Διευθυντή

β. Η Ορθοδοξία και ο ρόλος της στη ΕΕ.

Επισκόπου Αχαΐας Αθανασίου
Βόλος, 2002

Η Ορθοδοξία και ο ρόλος της στη ΕΕ

Στην ΕΕ υπάρχει ένα όραμα ενότητας, για την υλοποίηση του οποίου εργάζονται συστηματικά πολλοί, και μάλιστα με θάρρος, για να επέλθουν οι ανάγκές αλλαγές και να γίνουν οι αναγκαίες προσαρμογές στην πραγματικότητα που και αυτή εξελίσσεται ραγδαία. Ο βασικός τρόπος εργασίας στην ΕΕ είναι ο διάλογος με την κοινωνία. Θα αναφερθώ στην Ορθοδοξία και θα τονίσω ακριβώς ότι η βασική, υγιής και παραδοσιακή λειτουργία του σώματός της είναι ο διάλογος μεταξύ των μελών της και μεταξύ αυτών και της κεφαλής της που είναι ο Χριστός. Ο διάλογος αυτός είναι θέλημα Θεού, όπως αποδεικνύουν με τη ζωή τους οι προφήτες. Ο διάλογος αυτός διεξάγεται με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, το οποίο «όπου θέλει πνει και την φωνήν αυτού ακούεις...» (Ιω 3, 8). Εξ άλλου «ουδείς δύναται ειπείν Κύριος Ιησούς ειμή εν πνεύματι αγίω» (Α Κορ 12, 3). «...Ου δε το Πνεύμα Κυρίου εκεί ελευθερία» (Β Κορ 3, 17). Ο διάλογος είναι βασική και ζωτικής σημασίας λειτουργία της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού. Ο διάλογος είναι βασικό συστατικό της Ορθόδοξης εκκλησιολογίας.

Η εκκλησιολογία είναι το καύχημα της Ορθοδοξίας. Διάλογος, συνοδικότητα, αποστολική αλήθεια, ελευθερία εν Πνεύματι είναι τα συστατικά της στοιχεία. Ο διάλογος μεταξύ των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, με τις Εκκλησίες της Δύσεως και με τον έξω κόσμο είναι χαρακτηριστικό της ζωής της Ορθοδοξίας όπως αυτή φανερώθηκε στους είκοσι προηγούμενους αιώνες. Στους οκτώ πρώτους αιώνες της ζωής της κάθε Οικουμενική Σύνοδος υπήρξε αποτέλεσμα διαλόγου. Μέσα από τον διάλογο φανερωνόταν πάντα με την χάρη του Αγίου Πνεύματος η αυθεντία του αλάθητου των δογμάτων της. Η αυθεντία δεν ήταν ποτέ ιδιοκτησία ή κεκτημένο του προσώπου ή των προσώπων εκείνων που διατύπωσαν με τον λόγο και τη γραφίδα τους τα δόγματα, αλλά Εκείνου που τους ανέθετε την συγκεκριμένη ευθύνη, που ήταν αποστολή και διακονία προς δόξαν Θεού, συχνά με πολύ βαρύ τίμημα. Το μεγαλείο, η αίγλη και η δύναμη της Ορθοδοξίας θα παραμείνει η ανάληψη της ευθύνης από κάθε πιστό μέλος της, στο μέτρο που του αναλογεί, να φανερώνει αυτή την αυθεντία της αλήθειας του Πνεύματος. Προς την αυθεντία αυτή αντιτίθεται η έννοια της εξουσίας, της τάσης δηλαδή κάποιος ή κάποιοι να επιβληθούν πάνω στους πολλούς, να απαξιώσουν το ρόλο του άλλου με τρόπο διαμετρικά αντίθετο προς την συμπεριφορά Εκείνου που έπλυνε τα πόδια των μαθητών του. Η ευαγγελική διδασκαλία για συνάντηση των ανθρώπων σε πνεύμα αγάπης που τα μέλη της Εκκλησίας καλούνται να φανερώσουν με ειλικρίνεια στη ζωή τους είναι η μόνη θεμιτή βάση για μια αυθεντική μαρτυρία της Ορθοδοξίας σήμερα στην Ευρώπη, όπου κέντρα κοσμικής εξουσίας συναντώνται για να προωθήσουν μεμονωμένα συμφέροντα. Είναι τελείως απαράδεκτη μια θριαμβολογική και επιδεικτική προβολή της Ορθοδοξίας με ρητορικό οίστρο, όταν δεν φανερώνεται σε προσωπικό επίπεδο το πνεύμα της ταπεινοφροσύνης και της διακονίας των αποστόλων που υπαγορεύει το ευαγγέλιο και εκφράζει αυθεντικά η Ορθοδοξία. Η Ορθοδοξία δεν είναι κατάσταση ούτε αναπαυτική θέση για να βολευτούν κάποιοι, αλλά είναι καθημερινή κατάκτηση εν Πνεύματι και αληθεία. Και είναι ίσως χρήσιμο να θυμόνται ακατάπαυστα οι Ορθόδοξοι ότι σε κάθε περίπτωση η ορατή απειλή να διαβρωθεί η Ορθοδοξία από το πνεύμα του κόσμου τούτου δεν ξορκίζεται με κάποια μαγική φόρμουλα, αλλά ξεμπροστιάζεται με γνήσιες μαρτυρίες πίστεως και ζωής.

