Διευθυντή

Άνθρωπος και Εικόνα

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ 

Διάλεξη του Μητροπολίτη Αχαΐας κ. Αθανάσιου στις Βρυξέλλες,

8 Δεκεμβρίου 2009.

Α΄)

Άνθρωπος: αλλαγή και παραμονή.

thumb_IMG_3865
Ακούσατε μόλις τώρα το τραγούδι που παρουσίασαν οι Scorpions το 1990 με τίτλο «Άνεμος αλλαγής», του οποίου η επωδός είναι: «Πάρε με στη μαγική στιγμή μιας λαμπρής νύχτας όπου τα αυριανά παιδιά ονειρεύονται στον άνεμο της αλλαγής». Με το τραγούδι αυτό γιορτάστηκε η πτώση του τείχους του Βερολίνου και το τέλος του ψυχρού πολέμου, γεγονός που θυμηθήκαμε και γιορτάσαμε πάλι φέτος, είκοσι χρόνια αργότερα. Ο τίτλος του τραγουδιού θυμίζει την ομιλία του Άγγλου πρωθυπουργού Harold MacMillan, που εκφώνησε στο Κοινοβούλιο της Νοτίου Αφρικής, στο Cape Town, στις 3 Φεβρουαρίου 1960. Στην ομιλία του αυτή ο Άγγλος πολιτικός είπε μεταξύ άλλων: «Ο άνεμος της αλλαγής φυσάει στην ήπειρο αυτή. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η αύξηση της εθνικής συνειδήσεως είναι ένα πολιτικό γεγονός», προκαλώντας παγκόσμια αίσθηση. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να θυμίσω πόσες φορές η λέξη «αλλαγή» έχει βγει από χείλη πολιτικών ή άλλων συγχρόνων ρητόρων προκαλώντας ακόμα κάποιο ρίγος, σε όσες περιπτώσεις δεν έχει ακόμα πνιγεί στα δάκρυα της απογοήτευσης των ακροατών.

Ίσως άρχισα λίγο ανορθόδοξα την ομιλία μου θέλοντας να υπογραμμίσω ότι η έννοια της αλλαγής αγγίζει βαθύτατες χορδές της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν θα αναφερθώ σήμερα στην εξήγηση που δίνουν άλλες επιστήμες σχετικά με την έννοια της αλλαγής. Θα αναφερθώ, όπως υποδηλώνει και το θέμα μου, στις πηγές της χριστιανικής παράδοσης και ειδικά στην έννοια της αλλαγής ως καταλύτη στη σχέση του ανθρώπου με την εικόνα.

Πρώτα επιτρέψτε μου να αναφερθώ στη λέξη αλλοίωση που βρίσκεται στη φράση του Ψαλμού 76, 11 «αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου». Νομίζω ότι η σαφέστερη ερμηνεία της φράσεως δίδεται από τον Θεοδώρητο. Η αλλοίωση, λέει, είναι ευλογία «ως της δεξιάς του Υψίστου ειωθυίας τα αγαθά χορηγείν». Πηγαίνοντας τώρα στο θέμα της εικόνας, που επιθυμώ να διαπραγματευτώ όσο γίνεται στα πλαίσια μιας σύντομης ομιλίας, βλέπουμε στην οθόνη την πασίγνωστη εικόνα του Χριστού που φυλάσσεται στο Αρχείο της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης του Όρους Σινά. Επίσης βλέπουμε, σε διαφορετική τεχνοτροπία, το έργο Ο Σωτήρας του Ελ Γκρέκο, 1610-1614. Παρατηρούμε στα δυο αυτά έργα τα δυο στοιχεία που συνυπάρχουν σε κάθε εικόνα. Το πρώτο είναι το πρόσωπο ή το γεγονός που παριστάνεται και καταλαμβάνει μια θέση μέσα στο χώρο και τον χρόνο. Έτσι, εδώ βλέπουμε τον Χριστό, πρόσωπο με εξακριβωμένη ύπαρξη μέσα στην ιστορία, να ευλογεί με το δεξί του χέρι και να κρατά το ευαγγέλιο με το αριστερό. Το δεύτερο στοιχείο είναι το αποτέλεσμα της θέασης αυτής της παράστασης. Άλλος θα δει σε αυτήν ένα έργο τέχνης και θα το εκτιμήσει με εργαλείο ίσως την Αισθητική, που αναπτύχθηκε ως κλάδος της φιλοσοφίας κυρίως από τον 19ο αιώνα. Άλλος θα εξετάσει τα τεχνικά στοιχεία της εγκαυστικής μεθόδου του πρώτου έργου. Άλλος θα φθάσει στην έννοια της εικόνας αναζητώντας μέσα από το παράθυρο της πίστης την ευλογία, ένα θείο δώρο, μια δύναμη, μια σταθερή βάση για να στηριχθεί υπαρξιακά, φανερώνοντας το θρησκευτικό του συναίσθημα, και να ζήσει μια πνευματική εμπειρία, μια πνευματική αλλοίωση ή, όπως λέει ο Κύριλλος Αλεξανδρείας εξηγώντας το νόημα αυτής της αλλοίωσης, «επί το μείζον προκόπτειν». Το στοιχείο αυτό της αλλοίωσης ως ευλογίας που αναζητά ο πιστός, είναι που διαφοροποιεί ένα έργο ζωγραφικής από μια εικόνα, όπως αυτή αναγνωρίζεται και τιμάται στην χριστιανική παράδοση, με επικύρωση μάλιστα από την πλευρά της Εκκλησίας κατά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο του 787 και αργότερα επίσης, το 843. Αυτή την αναζήτηση της ευλογίας του Υψίστου εκφράζει η παράσταση της Δέησης, που βλέπετε στο εγκόλπιο που φοράω. Ο άνθρωπος που αναζητεί την θεία ευλογία δεν στέκεται μόνος, αλλά έχει πρέσβεις και συμπαραστάτες του την Παναγία και κάποιον άλλον Άγιο: είτε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο (συνήθως) είτε τον Άγιο Αθανάσιο είτε άλλον.

