Διευθυντή

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ, ΔΕΥΤΕΡΑ 29 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2018, ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΧΑΪΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

        Ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας κ. Γαβριήλ ευγενώς μου πρότεινε να συμβάλω στη συζήτηση που έχει από καιρό αρχίσει σχετικά με το μάθημα των θρησκευτικών. Μου διευκρίνισε ότι θα επιθυμούσε να προσεγγίσω το θέμα υπό το φως σχετικών ρυθμίσεων και εξελίξεων στο εκπαιδευτικό σύστημα των κρατών μελών της ΕΕ. Το θέμα, όπως καταλαβαίνετε, είναι τεράστιο, διότι έχει να κάνει με συγκεκριμένες ιστορικές εξελίξεις σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, οι οποίες διαμόρφωσαν και τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας σε κάθε περίπτωση. Θα επιχειρήσω όσο πιο σύντομα γίνεται να δώσω κάποια στοιχεία της ευρωπαϊκής επικαιρότητας και θα προχωρήσω σε κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με τις εξελίξεις στη χώρα μας. Η παρέμβασή μου αυτή δεν εκπροσωπεί κανέναν πέραν της ταπεινότητάς μου. Για την ευκαιρία που μου δίδετε σήμερα, Σεβασμιότατε, σας ευχαριστώ.

                Θα τοποθετηθώ στο θέμα μου με πέντε κύρια σημεία.

 

1. Η θρησκευτική κληρονομιά της Ευρώπης.

        Στο Προοίμιο της Συνθήκης της Λισσαβόνας (η οποία υπογράφηκε επίσημα στη Λισσαβόνα στις 13 Δεκεμβρίου 2007 και άρχισε να ισχύει από την1η Δεκεμβρίου 2009) αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οι αρχηγοί των κρατών μελών της ΕΕ

“ΕΜΠΝΕΟΜΕΝΟΙ από την πολιτιστική, τη θρησκευτική και την ανθρωπιστική κληρονομιά της Ευρώπης, από την οποία αναπτύχθηκαν οι παγκόσμιες αξίες των απαράβατων και αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώ­που, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας και του κράτους δικαίου.

………….

ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ την προσήλωσή τους στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου,

……………….

ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ βαθύτερες σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ των λαών τους και ταυτόχρονα σεβόμενοι την ιστορία, τον πολιτισμό και τις παραδόσεις τους”

………

ΙΔΡΥΟΥΝ την Ευρωπαϊκή Ένωση.

        Επομένως η θρησκευτική κληρονομιά της Ευρώπης είναι θεσμικά πλέον μια από τις πηγές των αρχών και αξιών, τις οποίες η ΕΕ αναλαμβάνει να προασπίσει και να προωθήσει.

 

2. Η επικουρικότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

        Η εκπαίδευση γενικώς και το μάθημα των θρησκευτικών ειδικώς εντάσσεται στην σφαίρα ευθύνης κάθε κράτους μέλους της ΕΕ στη βάση της ευρωπαϊκής αρχής της επικουρικότητας και στη βάση του δικαιϊκού συστήματος κάθε κράτους μέλους. Η ΕΕ μπορεί να ομιλεί γενικώς για την εφαρμογή των αρχών και αξιών της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ισότητας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν υπαγορεύει στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τον τρόπο με τον οποίον αυτές οι αξίες και αρχές θα παρουσιασθούν στους εκπαιδευόμενους καθόσον μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε να εκληφθεί ως άρση της θεσμικά κατοχυρωμένης αρχής σεβασμού στην ιστορία, τον πολιτισμό και τις παραδόσεις των ευρωπαϊκών λαών. Από την Συνθήκη του Άμστερνταμ του 1997 και μέχρι σήμερα η ΕΕ σε επίσημα κείμενά της τονίζει ότι τα ζητήματα που αφορούν στις σχέσεις Πολιτείας -Εκκλησίας καθώς και στη διδακτέα ύλη της παιδείας δεν είναι ζητήματα της αρμοδιότητάς της.

 

3. Το παράδειγμα του Βελγίου.

              Το θέμα της διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία κάθε κράτους μέλους της ΕΕ είναι σύνθετο και πολύπλοκο και γι αυτό αδύνατο να παρουσιασθεί επαρκώς στα πλαίσια της σύντομης ομιλίας μου. Στο διαδίκτυο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν πολλές χρήσιμες πληροφορίες. Εδώ θα παρουσιάσω μόνον ορισμένες πτυχές του θέματος, όπως είναι σε εξέλιξη στο Βέλγιο, όπου ζω τα τελευταία δέκα επτά χρόνια.

