταση που εκκρεμεί εδώ και καιρό εκ μέρους της Προτεσταντικής εκκλησίας στο Ντιγιαρμπακίρ, να καταχωρισθεί ως λατρευτικός χώρος, απορρίφθηκε τον Μάιο του 2004.
  3. Ο Ελληνορθόδοξος Ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου του Πέραν, που επηρεάσθηκε από την επίθεση με βόμβα κατά της Βρετανικής Πρεσβείας τον Νοέμβριο του 2003, δεν έχει ακόμη λάβει από τις αρχές άδεια για τις απαραίτητες επιδιορθώσεις.
  4. Η σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή από το 1971, ενώ εθνικά κριτήρια εμποδίζουν μη Τούρκους κληρικούς να εργασθούν σε συγκεκριμένες Εκκλησίες.
  5. Η δημόσια χρήση του τίτλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Τουρκία βρίσκεται ακόμη σε απαγόρευση, ενώ η εκλογή των ηγετών ορισμένων θρησκευτικών μειονοτικών Εκκλησιών υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς.
  6. Μη Τούρκοι κληρικοί συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην απόκτηση και ανανέωση της άδειας εισόδου, παραμονής και εργασίας.
  7. Οι κληρικοί και απόφοιτοι θεολογικών σχολών συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών σε υπάρχοντα σχολεία μειονοτικών πληθυσμών.
  8. Οι Χριστιανοί σε ορισμένες περιπτώσεις υπόκεινται σε αστυνομική επιτήρηση στην Τουρκία, όπως αποδείχθηκε για παράδειγμα με την παρουσία αστυνομικών κατά την διάρκεια Προτεσταντικής λειτουργίας, οι οποίοι ζητούσαν να ελέγξουν τις θρησκευτικές ταυτότητες των παρευρισκομένων.
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Ευρώπη και Ορθοδοξία Ευρώπη Διεύρυνση ΕΕ