Περιβαλλοντικά Θέματα

Περιβαλλοντικά θέματα

Ευρωπαϊκή περιβαλλοντική πολιτική

Στις 16 Φεβρουαρίου, οκτώ χρόνια μετά την σύνταξή της, η πιο σημαντική διεθνής συμφωνία για την προστασία του περιβάλλοντος τέθηκε σε ισχύ. Πρόκειται για το Πρωτόκολλο του Κυότο, όπως ονομάζεται η συμφωνία που υπογράφηκε το 1997 από πολλά ανεπτυγμένα κράτη όλης της υφηλίου, προκειμένου να μειώσουν την εκπομπή αερίων ρύπων και να επαναφέρουν τα επίπεδα των εκπομπών αερίων ρύπων, που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, στην προ του 1990 κατάσταση.

Η εφαρμογή του Πρωτοκόλλου του Κυότο, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μαζί με μια άλλη σειρά πολιτικών στον τομέα του περιβάλλοντος, αποτελούν το αντικείμενο του χαρτοφυλακίου που ανέλαβε τον περασμένο Νοέμβριο ο Έλληνας Επίτροπος κ. Σταύρος Δήμας. Η προστασία του περιβάλλοντος βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των προτεραιοτήτων της Επιτροπής Μπαρόσο, παρά τις όποιες υπόνοιες περί του αντιθέτου μπορεί να προξένησε, αρχικά, η τοποθέτηση στον τομέα αυτό του Επιτρόπου της Ελλάδας, της χώρας με τις περισσές διαπιστωμένες παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου για το περιβάλλον.

Σε κάθε περίπτωση η εφαρμογή πολιτικών για την προστασία του περιβάλλοντος, σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, δεν αποτελούν πλέον θέμα επιλογής, αλλά «αναγκαιότητας», όπως δήλωσε πρόσφατα ο κ. Δήμας, παρουσιάζοντας τις Προτάσεις Στρατηγικής Αντιμετώπισης των κλιματικών αλλαγών μετά το 2012 (οπότε ολοκληρώνεται η πρώτη φάση εφαρμογής του Πρωτοκόλλου του Κυότο). Η δήλωση αυτή είναι χαρακτηριστική της αγωνίας που διακατέχει τους ευαισθητοποιημένους παγκοσμίως παράγοντες για το απαισιόδοξο μέλλον που προδιαγράφεται αναφορικά με την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και το οριακό, από πλευράς υποβάθμισης των περιβαλλοντικών δεικτών, σημείο ανάληψης συντονισμένης και αποτελεσματικής δράσης για την αντιμετώπιση των αμέτρητων βλαβών που προκαλεί στο περιβάλλον καθημερινά η αλόγιστη ανθρώπινη δραστηριότητα.

Το λιώσιμο των πάγων, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, ο αφανισμός ζωικών πληθυσμών, η αποτέφρωση τεραστίων δασικών εκτάσεων, η διαχείριση των αποβλήτων είναι μερικά μόνο από τα ζητήματα που βρίσκονται αυτό τον καιρό στο τραπέζι του διαλόγου μεταξύ των αρμόδιων φορέων.

Στο άρθρο που ακολουθεί, θα γίνει μια προσπάθεια να παρατεθούν τα θέματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της ατζέντας της περιβαλλοντικής πολιτικής σε παγκόσμιο, ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο.

Ιστορικό

Η πολιτική για την προστασία του περιβάλλοντος τέθηκε για πρώτη φορά στην ατζέντα της Ευρώπης στις αρχές της δεκαετίας του 70. Η Αναφορά της Ομάδας της Ρώμης επεσήμανε στους ηγέτες της Ευρώπης τα προβλήματα της εξάντλησης των φυσικών πόρων και της ταχείας υποβάθμισης της ποιότητας του αέρα, των υδάτινων πόρων και του εδάφους.