Ένα παράδειγμα εκτροπής προς το πνεύμα του κόσμου μπορεί να θεωρηθεί ο εθνοφυλετισμός. Ο εθνοφυλετισμός προσπάθεια δημιουργίας ανεξάρτητης Εκκλησίας ,οχι εξ αιτίας κρατικής διαίρεσης ή πολιτικής ανεξαρτησίας, αλλά λόγω «εθνικών διαφορών» (βλ. Β. Κ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, Αστηρ, 1959, 2η έκδ., 738-739) θεωρήθηκε ότι απειλεί για την αυθεντική φανέρωση και μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον κόσμο και καταδικάστηκε από Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (29.8-17.9.1872). Το πνεύμα των φυλετικών διαφορών όμως στην Ορθοδοξία δεν εξέλειπε, ως φαίνεται. Στο φύλλο του Ιουλίου-Αυγούστου 2002 (SOP 270) ο καθηγητής Νικόλαος Lossky γράφει ότι υπάρχουν ισχυρές τάσεις εθνοφυλετισμού σήμερα στην Ορθοδοξία και μάλιστα μεταξύ των νέων. Γράφει συγκεκριμένα ότι Έλληνες φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Nanterre του είπαν ότι δεν μπορεί να είναι κανείς Ορθόδοξος χωρίς να είναι Έλλην. Κάτι ανάλογο όμως του είπαν και Ρώσοι, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν ότι οι Έλληνες δεν είναι πλέον Ορθόδοξοι και μόνον οι Ρώσοι είναι γνήσιοι Ορθόδοξοι. Στο βαθμό που η μαρτυρία αυτή είναι αληθινή διαγράφεται και η ένταση κινδύνου σήμερα για μια εκτροπή. Θα ήταν μοιραίο αν το ευαγγελικό και αποστολικό πνεύμα σεβασμού προς πάντα τα έθνη και ενότητας πάντων, που αποπνέει η Ορθόδοξη εκκλησιολογία, κατέληγε να αναδειχτεί σε παράγοντα διχόνοιας, διενέξεων και διχασμού.

Η σημαντικότερη πρόκληση για την Ορθοδοξία σήμερα είναι η φανέρωση της ενότητάς της με συγκεκριμένο και πειστικό τρόπο. Δεν είναι ντροπή πολιτικοί ηγέτες, που στο κάτω κάτω δεν διαπνέονται κατ ανάγκην από άδολες χριστιανικές προθέσεις, να αγωνίζονται για την ενότητα των Ευρωπαίων, και οι χριστιανοί να παρουσιάζονται διηρημένοι ή να μην καταβάλλουν επί τέλους ακατάπαυστα προσπάθεια λύσης των προβλημάτων τους μέσα από τον διάλογο; Και είναι νομίζω ακόμα θλιβερότερο να βλέπει κανείς τις δυσκολίες διεξαγωγής διαλόγου μέσα στο σώμα της ίδιας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Για πολλοστή φορά διατυπώθηκε η άποψη ότι με την αρχή του 21ου αιώνα θα συνεκαλείτο η Πανορθόδοξη Σύνοδος, που προετοιμάζεται εδώ και μερικές δεκαετίες, χωρίς μέχρι στιγμής αποτέλεσμα. Ακόμα και αν δεν συντρέχουν λόγοι για την σύγκληση της Συνόδου- όπως αυτοί οι λόγοι κατά παράδοση εννοούνται- μετά από τόση προετοιμασία και δημοσιότητα είναι χρήσιμο να διακηρυχθεί κάπως ότι οι Ορθόδοξοι μπορούν ακόμα να καθίσουν γύρω από το ίδιο τραπέζι και να συνομιλήσουν, αλλά και να συμφωνήσουν πάνω σε δύσκολα θέματα που τους απασχολούν. Ακόμα και αν δεν συγκληθεί η Πανορθόδοξη Σύνοδος, είναι αναγκαίο να βρεθούν τρόποι παρουσίας των Ορθοδόξων από κοινού, συνεργασίας τους και διαμόρφωσης μιας κοινής φωνής, που θα τοποθετείται με σαφήνεια σε σημαντικά θέματα και θα βοηθά τους λαούς της Ευρώπης να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους, αλλά και την γενικότερη σύγχυση που επικρατεί. με την πείρα και το βίωμα των ανθρώπων της.