Καμιά εικόνα δεν μπορεί να αποδώσει στην εικονογραφική παράδοση καλύτερα την βαθύτατη επιθυμία αλλαγής του ανθρώπου από την εικόνα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα στο Όρος Θαβώρ. Με το θέμα αυτό βλέπουμε πρώτα το περίφημο ψηφιδωτό του 6ου αιώνα που βρίσκεται στην κόγχη του Καθολικού της Ι. Μονής Σινά και μετά την φορητή εικόνα του 12ου αιώνα που βρίσκεται στην ίδια Μονή. Η διήγηση του γεγονότος της Μεταμορφώσεως αναφέρεται και από τους τρεις συνοπτικούς ευαγγελιστές (Ματθ 17, 1-8, Μαρκ. 9, 2-8, και Λουκ. 9, 28-36). Ο Λουκάς μάλιστα εξηγεί και συγχρόνως δείχνει την αδυναμία της γλώσσας να εξηγήσει ακριβώς την έννοια του ρήματος «μετεμορφώθη» με την περίφραση «εγένετο...το είδος του προσώπου αυτού έτερον» (στ. 29). Ο Απόστολος Παύλος στην Προς Ρωμαίους Επιστολή του (12,2), σαν να εξηγεί το αποτέλεσμα της θέασης της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα παραινεί τους αναγνώστες του με αυτά τα λόγια: «μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω, αλλά μεταμορφούσθε τη ανακαινώσει του νοός υμών» (δηλ. να μεταμορφώνεστε συνεχώς προς το καλό, αποκτώντας το νέο φρόνημα του πιστού). Αυτή την ανάγκη ή αναζήτηση της εσωτερικής αλλαγής σχολιάζει ο Αυγουστίνος στις Εξομολογήσεις του με τον ακόλουθο τρόπο: «Εάν θέλεις να φθάσεις εκεί όπου δεν είσαι ακόμα, πρέπει να μην είσαι ικανοποιημένος με ό,τι είσαι. Γιατί εκεί όπου είσαι ικανοποιημένος με τον εαυτό σου, εκεί και παραμένεις. Αλλά εσύ πάντα να προσθέτεις (σ’ αυτό που είσαι), πάντα να προχωράς, πάντα να προοδεύεις». Αυτή η πρόοδος, για την οποίαν μιλάει ο Αυγουστίνος, και που αποδίδει σε προσωπικό επίπεδο το νόημα της βιβλικής Μεταμόρφωσης, δεν είναι μόνον επιθυμία του ανθρώπου, αλλά και δυνατότητα που διαθέτει. Την δυνατότητα αυτή εξασφαλίζει η αγάπη: «ο Χριστός ηγάπησεν ημάς» (Εφ. 5,2) υπογραμμίζει ο Απόστολος Παύλος, και ο Αυγουστίνος εξηγεί ότι «ο Θεός μας αγαπά έτσι όπως θα γίνουμε, όχι έτσι όπως είμαστε τώρα» (Περί Τριάδος 1.4.10). Είναι γεγονός ότι στην ιστορία της ψυχολογίας του ανθρώπου ο Αυγουστίνος με το έργο του Εξομολογήσεις κατέχει περίοπτη θέση, αφού κατάφερε να αντιμετωπίσει, να κατανοήσει και να δώσει τη δική του γλαφυρή απάντηση στο ερώτημα τι είναι ο άνθρωπος και τι μπορεί να γίνει δια του Ιησού Χριστού. Η κάθε εικόνα δικαιολογεί την αξία της ανάλογα με τον βαθμό επιτυχίας του αγιογράφου στην προσπάθεια να αποδώσει την τελειότητα μέσα από το πρόσωπο του Χριστού, αφού στην εμπειρική σφαίρα του ανθρώπου η τελειότητα είναι ένα ιδεώδες προς το οποίο κατατείνει μεν, αλλά πρέπει να αγωνίζεται συνεχώς να το φθάσει. Εννοείται ότι σε κάθε περίπτωση το υποκειμενικό στοιχείο είναι έντονο.

Εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο άνθρωπος ψυχολογικά θέλει να παραμείνει όσο γίνεται περισσότερο στην εμπειρία της στιγμής που τον αναπαύει και τον γοητεύει. Στην ευαγγελική διήγηση ο Πέτρος στο Θαβώρ εκφράζει αυτή την επιθυμία αναφωνώντας «Κύριε, είναι ωραία να μείνουμε εδώ!» (Ματθ. 17,4, Μαρκ. 9, 5, Λουκ. 9, 33). Μια τέτοια εμπειρία όμως και για εκείνον και για τον καθένα αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί παρά να είναι σύντομη και φευγαλέα. Ο Οδυσσέας Ελύτης, σαν να σχολιάζει αυτή την πραγματικότητα λέει θυμοσοφικά στο «Άσμα Ασμάτων» (δεύτερο μέρος): «τούτο μόνο να ξέρεις: ό,τι σώσεις μες στην αστραπή, καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει».