Η αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών θεμάτων απαιτούσε, κατά τους συντάκτες της αναφοράς, λόγω της διασυνοριακής φύσης τους, συνεργασία σε διακρατικό επίπεδο.

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το 1972 να καθιερώσει ειδική κοινοτική περιβαλλοντική δράση, σήμανε την έναρξη της ενεργούς δραστηριοποίησης της Ευρώπης στον τομέα του περιβάλλοντος. Τα Περιβαλλοντικά Πλάνα Δράσης, ένας συνδυασμός μεσοπρόθεσμων πολιτικών προγραμμάτων και στρατηγικών πολιτικών σχεδιασμών, αποτέλεσαν την ουσιαστική έναρξη της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής. Το πρώτο (1973-1977) και το δεύτερο (1977-1981) ΠΠΔ έδιναν έμφαση στην προστασία των υδάτινων πόρων και του αέρα, εφαρμόζοντας μια τομεακή προσέγγιση αντιμετώπισης της μόλυνσης του περιβάλλοντος. Το 1981, δημιουργήθηκε η Γενική Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τα επόμενα ΠΠΔ συνδέθηκαν κυρίως με την στρατηγική της ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς. Το 1987, η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη δημιούργησε ειδική νομική βάση προστασίας του περιβάλλοντος στην Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Την δεκαετία του 90, η εμφάνιση νέων παγκοσμίων περιβαλλοντικών απειλών (π.χ. κλιματικές αλλαγές), καθώς και τα αποτελέσματα της συνδιάσκεψη του Ρίο ντε Τζανέϊρο το 1992, έφεραν στο προσκήνιο το αίτημα για την ανάληψη ηγετικής πρωτοβουλίας στον τομέα του περιβάλλοντος. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιέρωσε την λήψη αποφάσεων για θέματα περιβάλλοντος με την διαδικασία της ειδικής πλειοψηφίας, ενώ ενίσχυσε τον ρόλο του Κοινοβουλίου στην διαδικασία σχεδιασμού περιβαλλοντικής πολιτικής. Τέλος, η Συνθήκη του Άμστερνταμ εισήγαγε την έννοια της αειφόρου ανάπτυξης στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής.

Κύριες ευρωπαϊκές πολιτικές

Συνοπτικά, οι κύριοι τομείς οικονομικής, πολιτικής και νομοθετικής παρέμβασης εκ μέρους της Επιτροπής είναι οι ακόλουθοι: η μόλυνση του αέρα, το μέλλον της βιοτεχνολογίας (Γενετικώς Τροποποιημένοι Οργανισμοί), η χρήση των χημικών ουσιών, η προστασία των πολιτών από περιβαλλοντικούς κινδύνους, η αλλαγή του κλίματος, η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η προστασία των υδάτινων πόρων, η αειφόρος ανάπτυξη και η επεξεργασία και ανακύκλωση των απορριμμάτων.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι άστοχο, να ιεραρχήσει κανείς, από πλευράς προτεραιότητας, τις διάφορες περιβαλλοντικές στρατηγικές της Γενικής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος. Ωστόσο, όπως έχει διαφανεί και από τα πρώτα βήματα της θητείας του Επιτρόπου για το Περιβάλλον κ. Στ. Δήμα, στην πρώτη γραμμή της πολιτικής του ατζέντας βρίσκεται η στρατηγική για την αντιμετώπιση του φαινομένου της αλλαγής του κλίματος και το νέο πλαίσιο για την χρήση χημικών ουσιών, ενώ οι θεματικές των γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών και της αειφόρου ανάπτυξης αποτελούν τομείς οριζόντιας ευρωπαϊκής αντιμετώπισης, τους οποίους η Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη έμφαση[1].