Από το άλλο μέρος η Ορθοδοξία συμμετέχει στο διάλογο για το μέλλον της Ευρώπης καταθέτοντας την πείρα και το βίωμά της. Η συμμετοχή στο διάλογο αυτό για τις περισσότερες αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες πραγματοποιείται μέσα από το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (ΚΕΚ), του οποίου είναι μέλη και που περιλαμβάνει συνολικά 127 μέλη με απόψεις που συχνά αποκλίνουν, αλλά και με ιδεολογικό υπόβαθρο ή πρακτική που συχνά διαφέρει από αυτή της Ορθοδοξίας. Η Εκκλησία της Ελλάδος διατηρεί ένα Γραφείο στις Βρυξέλλες, για να παρακολουθεί τα θέματα που συζητούνται στην ΕΕ και ενδιαφέρουν όχι μόνο τους Έλληνες ή τους Ευρωπαίους πολίτες της ΕΕ, αλλά και τους Ορθοδόξους που είναι πολίτες υποψηφίων χωρών μελών. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο επίσης διατηρεί το δικό του Γραφείο στις Βρυξέλλες προσφέροντας έτσι και αυτό, με το δικό του ειδικό βάρος, ένα πολύτιμο πυρήνα οργανωμένης Ορθόδοξης παρουσίας. Ο πυρήνας αυτός θεωρώ ότι είναι ανάγκη να αναπτυχθεί προς όλες τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και να τις ενθαρρύνει να συμμετάσχουν στην προσπάθεια ενωμένης, ισχυρής και γι αυτό πειστικής προς τους Ευρωπαίους παρουσίας. Το Πατριαρχείο της Μόσχας θα έχει σε λίγο το δικό του Γραφείο στην ΕΕ. Στο σημείο αυτό θέλω να υπογραμμίσω ότι σαφές ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν μπορούν να συμμετάσχουν στο διάλογο για το μέλλον της Ενωμένες Ευρώπης χωριστά η μία από την άλλη. Θα ήταν ένα σχήμα οξύμωρο. Ούτε πάλι η μια ή η άλλη Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να αναλάβει την βαριά ευθύνη της εκπροσώπησης όλων των άλλων. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να δοθεί στους Ευρωπαίους συνομιλητές της Ορθοδοξίας η λανθασμένη εντύπωση ότι η απουσία του ενός ή του άλλου δείχνει ανικανότητα ή αδιαφορία συμμετοχής στο διάλογο για το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Μήπως δεν μπορούν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες να συνεργασθούν στα πλαίσια ενός δικού τους ας πούμε Διαρκούς Συμβουλίου ή Φόρουμ με τη Γραμματεία του, κατά τα πρότυπα λειτουργίας π.χ. μιας Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ώστε να συμβάλουν στο διάλογο με τη δική τους εμπειρία, φωνή και γνώση; Το ερώτημα νομίζω δεν επιδέχεται αρνητική απάντηση, διότι αυτή θα ισοδυναμούσε με αναγγελία θανάτου ανάλογη με την δήλωση της Πυθίας, που σηματοδότησε το τέλος της ελληνικής αρχαιότητας: χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά, απέσβετο και λάλον ύδωρ.

