Διευθυντή

α. Η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επισκόπου Αχαΐας κ. Αθανασίου
Βόλος, 2002

Η Ευρώπη υπέστη δυο συντριπτικά κτυπήματα στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα πριν αναγκαστεί να αρχίσει να προβληματίζεται για την εξεύρεση από τη μια μεριά τρόπων αντίστασης κατά του ολοκληρωτισμού και από την άλλη μεριά ενός τρόπου οργάνωσης της ηπείρου που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά, ώστε να ξεπεραστούν προβλήματα που έθεταν οι εθνικοί ανταγωνισμοί. Στις 9 Μαΐου 1950, λοιπόν, ο υπουργός εξωτερικών της Γαλλίας Robert Schuman σε ομιλία του πρότεινε την από κοινού εκμετάλλευση άνθρακα και χάλυβα των δυο πρώην αντιπάλων, της Γαλλίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η πρόταση αυτή κατέληξε στην υπογραφή, στο Παρίσι, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) στις 18 Απριλίου 1951 από τα έξι κράτη που απετέλεσαν τον πυρήνα της μετέπειτα Ευρωπαϊκής Ενώσεως: Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο. Η Συνθήκη αυτή υπήρξε ιστορική και σημαντικότατη, γιατί κατάφερε να συνενώσει νικητές και ηττημένους σε μια Κοινότητα που λειτούργησε αρχικά ως επιχείρηση ειρήνης. Με τα χρόνια δημιουργήθηκαν μεταξύ των κρατών μελών νομικοί δεσμοί, οι οποίοι σήμερα ξεπερνούν κατά πολύ τις απλές συμβατικές σχέσεις μεταξύ κυριάρχων κρατών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργεί πλέον η ίδια νομοθεσία, που εφαρμόζεται άμεσα στους Ευρωπαίους πολίτες και γεννά ειδικά δικαιώματα προς όφελός τους. Η Συνθήκη αυτή έπαυσε να ισχύει οριστικά στις 23 Ιουλίου 2002. Μένει όμως ζωντανή η ανάμνηση των πατέρων μιας ιδέας που άλλαξε την νοοτροπία αντιπαλότητας στην Ευρώπη και την μετέβαλε σε γόνιμη προσπάθεια σύναψης δημιουργικών σχέσεων προς όφελος της ειρήνης και της ευημερίας των λαών. Ο Jean Monnet, ο Robert Schuman, ο Altiero Spinelli, ο Paul-Henri Spaak κ.α. εξετέθησαν σε κίνδυνο να έχουν προσωπικό πολιτικό κόστος, όταν πρότειναν πρωτάκουστη συνεργασία ειρήνης με τους «εχθρούς». Τους θυμόμαστε και τους τιμούμε για το θάρρος τους. Στην παγκόσμια πολιτική ιστορία δεν έχουμε πολλά παραδείγματα πολιτικών που επεδίωξαν να επιφέρουν ριζικές αλλαγές στον προβληματικό χώρο της νοοτροπίας των ανθρώπων.
Το ξεκίνημα του 1950 επρόκειτο να έχει λαμπρή συνέχεια στα πενήντα χρόνια που ακολούθησαν. Στις 25 Μαρτίου 1957 υπογράφηκαν στη Ρώμη δυο άλλες βασικές Συνθήκες: η πρώτη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και η άλλη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΥΡΑΤΟΜ). Οι δυο αυτές Συνθήκες τροποποιήθηκαν το 1986 με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Στην ύπαρξη των τριών αυτών Κοινοτήτων, που ανέφερα, οφείλεται η χρήση της φράσης Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Ο όρος Ευρωπαϊκή Ένωση γεννήθηκε θεσμικά με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ στις 7 Φεβρουαρίου 1992. Αν προσθέσουμε την Συνθήκη του Άμστερνταμ (2 Οκτωβρίου 1997) και την Συνθήκη της Νίκαιας (Δεκέμβριος 2000) καταλαβαίνουμε ότι έχουμε ένα πολύπλοκο θεσμικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο είναι πολύ δύσκολο να λειτουργήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα με την διευρυμένη μορφή που θα λάβει μετά το 2004.