Κανείς δεν μπορεί να εκφράσει καλύτερα από τους μεγάλους ποιητές την εμπειρία που μπορεί να έχει ο άνθρωπος από το τρίπτυχο που γονιμοποίησε τόσο την ανθρώπινη διανόηση: το καλό, το ωραίο και το αληθινό», ή όπως το έλεγε ο Κ. Παλαμάς «το ωραίο, το μεγάλο και το αληθινό»! Και κανείς δεν μπορεί να διαστρεβλώσει το τρίπτυχο αυτό περισσότερο από τον άνθρωπο που οργανώνει μηχανισμούς, για να συντηρήσει απαράλλακτο- ακόμα και με τη βία- κάθε σύστημα που τον βολεύει ή τον συμφέρει. Αυτό καταγράφεται στη δραματική διήγηση του μαρτυρίου του πρωτομάρτυρα Στέφανου (Πραξ. 6,8- 7,60). Η κατηγορία ενώπιον του Συνεδρίου φρικτή: «ο άνθρωπος αυτός συνεχώς λέει.....ότι αυτός ο Ιησούς ο Ναζωραίος θα γκρεμίσει το ναό και θα αλλάξει τους θεσμούς που μας παρέδωσε ο Μωυσής» (Πρ. 6, 14)! Στο σημείο αυτό ο Λουκάς, συγγραφέας του βιβλίου των Πράξεων, γράφει: «Όλα τα μέλη του συνεδρίου κοίταξαν τον Στέφανο και είδαν ότι το πρόσωπό του έλαμπε σαν να ήταν πρόσωπο αγγέλου» (Πρ 6, 15). Εξηγεί μάλιστα πιο κάτω την αίσθηση που είχαν οι παρόντες, γράφοντας ότι ο Στέφανος «γεμάτος από το Άγιο Πνεύμα, ατένισε τον ουρανό και είδε τη δόξα του Θεού και τον Ιησού να στέκεται στα δεξιά του Θεού» (Πραξ 7, 56). Με αυτή την έννοια για τον πιστό η εικόνα ενός Αγίου είναι η στιγμή που αυτός βλέπει την δόξα του Θεού, αυτή η δόξα είναι η δύναμή του και αυτή τη δόξα θα συμβολίζει το φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του, που βλέπουμε στις εικόνες. Η δυτική ζωγραφική απέδωσε με δραματικό τρόπο αυτή την διαφορά της αλλοίωσης του προσώπου των διωκτών από το ένα μέρος και του αγίου Στεφάνου, από το άλλο, την ώρα που ο μάρτυρας θεάται την θεία δόξα κατά το μαρτύριο (βλ. Giorgio Vasari, 1560).

Για να συνδέσω την εισαγωγή μου με το θέμα της εικόνας, θα παρατηρήσω ότι η εικόνα κάνει την δική της πρόταση παρακινώντας τον άνθρωπο να αναζητήσει εμπειρία πνευματικής αλλαγής, σύμφωνα με το νόημα που έχει η αλλαγή αυτή στην Βίβλο. Πίσω από αυτή την αναζήτηση κρύβεται μια συγκεκριμένη άποψη που έχει ο άνθρωπος για την ζωή και για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να διαφυλάξει την αξία της. Για παράδειγμα αναφέρω εδώ την θαρραλέα στάση του Αυστριακού νευρολόγου και ιδρυτή της λογοθεραπείας Victor Frankl (1907- 1997). Ο εβραϊκής καταγωγής επιστήμονας, ένας από τους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος, που προσπάθησε στη ζωή του να βρει νόημα σε όλες τις μορφές της υπάρξεως και έτσι να περισώσει την αξία της ζωής, ακόμα και σε ακραίες καταστάσεις που αντιμετώπισε, έλεγε: «όταν δεν μπορούμε πια να αλλάξουμε μια κατάσταση, τότε δεν μας μένει παρά να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε οι ίδιοι». Κάθε εικόνα με τον τρόπο της λέει στον πιστό, που δεν αγαπάει ιδιαίτερα τους διανοητικούς ακροβατισμούς, ότι στην προσπάθειά του  να αλλάξει ο ίδιος, όταν, βέβαια, δεν έχει βολευτεί μέσα στον κόσμο, στην προσπάθειά του αυτή, λοιπόν, δεν είναι μόνος: έχει κάποιον δυνατό που τον συνοδεύει και τον καταλαβαίνει από τον σταυρό Του. Σε Αυτόν ο Αμερικανός πρεσβυτεριανός θεολόγος και ακτιβιστής Reinhold Niebuhr (1892-1971) προσεύχεται με αυτά τα λόγια: «Θεέ μου, δώσε μου τη δύναμη να δεχτώ τα πράγματα που δεν μπορώ να αλλάξω, το κουράγιο να αλλάξω όσα μπορώ, και την σοφία να καταλαβαίνω την διαφορά ανάμεσα σε αυτό που μπορώ και σε αυτό που δεν μπορώ να αλλάξω».