Είναι επίσης σημαντικό να υπογραμμισθεί ότι το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη θέλει να αναγνωρίσει την Ορθόδοξη Παράδοση ή αν μπορεί να διακρίνει ανάμεσα στην Ορθοδοξία, τον Ρωμαιοκαθολικισμό και τον Προτεσταντισμό. Εξ άλλου το ερώτημα νομίζω έχει απαντηθεί από την Ευρώπη σαφώς και μάλιστα με συνθηματικό τρόπο: η Ευρώπη επιδιώκει την ενότητα μέσα στη διαφορετικότητα- αυτό είναι το σύνθημά της. Στην πραγματικότητα όμως το ερώτημα είναι άλλο: αν οι Ορθόδοξοι δίνουν σήμερα μια αυθεντική μαρτυρία της Παράδοσής τους στον κόσμο και ειδικά στην Ευρώπη. Με αυτό εννοώ ότι δεν είναι η Ορθοδοξία ένα σύστημα αξιών ή ηθικών διατάξεων, που μπορεί κάποιος ιδεολογικά να αποδεχθεί ή να ιδιοποιηθεί ας πούμε με μια δήλωση, αλλά είναι η φανέρωση του όλου Χριστού (totus Christus) σε συγκεκριμένο πρόσωπο, που με την δύναμη του Παναγίου Πνεύματος εκφράζει στην ύπαρξή του το θέλημα του Θεού Πατρός. Ορθοδοξία είναι η διακήρυξη με δοξολογικό τρόπο- και όχι αυτάρεσκα ή αλαζονικά- ότι πραγματοποιήθηκε η ευχή που δίνεται κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας: η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων ημών. Τίποτα περισσότερο, αλλά και τίποτα λιγότερο από την ομολογία ότι τα ελλείποντα τοις ανθρώποις συμπληρώθηκαν επί τέλους με την αγάπη, τη χάρη και τη δύναμη του Θεού, για να δοξάζεται στον κόσμο όχι ο άνθρωπος με τα έργα του, αλλά ο Θεός. Αυτή την αποστολή και αυτό τον ρόλο έχει η Ορθοδοξία σήμερα: να εκφράσει την πίστη μετά λόγου γνώσεως ότι η δύναμη του Θεού δεν εξυπηρετεί μεμονωμένα συμφέροντα, ούτε είναι ένα βαρύ και μεγάλο ραβδί που πέφτει στα κεφάλια των αντιφρονούντων, αλλά είναι η δύναμη που εγγυάται την αιωνιότητα της αλήθειας, της ζωής και της δικαιοσύνης ακόμα και αν στρατοί, κυβερνήσεις και αποφάσεις κινηθούν εναντίον τους. Η Ορθοδοξία πάνω από όλα δεν καλεί κανένα σε επίδειξη δυνάμεως και κοσμικής δόξας, αλλά καλεί όλους να επιδείξουν πνεύμα διακονίας προς δόξαν Θεού, ο οποίος και δοξάζει δια του Υιού Του τον άνθρωπο. Αν υπάρξει έκπτωση από αυτή τη θέση, αν θεωρηθεί ότι αντικαθιστούμε έτσι τον πολιτικό ρεαλισμό με ένα ευχολόγιο εσχατολογικού περιεχομένου, θα υπάρξει και εκτροπή της Ορθοδοξίας προς την αναζήτηση στηριγμάτων σε κέντρα κοσμικής εξουσίας ανεξάρτητα από την αυθεντία της δυνάμεως του Θεού της αγάπης. Θα διερωτηθεί τότε κάποιος ευλόγως τι είδους Ορθοδοξία είναι αυτή που παραμερίζει την αποστολή φανέρωσης του όλου Χριστού, για να αναλωθεί στην προσπάθεια διατύπωσης εδώ και εκεί νομικών εκφράσεων που αποβλέπουν στην κατοχύρωση συμφερόντων ας πούμε ενός ισχυρού θεσμικού φορέα. Θα πρέπει ακόμα να τονισθεί εδώ ότι η Ορθοδοξία ουδέποτε επιχείρησε να εγκαταστήσει στον κόσμο ένα θεοκρατικό πολίτευμα. Ούτε ξέχασε ότι «εν τω κόσμω τούτω θλίψιν» θα έχουμε, ούτε ότι είμαστε πάροικοι εδώ. Ο κόσμος είναι ατελής, γιατί τον σημαδεύει μια αρχική αποτυχία που τον καθιστά πεπτωκότα.. Ενδεχόμενη προσπάθεια εγκατάστασης του παραδείσου στον κόσμο θα οδηγούσε σε αλλεπάλληλες διαψεύσεις. Ούτε όμως πάλι μπορεί η Εκκλησία να πάψει να αγωνίζεται παραπέμποντας τη λύση των προβλημάτων και την αναζήτηση της δικαιοσύνης σε κάποιο ιδεολογικό έσχατο. Σε τέτοια περίπτωση θα λησμονούσε «τα τέρατα και σημεία», τα έργα της Χάριτος του Θεού, που έχουν επιτελεσθεί και επιτελούνται ακατάπαυστα σε τόπο και χρόνο. Και αν κάποιος διερωτηθεί κατά πόσο είναι δυνατό να γίνει κάτι, μπορεί να ακούσει, αν θέλει, ότι «τα αδύνατα παρά τοις ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστιν» (Λουκ 18, 27).