Πέρα από το δικαιϊκό σύστημα που καθορίζει τα θέματα συμμετοχής των κρατών στην Ένωση υπάρχει το θέμα της αποδοχής της ευρωπαϊκής ιδέας από την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Είναι σαφές σε όλους ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να δημιουργηθεί διάσταση μεταξύ πολιτικής και κοινής γνώμης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται κάθε φορά να προβαίνει σε γενναία πολιτική επένδυση, για να ενημερώσει και να πείσει τους πολίτες της για την ορθότητα των σχεδιασμών των διαφόρων Οργάνων της. Είναι γεγονός ότι συχνά διατυπώνονται παράπονα ότι οι σχεδιασμοί της είναι ακατανόητοι, οπότε υπάρχει κίνδυνος να διογκωθούν λαϊκίστικοι αφορισμοί τύπου Λεπέν ή να υπάρξουν απροσδόκητες εμπλοκές. Μια τέτοια εμπλοκή υπήρξε στις 2 Ιουνίου 1992, όταν η Δανία απέρριψε την Συνθήκη του Μάαστριχτ σε δημοψήφισμα. Ακολούθησε εντατική προσπάθεια και μεγάλη εκστρατεία ενημέρωσης, για να εγκριθεί η Συνθήκη από τη Δανία με νέο δημοψήφισμα στις 18 Μαΐου 1993. Το ίδιο συνέβη στην Ιρλανδία τον Ιούνιο 2001 με την Συνθήκη της Νίκαιας, η οποία ακόμα δεν έχει εγκριθεί στη χώρα αυτή. Η ενημέρωση της κοινής γνώμης συνιστά μια πολύ σημαντική πρόκληση για την Ευρώπη που θέλει να λειτουργεί πάνω σε γερές δημοκρατικές βάσεις και να νομιμοποιούνται αδιαμφισβήτητα οι αποφάσεις που λαμβάνονται στα κέντρα της εξουσίας. Ο Jean Monnet, ένας από της πατέρες της ενωμένης Ευρώπης, έλεγε σε ομιλία του στην Ουάσιγκτον, στις 30 Απριλίου 1952: «δεν συνασπίζουμε κράτη, συνενώνουμε ανθρώπους». Σήμερα η συνένωση ανθρώπων παραμένει σημαντικότατη πρόκληση και σπουδαιότατο στοίχημα που αντιμετωπίζουν τα όργανα της Ενώσεως.

Μισός αιώνας ευρωπαϊκής οικοδόμησης σημάδεψε βαθιά την ιστορία της ηπείρου και τη νοοτροπία των κατοίκων της. Γίνεται ολοένα περισσότερο κοινή συνείδηση ότι η εποχή της απόλυτης εθνικής κυριαρχίας έχει περάσει και ότι μόνον η συνένωση των δυνάμεων, ο διάλογος μεταξύ των εθνικών συμφερόντων και του κοινού συμφέροντος, ο σεβασμός των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, με παράλληλη κατοχύρωση της ταυτότητας της Ένωσης, μπορούν να εγγυηθούν ένα καλύτερο μέλλον ειρήνης και ασφάλειας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι φεντεραλιστές, οι υποστηρικτές μιας Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, έχουν εύκολο έργο μπροστά τους. Στα χρόνια που έρχονται ο διάλογος θα ενταθεί, για να καθορισθούν κατ αρχή και από νομική άποψη δυο βασικά πράγματα: α) η σχέση συμπληρωματικότητας μεταξύ των τοπικών, περιφερειακών, εθνικών και ευρωπαϊκών αρχών, αυτό που λέγεται σήμερα «η αρχή της επικουρικότητας» και β) το σχέδιο που θα επιλεγεί να λειτουργήσει ως άξονας για την προώθηση μεταβίβασης επιλεγμένων τμημάτων της κυριαρχίας από τα εθνικά κέντρα στις Βρυξέλλες. Οι τομείς που θεωρείται από αρκετούς ότι είναι αποτελεσματικότερο να τους διαχειρίζεται μια κεντρική ευρωπαϊκή εξουσία, και όχι τα μεμονωμένα κράτη μέλη είναι: η εσωτερική αγορά, το νόμισμα, η οικονομική και κοινωνική συνοχή, η πολιτική της απασχόλησης, η προστασία του περιβάλλοντος, η εξωτερική πολιτική, η πολιτική άμυνας και η δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας και ασφάλειας. Ο διάλογος αναμένεται να είναι καυτός, γιατί όλοι δεν εννοούν τα ίδια πράγματα, ενώ τα συμφέροντα ποικίλουν. Είναι σαφές ότι στις επόμενες δεκαετίες η παγκοσμιοποίηση θα κυριαρχήσει ως φαινόμενο μεταφοράς δυνάμεως και εξουσίας προς συγκεκριμένα κέντρα επιρροής. Η Ευρωπαϊκή Συνέλευση θα κάνει την πρώτη προσπάθεια να κτίσει ένα λειτουργικό οικοδόμημα από τις πέτρες που βάζουν εδώ και εκεί οι ενδιαφερόμενοι. Και το οικοδόμημα αυτό θα πρέπει να είναι αρκετά ευρύχωρο, για να εξυπηρετήσει και τα νέα μέλη που θα προστεθούν στην Ένωση με την διεύρυνση. Παραμένει όμως η διαπίστωση ότι υπάρχει σήμερα ένα έλλειμμα πολιτικού θάρρους, αφού δεν έχουμε ακούσει ακόμα ένα συγκροτημένο και καθαρό λόγο για τα βαθύτερα κίνητρα της διεύρυνσης. Αν αυτά κατανοούνται απλά με οικονομικούς όρους, η Ευρώπη θα βάλει αριθμούς στη θέση της ψυχής που χρειάζεται για να πετύχει και να προχωρήσει ενωμένη.