Β΄)

Ο Εσταυρωμένος, ο αντίποδας αυτός της ομορφιάς του αγγελικού προσώπου του πρωτομάρτυρα Στέφανου, το φρικτό αυτό θέαμα του ανθρώπου που πάσχει, που φθάνει μέχρι την μαρτυρική εκμηδένιση της ζωής, μέχρι το τέρμα της πορείας που διαγράφει η φύση, αυτό που θεωρούμε φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, αναγνωρίζεται ως το πρότυπο της δυνάμεως που φανερώνεται μέσα από την ανθρώπινη αδυναμία. Ο ψυχολογικός φόβος μπροστά στη δύναμη που φαίνεται να έχει το κακό στον κόσμο βρίσκει μια ανακούφιση στο στήριγμα του σταυρού. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει ενθαρρυντικά ότι «ο σταυρός ονομάζεται δύναμη του Θεού, που φανερώθηκε με τη νίκη του κατά του θανάτου» (Περί Ορθοδόξου Πίστεως 4.11). Ο Εσταυρωμένος που έχουμε σε εικόνα του 14ου αιώνα (Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών) γίνεται το αποτύπωμα της δυνάμεως του θανάτου, που κάθε άνθρωπος- με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- αναπόφευκτα δοκιμάζει, χωρίς όμως αυτή η παράσταση του θανάτου να αποπνέει τη σήψη, αλλά αντίθετα να αναδίδει το άρωμα της ζωής- «οσμήν ευωδίας» (Εφ. 5, 2), όπως λέει ο Παύλος- άρα μια αίσθηση πέρα από τον θάνατο, πέρα από τον πόνο και το πάθος, χωρίς όμως ταυτόχρονα να χάνεται και η αίσθηση της πραγματικότητας. Γίνεται έτσι ο Εσταυρωμένος- κατά τρόπο παράδοξο- όχι παράσταση απελπισίας, αλλά τεκμήριο ελπίδας, το κατ’ εξοχή σύμβολο της χριστιανικής ταυτότητας. Στην Καντάτα του Γ.Σ. Μπαχ με θέμα Τα κατά Ιωάννη Πάθη ακούμε το τραγούδι: «Το λιοντάρι της Ιουδαίας νικάει με δύναμη και ο νικητής δίνει τέλος στη μάχη». Η έκφραση της θλιβερής συντριβής του ανθρώπου και της εξουδετέρωσης της ζωής γίνεται εφαλτήριο που ο άνθρωπος μπορεί να πατήσει και να περάσει στη ζωή που φαίνεται να ανθίζει μέσα από τη στάχτη της. Γίνεται ο θρίαμβος της αλλαγής που επέρχεται από την ανατροπή όχι μιας κοινωνικής ή όποιας καθεστηκυίας τάξης, αλλά της ίδιας της πορείας που φαίνεται φυσική και αναπότρεπτη.

Μια ιδιαίτερη απόχρωση στο νόημα του σταυρού για τον άνθρωπο βρίσκουμε στην εικονογραφική παράσταση που είναι εμπνευσμένη από την Κλίμακα του Ιωάννη. Στη διαφάνεια έχουμε την μικρογραφία στο χειρόγραφο του 10ου αιώνα που σώζεται στην Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας καθώς και εικόνα που βρίσκεται στην Ι. Μονή Παντοκράτορος στο Άγιον Όρος. Η σκάλα αντιστοιχεί με το κάθετο σκέλος του σταυρού και με αυτήν ανεβαίνουν όσοι αγωνίζονται πνευματικά να φθάσουν στο Χριστό που τους περιμένει στην κορυφή. Όσοι πέφτουν και ενδίδουν στους πειρασμούς θυμίζουν τους Ισραηλίτες που οι εχθροί τους Αμαληκίτες τους νικούσαν στη μάχη της Ραφιδίν μόλις τα χέρια του Μωυσή, αρχικά απλωμένα, ώστε να σχηματίζεται το σημείο του σταυρού με το σώμα του, κουράζονταν και έπεφταν, σύμφωνα με τη διήγηση του Βιβλίου της Εξόδου (17, 8- 13). Στην εικόνα αυτή η παράσταση περιγράφει την νίκη των δαιμόνων πάνω σε εκείνους που δεν αναλαμβάνουν τον σταυρό του Κυρίου με τον συνεπή και καθαρό πνευματικό τους αγώνα. Πρόκειται για μια υπενθύμιση των αρνητικών συνεπειών της εγκατάλειψης του σημείου του σταυρού, της απομάκρυνσης από τη δύναμη που ο σταυρός δίνει.

Θα ήθελα να προσθέσω στο σημείο αυτό την επίδραση που είχε το νόημα του σταυρού σε δυο ηγέτες που πρόσφεραν πολλά στο λαό τους πιστεύοντας στη δύναμη της μη βίας και διεξάγοντας τον αγώνα τους ανάλογα: εννοώ τον Μαχάτμα Γκάντι και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Εν τούτοις και οι δυο έπεσαν θύματα δολοφονικού μίσους και βίας. Ο πρώτος έπεσε από σφαίρα το 1948 και ο δεύτερος, είκοσι χρόνια αργότερα, το 1968, επίσης από σφαίρα. Το παράδοξο του σταυρού, η διαλεκτική σχέση βίας και μη βίας, εξακολουθεί να γονιμοποιεί και να εμπνέει ανθρώπους και σήμερα όπως άλλοτε με τρόπο που φαίνεται να δικαιολογεί στις μέρες μας την επανάληψη του συμπεράσματος που έβγαλε δέκα επτά αιώνες πριν ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας: «η δύναμη του σταυρού του Χριστού έχει πλημμυρίσει τον κόσμο» (Κατά ειδωλολατρών 1).