Η αλλαγή του κλίματος

Η αλλαγή του κλίματος αποτελεί μια από τις πιο άμεσες και καταστροφικές απειλές που αντιμετωπίζει ο πλανήτης μας σήμερα. Έχει υπολογιστεί ότι κατά την διάρκεια του 20ού αιώνα η μέση παγκόσμια θερμοκρασία αυξήθηκε κατά 0,6 βαθμούς Κελσίου. Διαρκώς έρχονται στην επιφάνεια επιστημονικά στοιχεία, που επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό ότι η αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας, που παρατηρείται τα τελευταία πενήντα χρόνια, οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Μελέτες προδικάζουν την περαιτέρω αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας από 1,4 έως 5,9 βαθμούς Κελσίου μέχρι το τέλος του 21ου αιώνα, γεγονός που συνεπάγεται σοβαρότατες επιπτώσεις για το μέλλον της ανθρωπότητας και των άλλων μορφών ζωής. Μια από τις επιπτώσεις του φαινομένου αυτού, για παράδειγμα, θα είναι και η αύξηση σε παγκόσμιο επίπεδο της στάθμης των θαλασσών από 9 έως 88 εκατοστά κατά τα επόμενα 90 χρόνια, προοπτική που από την μια πλευρά θα θέσει σε κίνδυνο παράκτιες περιοχές και μικρά νησιά, ενώ από την άλλη θα προκαλέσει συχνότερα και καταστροφικότερα ακραία καιρικά φαινόμενα. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες, που συμβάλλουν στην αλλαγή του κλίματος, συνίστανται κυρίως στην καύση ορυκτών καυσίμων και στην αποτέφρωση δασικών εκτάσεων, που προκαλούν την απελευθέρωση διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, του αερίου δηλαδή που συντελεί σε μεγάλο βαθμό στην δημιουργία του «φαινομένου του θερμοκηπίου».

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των παγκόσμιων προσπαθειών για την αντιμετώπιση του προβλήματος της αλλαγής του κλίματος και έχει διαδραματίσει καίριο ρόλο στην σύνταξη και προώθηση των δυο σημαντικότερων σχετικών διεθνών συνθηκών, την Συμφωνία Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος και το συνακόλουθο Πρωτόκολλο του Κυότο.

Το Πρωτόκολλο του Κυότο

Σύμφωνα με την Συμφωνία Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος, την οποία υπέγραψαν 186 κράτη συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής οι προηγμένες βιομηχανικά χώρες όφειλαν μέχρι το 2000 να σταθεροποιήσουν τις εκπομπές των ρυπογόνων αερίων τους στα επίπεδα του 1990. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πέτυχε να εκπληρώσει αυτόν τον στόχο. Το Πρωτόκολλο του Κυότο, που υπεγράφη στις 11 Δεκεμβρίου 1997 στην ομώνυμη ιαπωνική πόλη, πηγαίνει ένα βήμα πιο μακριά, απαιτώντας από τις ίδιες χώρες να μειώσουν τις εκπομπές αερίων ρύπων κατά 5% σχετικά με τα επίπεδα του 1990, κατά το χρονικό διάστημα 2008 2012. Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέλαβαν την υποχρέωση, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Κυότο, να μειώσουν τις εκπομπές των ρυπογόνων αερίων τους κατά 8%.

Η εφαρμογή του Πρωτοκόλλου του Κυότο παρέμενε αδρανής, καθώς για να τεθεί σε ισχύ έπρεπε να υπογραφεί και να επικυρωθεί από 55 κράτη, τα οποία, στο σύνολό τους, να είναι υπεύθυνα για το 55% των συνολικών παγκοσμίως εκπομπών. Ωστόσο μετά την 2 Φεβρουαρίου 2005, και καθώς 141 κράτη είχαν επικυρώσει το Πρωτόκολλο, αριθμός που αντιπροσωπεύει το αντίστοιχο 61% της συνολικής παγκόσμιας εκπομπής ρυπογόνων αερίων[2], το σχετικό κείμενο τίθεται αυτοδικαίως σε ισχύ. Η πανηγυρική έναρξη της ισχύος του καθορίστηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2005.