Προς την κατεύθυνση της σύσφιγξης των δεσμών μεταξύ των λαών της Ευρώπης επιδιώκεται να συμβάλλουν τα κοινά ευρωπαϊκά σύμβολα. Μια ευρωπαϊκή ταυτότητα, το ευρωπαϊκό διαβατήριο, που ισχύει από το 1985, ο ευρωπαϊκός ύμνος («Η ωδή στη χαρά» του Μπετόβεν), που τον άκουσα την ημέρα της εθνικής εορτής του Βελγίου αμέσως μετά τον βελγικό εθνικό ύμνο, η σημαία (ένας κύκλος από 12 χρυσά άστρα σε κυανό φόντο), που αναρτάται πλάι στις εθνικές σημαίες, η ευρωπαϊκή άδεια οδήγησης που εκδίδεται από το 1996, το ευρώ, που κυκλοφορήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2002 σε δώδεκα χώρες της Ενώσεως. Όλα αυτά τα σύμβολα θα συνεχίσουν να ασκούν μια ψυχολογική επίδραση που ελπίζεται να αποβεί προς όφελος της ιδέας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ταυτόχρονα η κατάργηση των αστυνομικών ελέγχων στα ενδοκοινοτικά σύνορα των χωρών μελών της σύμβασης Schengen αυξάνει ήδη την συνείδηση ότι ανήκουμε σε ένα ενοποιημένο χώρο. Η σύμβαση αυτή άρχισε να ισχύει στις 26 Μαρτίου 1995, ενώ η Ελλάδα μπήκε στο χώρο αυτό την 1η Δεκεμβρίου 1999. Στη Συνθήκη αυτή θα πρέπει να προσχωρήσουν σταδιακά όλες οι χώρες της Ένωσης.

Στις συζητήσεις για το μέλλον της Ευρώπης είναι χαρακτηριστικό ότι συγκλίνουν οι απόψεις πολλών ενδιαφερομένων στην σημασία και τον σημαντικό ρόλο που μπορεί να παίξει ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, που εγκρίθηκε στη Νίκαια το 2000. Από πολλές πλευρές ακούγεται η πρόταση ο Χάρτης αυτός να ενταχθεί στη νέα Ευρωπαϊκή Συνθήκη που αναμένεται να προτείνει προς την ΕΕ η Ευρωπαϊκή Συνέλευση υπό την προεδρεία του Valerie Giscard d Estaing. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι χρειάζεται να επέλθουν αλλαγές ή να γίνουν προσθήκες στο Χάρτη υπό το φως της αποκτημένης εμπειρίας, χωρίς όμως και να προτείνουν ένα πρακτικό τρόπο με τον οποίο μπορούν να λυθούν τα νομικά προβλήματα, που προκύπτουν σε περίπτωση αλλαγής ή αλλαγών στο Χάρτη. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι πρέπει να μείνει ως έχει, αυξάνοντας με τον καιρό το δικό του πολιτικό και νομικό βάρος. Πάντως, αυτή η γενική ευαισθησία για το ρόλο του Χάρτη δείχνει και την σημασία που αποδίδεται στις κοινές αξίες που πρέπει να προβληθούν ως βάση, πάνω στην οποία θα στηριχτεί νομικά η δημοκρατία, η ισχύς, και η σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις επόμενες δεκαετίες.

Με αυτά που σημείωσα για την Ευρωπαϊκή Ένωση θέλησα να υπογραμμίσω κυρίως το γεγονός ότι διανύουμε μια περίοδο εργώδους και δημιουργικής προσπάθειας, για να προωθηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η συνεργασία και η αλληλοκατανόηση των λαών της Ευρώπης και για να εδραιωθεί η ειρήνη, η πρόοδος και η ελευθερία. Στην προσπάθεια αυτή συμβάλλουν πολλοί και ικανοί Ευρωπαίοι. Η καλύτερη στιγμή της προσπάθειας αυτής θεωρείται ότι είναι όταν αυτοί που απασχολούνται με τις ευρωπαϊκές υποθέσεις στα κέντρα λήψης αποφάσεων βγαίνουν από τα γραφεία τους ή τις αίθουσες συνεδριάσεων, για να ακούσουν τους πολίτες προς χάριν των οποίων αποφασίζουν και να τους ενημερώσουν σχετικά με τους προβληματισμούς της ΕΕ. Υπάρχουν βέβαια και περιστάσεις που διακρίνεται η σκιά μιας βαριάς γραφειοκρατικής μηχανής κρυμμένης πίσω από σωρούς φακέλων ερμητικά κλεισμένων για τους πολλούς. Γενικά όμως έχει γίνει αντιληπτό ότι η διαφάνεια και ο ειλικρινής διάλογος είναι η βάση πάνω στην οποία θα στηριχτεί δημοκρατικά η ΕΕ με προοπτική ισχυρής συνοχής των μελών της κατά τις δεκαετίες που έρχονται.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Διευθυντή 2002 α. Η Ευρωπαϊκή Ένωση.