Ο καθένας μας απόψε ας αναλογισθεί πόσα έτη φωτός μπορεί να απέχουν αυτά που είπα από κάποιες σύγχρονες προσεγγίσεις της νομικής ή της πολιτικής επιστήμης, που βλέπουν στο σύμβολο του σταυρού ένα εργαλείο προπαγάνδας ή προσηλυτισμού που προκαλεί φόβο και δεν διακρίνουν τον παγκόσμιο αντίκτυπο και το ειδικό βάρος  που είχε και έχει στην ιστορία της ανθρωπότητας. Μήπως άξιζε πριν αντιπαραταχθούν, όσοι αντιπαρατάσσονται, σε μια αξία με την δική της ιστορία και βαρύτητα να αγωνισθούν κατά της αναξιοκρατίας και της διαβρωτικής ιδεοληψίας που μαστίζει τον κόσμο μας σήμερα;

Γ΄)

Άνθρωπος: μάτια που ανοίγουν μέσα στα σπλάγχνα.

Με τον υπότιτλο αυτό παραλλάσσω ένα στίχο από το Άσμα Ασμάτων του Ελύτη: «τα μεγάλα μάτια της μισανοίξανε μες στα σπλάγχνα μου». Θυμήθηκα το στίχο καθώς κοίταζα για πολλοστή φορά τα νεκρικά πορτρέτα, προορισμένα για ταφική χρήση, που πήραν το όνομά τους από την όαση Φαγιούμ, στην οποία ανακαλύφθηκαν αρχικά, 130 χλμ νοτιοδυτικά του Καΐρου και τα οποία φιλοτεχνήθηκαν από τον 1ο μέχρι τον 3ο αιώνα. Τα πορτρέτα του Φαγιούμ ζωγραφίστηκαν για να εξασφαλίσουν, με την δική τους διάρκεια, την αιώνια ζωή σ’ αυτούς που απεικονίζουν. Εκείνο που με εντυπωσιάζει σε αυτά είναι πάντα το βλέμμα και όχι τα χαρακτηριστικά του προσώπου, τα οποία εξ άλλου δεν απέδιδαν, όπως φαίνεται, ακριβώς τα χαρακτηριστικά του κεκοιμημένου. Αυτό το ολοζώντανο βλέμμα ήταν για τους αρχαίους Αιγυπτίους η έκφραση της νίκης της ζωής κατά του θανάτου. Ο Οδυσσέας Ελύτης στο ιγ΄ μέρος του ποιήματός του Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας φαίνεται σαν να σχολιάζει ακριβώς αυτή την εντύπωση που έχει όποιος αντικρίζει τα πορτρέτα: «Τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή τόσο βαθιά, που πια να μη μπορεί να βγει ποτέ της!»

Πως να μην επηρεασθεί η Βυζαντινή αγιογραφία από αυτή την εικονογραφική παράδοση των Αιγυπτίων που αντιστοιχεί με ύμνο προς τη ζωή! Ο αγιογράφος που αγωνίζεται να αποδώσει όχι τα ακριβή χαρακτηριστικά του προσώπου του Χριστού, αλλά το μήνυμα ότι αυτός είναι η ζωή, βρήκε στα πορτρέτα του Φαγιούμ το πρότυπό του. Στις εγκαυστικές εικόνες, που σώζονται στη Μονή Αγίας Αικατερίνης του Όρους Σινά (Χριστός, Παναγία Ένθρονη με παραστάτες στρατιωτικούς αγίους και μάρτυρες, Άγιο Θεόδωρο, αριστερά, και Άγιο Γεώργιο, δεξιά, με αρχαγγέλους πίσω, και οι δυο του 6ου αι.), περισσότερο και από την τεχνική ή τα χρώματα ή τις διαστάσεις της εικόνας την προσοχή του υποψιασμένου θεατή τραβάει αυτή η προσπάθεια του καλλιτέχνη να αποδώσει το άπιαστο και άϋλο φαινόμενο της ζωής με απτά υλικά, περιγράφοντας έτσι ταυτόχρονα το παροδικό και το αιώνιο. Στην εικονογραφική παράδοση μέχρι σήμερα το παράδοξο της συνύπαρξης πεπερασμένου και αιώνιου θα είναι το κύριο χαρακτηριστικό της εικόνας των αγίων που κοιτούν κατάματα τον θεατή τους. Βλ. Άγιος Γεώργιος, έργο Μανουήλ Πανσέληνου, Πρωτάτο Αγίου Όρους, 1290, και Άγιος Δημήτριος ανάμεσα σε δυο μικρά παιδιά, περίφημο ψηφιδωτό του 7ου αι., Θεσσαλονίκη, ομώνυμη Βασιλική, Β.Δ. πεσσός.