Μεταξύ των κρατών που επικύρωσαν τελικά το Πρωτόκολλο είναι η Ρωσία, η Ιαπωνία και ο Καναδάς. Εξαίρεση αποτελούν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, οι οποίες, παρά το γεγονός ότι ευθύνονται για το 25% των εκπεμπομένων παγκοσμίως ρυπογόνων αερίων (ενώ ο πληθυσμός τους αντιπροσωπεύει μόλις το 3% του συνολικού πληθυσμού της υφηλίου), αρνούνται να επικυρώσουν το Πρωτόκολλο του Κυότο (το οποίο είχε αρχικά προσυπογράψει στις 12/11/1998 ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον). Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Πρωτοκόλλου, οι ΗΠΑ οφείλουν ως το 2010 να έχουν μειώσει τις εκπομπές των ρυπογόνων αερίων τους κατά 7% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990. Το Μάρτιο του 2001 ο νυν Πρόεδρος της Αμερικής Τζωρτζ Μπους ανακοίνωσε την παραπάνω απόφαση της κυβέρνησής του προβάλλοντας μεταξύ άλλων τον ισχυρισμό ότι από το Πρωτόκολλο αυτό δεν δεσμεύονται αναπτυσσόμενα κράτη, όπως η Ινδία και η Κίνα, των οποίων οι εκπομπές συμβάλλουν στην διαιώνιση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Επιπλέον ο κ. Μπους ισχυρίστηκε ότι το κόστος συμμόρφωσης στις υποχρεώσεις του Πρωτοκόλλου είναι δυσανάλογα μεγάλο για τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Μετά το 2012

Καθώς το Πρωτόκολλο του Κυότο αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό βήμα, για να αντιμετωπιστούν οι καταστροφικές συνέπειες του φαινομένου του θερμοκηπίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη πάρει την πρωτοβουλία να καλέσει στο τραπέζι του διαλόγου όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να σχεδιαστεί η ευρωπαϊκή στρατηγική αντιμετώπισης για την μετά το 2012 περίοδο.

Μέσα στους στόχους της Επιτροπής για την μετά-Κυότο περίοδο είναι η προσπάθεια ευρύτερης συνεργασίας και συμμετοχής στην προσπάθεια μείωσης των εκπομπών αερίων ρύπων, η συμπερίληψη νέων παραγόντων και τομέων που συμβάλλουν στην εξάπλωση του φαινομένου του θερμοκηπίου, η ενίσχυση καινοτόμων τεχνολογιών μακρόπνοης διάρκειας καθώς και η συνέχιση της χρήσης ευπροσάρμοστων οικονομικού χαρακτήρα μεθόδων για την μείωση των εκπομπών σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο[3].

Φυσικά όλοι ελπίζουν να δουν τις ΗΠΑ να κάθονται στο τραπέζι του διαλόγου και να δεσμεύονται με την σειρά τους για την εφαρμογή πολιτικών φιλικών προς το περιβάλλον. Ωστόσο η σημερινή ανυποχώρητη στάση της αμερικανικής κυβέρνησης δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ευοίωνες εξελίξεις στο προσεχές μέλλον.

Η χρήση των χημικών ουσιών

Η παραγωγή, χρήση και διάθεση των χημικών και των προϊόντων που περιέχουν επικίνδυνες ουσίες έχουν συνδεθεί με ένα ευρύ φάσμα περιβαλλοντικών και υγειονομικών προβλημάτων. Για παράδειγμα, οι ανωμαλίες που παρουσιάζονται στην αναπαραγωγική διαδικασία των πουλιών και των ζώων έχει συνδεθεί με την έκθεση σε επικίνδυνες χημικές ουσίες, ενώ επιστημονικές μελέτες έχουν συνδέσει τα χημικά με έναν αριθμό βαρύτατων επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία, με πιο χαρακτηριστικές εκείνες των καρκινογενέσεων.