Την περίοδο αυτή που γίνονται έντονες συζητήσεις για το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πρέπει να λειτουργήσει η ΕΕ κατά τις επόμενες δεκαετίες είναι φυσικό η Ορθοδοξία να παρακολουθεί και να συμμετέχει στο σχετικό διάλογο. Τόσοι και τόσοι φορείς όχι μόνον επιθυμούν, αλλά και ενθαρρύνονται από την ΕΕ να συμμετάσχουν στο διάλογο, η Εκκλησία θα μείνει απέξω; Η συμμετοχή αυτή όμως δεν γίνεται σε καμιά περίπτωση από θέσεως προνομιακής ή ισχύος. Είναι αναμφίβολα μια δύσκολη εμπειρία και άσκηση ιδιαίτερα για τις ιστορικές χριστιανικές Εκκλησίες, με την μακρά παράδοση και τον ρόλο που διαδραμάτισαν στη διάρκεια είκοσι αιώνων ευρωπαϊκής ιστορίας, σήμερα να κάθονται πλάι σε πάμπολλες άλλες μικρές οργανώσεις, που δημιουργήθηκαν περίπου χθες, και να συνομιλεί επί ίσοις όροις με αυτές. Όπως είναι επίσης αλήθεια ότι παρατηρείται και μια τάση περιθωριοποίησης των Εκκλησιών με την αποφυγή ρητής αναφοράς τους σε επίσημα κείμενα ή αναφοράς στο χριστιανισμό ως βασικό συστατικό στοιχείο της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Στο Προοίμιο της Συνθήκης της Νίκαιας, τον Δεκέμβριο 2000, με πρωτοβουλία της Γαλλικής προεδρίας, αφ ενός δεν υπήρξε καμία αναφορά στη χριστιανική παράδοση της Ευρώπης, αφ ετέρου αντικαταστάθηκε η λέξη θρησκεία με την λέξη πνευματικότητα. Στην επιλογή αυτή είναι σαφής η προσπάθεια μετάθεσης του συλλογικού χαρακτήρα της θρησκείας στον ιδιωτικό χαρακτήρα της πνευματικότητας. Με άλλα λόγια η θρησκεία δεν ενδιαφέρει το νομοθέτη ή τα όργανα της διακυβέρνησης, αλλά τη συνείδηση του ανθρώπου. Πρόκειται για μια τάση που προσιδιάζει στην μεταμοντέρνα εποχή, για την οποία θα μιλήσουμε αργότερα. Το θέμα προκάλεσε εκτενείς συζητήσεις και αντιδράσεις.