Αυτό το βλέμμα έχει την ίδια σημασία σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Έχουμε εικόνες με Ασιάτες ή Αφρικανούς (Κινέζοι Άγιοι, Αφρικανικός Χριστός, Αιθιοπική Παναγία) που εικονογραφούνται με τα δικά τους πολιτιστικά και φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά. Αυτό δείχνει ότι η ιεραποστολική δραστηριότητα της Εκκλησίας από το ένα μέρος δεν μπορεί να αλλάξει το περιεχόμενο του χριστιανικού μηνύματος, αλλά ταυτόχρονα ο τοπικός πολιτισμός και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ανθρώπων πρέπει να γίνονται σεβαστά. Το αξίωμα αυτό είχε πολιτιστικές επιπτώσεις παγκόσμιας εμβέλειας. Αρκεί να αναφέρω εδώ ότι μόνο κατά τον 19ο και 20ο αιώνα τα ευαγγέλια κατ’ αρχήν και ακολούθως η Κ.Δ. και συχνά όλη η Βίβλος μεταφράστηκαν (και δεν παρέμειναν πεισματικά σε λίγες κλασικές γλώσσες)  σε περισσότερες από χίλιες γλώσσες, πράγμα που σημαίνει πέντε γλώσσες κατά μέσον όρο κάθε χρόνο. Εν τούτοις το ευαγγέλιο δεν παρέλειψε να αναγγείλει ότι η πίστη στο Χριστό δεν μπορούσε να μη προκαλέσει ρίξεις με το παρελθόν του κατηχημένου, αντιπαραθέσεις και διαιρέσεις μεταξύ ανθρώπων που ζούσαν ακόμα και κάτω από την ίδια στέγη. Στο σημείο αυτό μπορούμε να αναφέρουμε τα λόγια που ο Ματθαίος αποδίδει στον ίδιο τον Ιησού: «μη νομίσετε ότι ήρθα για να επιβάλω αναγκαστική ομόνοια μεταξύ των ανθρώπων. Δεν ήρθα να φέρω τέτοια ομόνοια, αλλά διαίρεση. Πράγματι ο ερχομός μου έφερε τον διχασμό του ανθρώπου με τον πατέρα του, της θυγατέρας με τη μάνα της, της νύφης με την πεθερά της» (Ματθ 10, 34-35, πρβλ. Λουκ. 12, 49-53). Βέβαια, εδώ μπορεί να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για την παγκοσμιότητα του ευαγγελικού μηνύματος και συγχρόνως τις ιδιαίτερες πρακτικές συνέπειές του.

Το βλέμμα των εικονιζόμενων Αγίων δεν σταματά στους θεατές, αλλά τους διαπερνά, σαν να θέλουν να τους παρασύρουν στην πορεία που ακολουθεί το δικό τους βλέμμα. Ο άνθρωπος που θέτει το ερώτημα: προς τα που πηγαίνω, τι επιλογές ή δυνατότητες έχω στη ζωή μου, ποιο το νόημα της διάβασης αυτού του κόσμου η εικόνα, παίρνει την απάντηση από το κατά Ιωάννη ευαγγέλιο: «εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω 14,6). Η εικόνα ενός Αγίου, λοιπόν, κατά την παράδοση επιχειρεί να μας δώσει δυο πράγματα: πρώτον, την λάμψη της θείας δόξας που αντανακλά στο εικονιζόμενο πρόσωπο που πιστεύει ότι έχει βρει το δρόμο του προς την αλήθεια και τη ζωή, και δεύτερον, μια πρόσκληση, ένα μήνυμα να δοκιμάσουν να αποκτήσουν και άλλοι την ίδια εμπειρία κάνοντας ανάλογη επιλογή, πάντα σε πνεύμα απόλυτης ελευθερίας. Είναι σαν να λένε μαζί με τον Παύλο οι εικονιζόμενοι Άγιοι: «κοιτάζουμε σαν σε καθρέπτη τη λαμπρότητα του Κυρίου και μεταμορφωνόμαστε σε αυτή τη λαμπρή εικόνα του. Με την ενέργεια του Κυρίου, που είναι το Πνεύμα, βαδίζουμε από δόξα σε δόξα» (Β΄ Κορ 3, 18).

Δ΄)

Άνθρωπος: από τον θάνατο στη ζωή.

Η χριστιανική παράδοση με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία προσπαθεί να υπογραμμίσει ότι η μεγαλύτερη νίκη στην ιστορία της ανθρωπότητας υπήρξε η κοσμική νίκη της δυνάμεως του Θεού πάνω στη δύναμη του θανάτου με την ανάσταση του Ιησού Χριστού. Αυτή είναι η απάντηση που δίνει στον άνθρωπο που στέκεται μπροστά στο μυστήριο του θανάτου. Η αγιογραφική παράδοση αποτυπώνει την απάντηση αυτή με τον δικό της τρόπο. Βλέπουμε πρώτα στην οθόνη την πασίγνωστη τοιχογραφία της Αναστάσεως από την Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη[1].