Προς το παρόν δεν υφίσταται σαφής επιστημονική γνώση για τις επιβλαβείς συνέπειες των περισσοτέρων από τις 100.000 χημικές ουσίες που υπάρχουν. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι ουσίες αυτές εισήλθαν στις αγορές πριν το 1981. Το υφιστάμενο νομοθετικό σύστημα κάνει διάκριση μεταξύ «υπαρχουσών» και «νέων» χημικών ουσιών, ανάλογα με το αν κυκλοφόρησαν πριν ή μετά το 1981. Για τις νέες χημικές ουσίες έχει τεθεί σε εφαρμογή ένα αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο, γεγονός που εξηγεί και τις μόλις 3.000 «νέες» χημικές ουσίες που κυκλοφόρησαν στην αγορά μετά το 1981.

Αντίθετα, ο αριθμός των «υπαρχουσών» χημικών ουσιών πριν το 1981 ήταν 100.106. Εναπόκειτο στις εθνικές δημόσιες αρχές να καθορίσουν αν κάποια από αυτές έπρεπε να υποβληθεί σε εξέταση. Οι διαδικασίες ήταν χρονοβόρες και δυσκίνητες με αποτέλεσμα ως τα τέλη του 2003, να έχουν αξιολογηθεί ως προς την επικινδυνότητά τους μόλις 140 χημικές ουσίες από εκείνες που παράγονται σε μεγάλη ποσότητα[4].

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία να βάλει σε μια τάξη την αναρχία που επικρατούσε στο τομέα της βιομηχανίας και της αγοράς χημικών στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενέκρινε στις 13 Φεβρουαρίου 2001 την Λευκή Βίβλο σχετικά με την «Στρατηγική για μια μελλοντική πολιτική για τα χημικά προϊόντα». Στόχος της νέας στρατηγικής της Επιτροπής είναι η εξασφάλιση της υψηλής προστασίας για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, και παράλληλα η εξασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, η τόνωση της καινοτομίας και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στην χημική βιομηχανία.

Βασικός στόχος της νέας αυτής στρατηγικής είναι η δημιουργία ενός ενιαίου, αποτελεσματικού και συνεκτικού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο θα παρέχει ισοδύναμη γνώση για τους κινδύνους ουσιών, που εισήχθησαν στην αγορά προ και μετά τον Σεπτέμβριο του 1981, και για τις χρήσεις τους, ώστε να υπάρξει

  • συντονισμός σε επίπεδο προστασίας,
  • αναστροφή της ευθύνης, από τις αρχές προς τη βιομηχανία, για τις δοκιμασίες και την εκτίμηση του κινδύνου των χημικών προϊόντων,
  • προώθηση της καινοτομίας και της ανταγωνιστικότητας, χωρίς να διακυβευτεί το υψηλό επίπεδο προστασίας,
  • εισαγωγή ενός ειδικά προσαρμοσμένου συστήματος χορήγησης άδειας, όπου διασφαλίζεται η διεξαγωγή αυστηρού ελέγχου για τις πιο επικίνδυνες ουσίες,
  • αυξημένη διαφάνεια και πληροφόρηση για τα χημικά προϊόντα.

Το νέο σύστημα που εισηγείται η Επιτροπή και υποβλήθηκε υπό μορφή πρότασης για ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο στην ΕΕ για τα χημικά προϊόντα προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στις 29 Οκτωβρίου 2003, ονομάζεται REACH (Καταχώριση, Αξιολόγηση και Αδειοδότηση των χημικών προϊόντων)[5].

Τα τρία βασικά στοιχεία του συστήματος, όπως διαφαίνεται και από τον τίτλο του, είναι τα ακόλουθα:

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Ευρώπη και Ορθοδοξία Ευρώπη Περιβαλλοντικά Θέματα