Από την πλευρά των χριστιανικών Εκκλησιών διατυπώθηκαν παράπονα και αντιδράσεις. Η Εκκλησία της Ελλάδος επίσης αντέδρασε με Δήλωση της Ιεράς Συνόδου. Πέρα από τις πέρα για πέρα δικαιολογημένες αυτές αντιδράσεις ως Ορθόδοξος επίσκοπος θεωρώ ότι ένα σχόλιο ακόμα πρέπει να γίνει. Συνομιλώντας με Ευρωπαίους και παράγοντες της ΕΕ τους τελευταίους είκοσι μήνες αναγνωρίζω ότι ο διάλογος για το μέλλον της Ευρώπης δεν μπορεί πλέον να γίνει με τις προϋποθέσεις ή τους όρους που γινόταν στην Ελλάδα ή σε οποιαδήποτε μεμονωμένη χώρα. Ο διάλογος θα γίνεται στο εξής, είτε το θέλουμε είτε όχι, με τις προϋποθέσεις που επιβάλλει μια εντελώς νέα κατάσταση πραγμάτων, δηλαδή η συνάντηση και συμμετοχή πολλών εθνών, παραδόσεων, θρησκειών και αντιλήψεων σε μια οικογένεια. Η νέα αυτή κατάσταση επιβάλλει να καταβληθεί προσπάθεια κυρίως από τις μεγάλες χριστιανικές Εκκλησίες, να επικοινωνήσουν με τους Ευρωπαίους συνομιλητές τους σε γλώσσα που τους είναι κατανοητή. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε τους όρους και τις διατυπώσεις της αλήθειας της πίστης μας περιχαρακωμένοι στα χαρτογραφημένα όρια που γνωρίζουμε και ελέγχουμε απόλυτα. Κάτι τέτοιο θα κατέληγε πάραυτα στην περιθωριοποίησή μας και θα μας καθιστούσε απλά γραφικούς τύπους έτοιμους για την προθήκη ενός μουσείου (ίσως Ευρωπαϊκού). Αντίθετα είναι επιτακτική ανάγκη, υπακούοντας στην ευαγγελική εντολή να μαθητεύσουμε «πάντα τα έθνη», να συμμετάσχουμε στο διάλογο όχι ως κωφοί, αλλά με προσοχή και σεβασμό στα μέσα επικοινωνίας που διαθέτουν οι συνομιλητές μας. Είναι μια μεγάλη ευκαιρία αυτή που μας δίδεται να επιχειρήσουμε ως χριστιανοί και ως Ορθόδοξοι να διευρύνουμε τις έννοιες, που ούτως ή άλλως έχουν τεθεί και θα χρησιμοποιηθούν ευρύτατα στις δεκαετίες που έρχονται, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Μέσα στο πνεύμα αυτών που μόλις είπα, θα ήθελα να πάρω ως παράδειγμα τον όρο πνευματικότητα και να παρατηρήσω ότι οι Ορθόδοξοι έχουμε να πούμε πολλά, και νομίζω χρήσιμα, για το περιεχόμενό του, γιατί όχι παράλληλα και με άλλους που δίνουν τη δική τους ερμηνεία στον όρο αυτό. Πνευματικότητα για την Ορθοδοξία σημαίνει πάνω από όλα μετάνοια. Χωρίς μετάνοια πνευματικότητα δεν υπάρχει. Η μετάνοια είναι εκείνη που συνδέει το άτομο με το θέλημα του Θεού, το αναδεικνύει σε πρόσωπο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, το καθιστά πνευματοφόρο και εκφραστή Ορθοδόξου πνευματικότητας. Θέλημα Θεού είναι ακόμα η συγγνώμη «έως εβδομηκοντάκις επτά» (Ματθ 18, 22). Ο άνθρωπος συγχωρεί και «συγχωρείται» με όλους βιώνοντας έτσι μια εμπειρία ενότητας, που ζωογονείται από το Πνεύμα της αληθείας. Χωρίς αυτή την προσωπική αφιέρωση στο θέλημα του Θεού η πνευματικότητα μεταβάλλεται από προσωπική μαρτυρία σε μια ασαφή πολιτιστική έννοια, που την διαλέγουμε, όπως τόσα άλλα προϊόντα, για να την καταναλώσουμε. Μετάνοια, συγχώρεση και σύνδεση με το θέλημα του Θεού, η γνώση του Θεού, όπως λέμε στη γλώσσα των Πατέρων, δεν επιτελείται χωρίς τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Αυτό φανερώνει το θέλημα του Θεού στις ατομικές υπάρξεις που αναδεικνύονται σε πρόσωπα, δηλαδή ανθρώπους ενωμένους με τον Θεό και με όλους τους άλλους, που είναι οπωσδήποτε εικόνες Θεού. Μπορεί να διαφέρουμε ως προς το φύλο, την ηλικία, το έθνος, στο οποίο ανήκουμε, τη γλώσσα που μιλάμε, το επάγγελμα που ασκούμε, την εκπαίδευση που έχουμε λάβει, το αξίωμα που κατέχουμε, τα προσωπικά επιτεύγματα του καθενός, τον χαρακτήρα, τις συνήθειες, γράφει στη Μυσταγωγία του ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Όμως, όλους μάς αναγεννά το Πανάγιο Πνεύμα και δι Αυτού όλοι αναδημιουργούμαστε (1, PG 31,925A-928B). Σε αυτή την νέα κατάσταση ενότητας προσώπων, που συνιστά μια αναγέννηση και αναδημιουργία, οι Ορθόδοξοι ομολογούμε ότι μπορεί να φανερωθεί και να λάμψει το θέλημα του Θεού, όπως διατυπώνεται στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο (17, 21): «ίνα πάντες εν ώσιν».

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Διευθυντή 2002 β. Η Ορθοδοξία και ο ρόλος της στη ΕΕ.