Το μυστήριο του θανάτου όμως δεν έχει μόνο βιολογική διάσταση, δεν είναι μόνον αγωνία που προκαλεί η φυσιολογική φθορά. Στη χριστιανική παράδοση ο θάνατος έχει και πνευματική διάσταση. Στο σημείο αυτό ας δούμε την εικόνα του Θεοφάνη (16ος αιώνας) με το θέμα της Έγερσης του Λαζάρου. Εδώ έχουμε και πάλι την φανέρωση της δυνάμεως του Θεού που νικά την δύναμη του θανάτου. Στην ευαγγελική διήγηση όμως, στην οποία στηρίζεται η συγκεκριμένη παράσταση, έχουμε και την εξήγηση γιατί ο Χριστός πέτυχε την νίκη αυτή. Τονίζεται, δηλαδή, η αγάπη του Ιησού πρώτα για τον φίλο του, τον Λάζαρο, και κατ’ επέκταση για κάθε άνθρωπο. Αυτή τη διήγηση ζήτησε από τη Σόνια να του διαβάσει ο Ρασκόλνικοφ στο μυθιστόρημα Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι. Ο δολοφόνος της ενεχυροδανείστριας, ψυχολογικά ταλαιπωρημένος από τις τύψεις για το έγκλημά του, αισθάνεται ότι κατεβαίνει στον Άδη και ότι η ψυχή του παγιδεύεται σε ένα τάφο, από τον οποίο επιδιώκει να γλυτώσει. Την στιγμή που ακούει την ευαγγελική διήγηση για την έγερση του Λαζάρου συνειδητοποιεί τον αβάσταχτο πόνο του ψυχικού θανάτου, επιθυμεί όμως ταυτόχρονα να ζήσει την εμπειρία της έγερσης, της λύτρωσης από το ψυχικό άλγος. Αυτή η επιθυμία τον οδηγεί στην εξομολόγησή και την παραδοχή του εγκλήματός του.

Στο ερώτημα τι γίνεται ο άνθρωπος μόλις κλείσει τον βιολογικό του κύκλο πως απαντά η εικονογραφική παράδοση; Αναφέρω εδώ την απάντηση που δίνει ο Απόστολος Παύλος, στην οποία και βασίζεται η παραδοσιακή απάντηση της χριστιανικής διδασκαλίας πάνω στο ερώτημα. «Θα σας αποκαλύψω ένα μυστήριο: δεν θα πεθάνουμε όλοι. Θα μεταμορφωθούμε όμως όλοι, σε μια στιγμή όσο θέλει το μάτι για να ανοιγοκλείσει, όταν ηχήσει η σάλπιγγα των έσχατων καιρών. Θ’ ακουστεί ο ήχος της σάλπιγγας, κι αμέσως οι νεκροί θα επιστρέψουν στη ζωή άφθαρτοι, κι εμείς οι ζωντανοί θ’ αλλάξουμε το παλιό με ένα νέο σώμα. Πρέπει αυτό που είναι παλιό να μεταμορφωθεί σε άφθαρτο, κι αυτό που είναι θνητό να γίνει αθάνατο. Όταν αυτό το φθαρτό μεταμορφωθεί σε άφθαρτο και το θνητό μεταμορφωθεί σε αθάνατο, τότε θα πραγματοποιηθεί ο λόγος της Γραφής: ο θάνατος αφανίστηκε η νίκη είναι πλήρης! Θάνατε, που είναι το κεντρί της δύναμής σου; Άδη, που είναι η νίκη σου;» (Α΄ Κορ. 15, 51-55).

Η εικονογραφία δίνει την απάντησή της με την παράσταση της Κοιμήσεως. Θα δούμε δυο απεικονίσεις της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: μια του Θεοφάνη από την Ι. Μονή Σταυρονικήτα και μια άλλη από την Μονή Βαρλαάμ στα Μετέωρα (1548). Ο Χριστός έρχεται μέσα σε μιαν αστραπή φωτός (που θυμίζει την Μεταμόρφωσή του) να παραλάβει την ψυχή της μητέρας του περιβαλλόμενος από αγγέλους και προφήτες. Μου θυμίζει η παράσταση τον στίχο του Ελύτη, στο ιζ΄ μέρος από το ποίημά του Άσμα Ασμάτων: «Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι- τώρα μ’ ακολουθούν ανάλαφρα πλάσματα». Και η εικονογραφία ως στοιχείο πολιτισμού γονιμοποιεί την σκέψη και διευρύνει την γλωσσική έκφραση.

Ε΄)

Άνθρωπος: αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας.

Με τον στίχο αυτό τελειώνει το Άσμα Ασμάτων του Ελύτη, τον βρίσκουμε όμως και ως επωδό επαναλαμβανόμενο στο δεύτερο μέρος του ποιήματος. Ο Ελύτης εννοεί την Ελλάδα ως μικρό σχετικά γεωγραφικό χώρο και ταυτόχρονα ως πολιτιστική έννοια παγκοσμίων διαστάσεων. Ο αγιογράφος Κώστας Ξενόπουλος νομίζω ότι αποδίδει, σχετικά πρόσφατα (2003), αυτή την έννοια με τον Διάλογο αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων με Έλληνες Οικουμενικούς Διδασκάλους του Ευαγγελίου. Ο καθένας από τους εικονιζόμενους Πατέρες της Εκκλησίας με εργαλείο του τον ελληνικό λόγο και με «τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ιω 1, 9), κατάφερε, ξεπερνώντας τα συνήθη περιορισμένα πλαίσια μέσα στα οποία κινείται η ανθρώπινη ύπαρξη, να αναδείξει συνειρμικά και από την πλευρά του ο καθένας εκείνη την ανθρώπινη νοητική ποιότητα που έκανε τον μικρό βράχο της Ακροπόλεως των Αθηνών ένα σύμβολο με παγκόσμιο νόημα. Σ’ αυτό τον βράχο βρίσκουν κατά ένα μεγάλο μέρος την πηγή τους τα κράτη της ΕΕ που σήμερα ενώνονται με κοινές αξίες. Αυτές οι αξίες ακριβώς δεν μπορούν να κατανοηθούν ανεξάρτητα από το ευαγγέλιο και το ρόλο του, ανεξάρτητα από τον ρόλο που έπαιξε ο Ιησούς και το μήνυμά του στη διαμόρφωση της Ευρώπης. Γι αυτό και καθένα από τα εικονιζόμενα πρόσωπα κρατά ένα χειρόγραφο στο οποίο αναγράφεται κάποια φράση σχετική με τον ένα αληθινό Θεό.

Μια πιο σύγχρονη ακόμα εικόνα, που ιστόρησε το αγιογραφικό εργαστήριο της Ι. Μονής Βατοπαιδίου (2008), φαίνεται να παίζει και αυτή με την αντίθεση του μικρού και του μεγάλου. Η μικρή Μαριάμ στο μικρό δωμάτιο που βρίσκεται παίρνει το ασύλληπτο, το ακατανόητο μήνυμα ότι θα γίνει η χώρα που θα χωρέσει μέσα της ο αχώρητος. Κάνει μια ταπεινή δουλειά: γνέθει μαλλί για να πλέξει κάποιο ρούχο. Αυτή η κοινή εργασία παίρνει κοσμογονικές διαστάσεις με την ερμηνεία ότι στην πραγματικότητα γνέθει την σάρκα του Υιού και Λόγου του Θεού που θα αξιωθεί να φέρει στον κόσμο ως άνθρωπο! Το μικρό σπήλαιο της Βηθλεέμ γίνεται το κέντρο του ενδιαφέροντος όλης της κτίσης εξ αιτίας ενός μικρού παιδιού, του νέου παιδιού που είναι ο προ αιώνων Θεός. Στην Ανάσταση, πάλι, η ανθρωπότητα βλέπει τα όριά της, μάλιστα αυτά που καθορίζει θλιβερά ο Άδης, να μεγαλώνουν απεριόριστα με την ήττα του θανάτου. Τέλος, η μικρή Ιερουσαλήμ, η Σιών, με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής γίνεται η μητέρα των Εκκλησιών όλου του κόσμου. Η εικόνα βάζει τον άνθρωπο μπροστά σε μια πρωτόγνωρη υπαρξιακή εμπειρία: χάρη στο Χριστό και την σταυρική του θυσία- που παριστάνεται στο κέντρο της εικόνας- ο χρόνος του, που ήταν περιορισμένος, σαν ορμητικό ποτάμι εκβάλλει στην απεραντοσύνη της αιωνιότητας και ο ελάχιστος χώρος που φυσιολογικά καταλαμβάνει ο άνθρωπος μπορεί τώρα πια να ενωθεί με τον ουρανό και το σύμπαν ολόκληρο. Η αντίθεση μικρός-μέγας που χρησιμοποίησα νομίζω ότι ταιριάζει ιδιαίτερα στον ίδιο τον Ιησού. Βλέπει το φως σε ένα σπήλαιο της μικρής Βηθλεέμ, ζει τα παιδικά του χρόνια σε ένα ασήμαντο χωριό, τη Ναζαρέτ, σε όλη του τη ζωή παραμένει αυτό που θα λέγαμε για ανάλογες περιπτώσεις ένας επαρχιώτης, που δεν απομακρύνεται από τα όρια της Ιουδαίας, με εξαίρεση ίσως την προβληματική φυγή στην Αίγυπτο. Και όμως αναδεικνύεται στα μάτια του πιστού, που ελεύθερα επιλέγει να βιώσει προσωπικά την Ανάστασή του Χριστού, ως ο κατ’ εξοχήν παγκόσμιος άνθρωπος. Μπορεί ιστορικά ο Ιησούς να μην ξεπέρασε τα όρια της Παλαιστίνης και του πολιτισμού της, αλλά στην πραγματικότητα οι συνέπειες της επίγειας ζωής του ήταν παγκόσμιες.

Θα τελειώσω με την Παναγία των Πλανητών, έργο της Κυπρίας ζωγράφου Ερμιόνης Ζαχαριάδου (2003). Η Παναγία με τον Χριστό στην αγκαλιά, ασφαλώς η πιο διαδεδομένη και γνωστή εικονογραφική παράσταση, φανερώνεται ως το κέντρο του κόσμου. Οι πλανήτες έρχονται από την απεραντοσύνη του διαστήματος, από τα πέρατα του ηλιακού μας συστήματος, να ανακαλύψουν το μυστήριο που κρύβει η καρδιά της μικρής Παναγίας, και βρίσκουν εκεί την απάντηση: είναι η αγάπη! Στη συνέχεια επιστρέφουν, για να αναγγείλουν στο πέρασμά τους υμνολογικά την αποκάλυψη του μυστηρίου της αγάπης. Το έργο της καλλιτέχνιδας αφήνει να διαγραφεί ακέραιο το πρόσωπο του Ιησού, χωρίς να κατατέμνεται από την διαγραφή της προοπτικής των πλανητών: είναι ο μόνος τέλειος που με την αρτιότητά του δίνει νόημα σε όλη την παράσταση.

 



[1] Το σπουδαίο αυτό μνημείο όπως σώζεται σήμερα διαμορφώθηκε κυρίως από τον Θεόδωρο Μετοχίτη που έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και ετάφη εκεί τον Μάρτιο του 1332.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Διευθυντή 2011 Άνθρωπος και Εικόνα