        Στο Βέλγιο μια ζωηρή συζήτηση άρχισε την δεκαετία του 1950 για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας με κύριο διακύβευμα την εκπαίδευση. Είχε προηγηθεί σχετική συζήτηση στα τέλη του 19ου αιώνα, παράλληλα με τις ιδεολογικές εξελίξεις στη Γαλλία, οι οποίες κατέληξαν στον περιβόητο νόμο του 1905 και στην θεσμοθέτηση της εκλαΐκευσης (Laicité). Αντίθετα στο Βέλγιο επικράτησε η Ρωμαιοκαθολική ιεραρχία έναντι των εκλαϊκευτικών τάσεων διαφόρων αντιπάλων πολιτικών κομμάτων. Ο βασιλικός θεσμός στη χώρα αυτή συνέβαλε στην εν λόγω εξέλιξη. Το Σύμφωνο για τα Σχολεία (pacte scolaire) της 29ης Μαΐου 1959, πάντως, είναι ο βασικός νόμος πάνω στον οποίον στηρίχτηκαν όλες οι μετέπειτα εκπαιδευτικές τροποποιήσεις νόμων στο Βέλγιο. Ως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα σχολεία στο Βέλγιο ήταν κυρίως εκκλησιαστικά-καθολικά. Στη συνέχεια εντάθηκε το αντικληρικαλικό πνεύμα. Το χρονικό ορόσημο του 1988 με την ομοσπονδιοποίηση του Βελγίου επέτρεψε την εκπαιδευτική διαφοροποίηση στις τρεις περιοχές του βελγικού βασιλείου, την γαλλόφωνη, την ολλανδόφωνη και την γερμανόφωνη. Σήμερα τα εκκλησιαστικά-καθολικά σχολεία στη χώρα αυτή είναι περίπου το 60% και 40% είναι κρατικά. Μεγαλύτερο ποσοστό καθολικών σχολείων υπάρχει στη Φλάνδρα, επειδή η καθολική κοινότητα εκεί έχει πιο έντονο συναίσθημα αντίστασης στην πίεση που δέχεται από την κατά πλειονοψηφία προτεσταντική Ολλανδία. Η γαλλόφωνη Βαλωνία δέχεται περισσότερο την επίδραση τάσεων εκκοσμίκευσης από την γειτονική Γαλλία. Η ιστορική και γεωπολιτική πραγματικότητα κάθε κράτους ή και επί μέρους κοινότητας ενός κράτους επηρεάζει και τα εκπαιδευτικά δεδομένα και τις πολιτικές λύσεις που δίδονται.

        Τι σημαίνει η διάκριση αυτή που ανέφερα μεταξύ καθολικών και κρατικών σχολείων στο Βέλγιο;

        Στα καθολικά σχολεία οι μαθητές υποχρεούνται να παρακολουθήσουν το μάθημα των θρησκευτικών και στις δώδεκα τάξεις της εγκυκλίου εκπαιδεύσεως για δυο ώρες εβδομαδιαία. Όσοι γονείς και μαθητές δεν επιθυμούν κάτι τέτοιο παραπέμπονται σε κρατικά σχολεία. Στα τελευταία αυτά το κράτος υποχρεούται να εξασφαλίσει διδακτικό προσωπικό για την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών ακόμα και αν υπάρχει ένας μόνον μαθητής που ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει τα θρησκευτικά. Το σημείο αυτό για καθαρά οικονομικούς λόγους είναι αφετηρία ατέλειωτων διαπραγματεύσεων μεταξύ βελγικού Υπουργείου Παιδείας και τοπικών κοινοτήτων. Το ενδεχόμενο εισαγωγής διδασκαλίας του βουδισμού στα σχολεία είναι ένας επί πλέον πονοκέφαλος για τις αρμόδιες υπηρεσίες.

        Όσοι μαθητές κρατικών σχολείων δεν επιθυμούν να παρακολουθήσουν το μάθημα των θρησκευτικών έχουν την ευχέρεια να παρακολουθήσουν εναλλακτικά το μάθημα της ηθικής διαπαιδαγώγησης χωρίς ομολογιακό χαρακτήρα. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι στην περιοχή των Βρυξελλών η μεγαλύτερη συμμετοχή μαθητών αναλογικά είναι στις τάξεις όπου διδάσκεται το Ισλάμ, περίπου 50%.

        Εν τούτοις τον Μάρτη 2015 εκδόθηκε απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου του Βελγίου που αποφαίνεται ότι είναι στη διακριτική ευχέρεια των γονέων να ζητήσουν να μη διδάσκονται τα παιδιά τους στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση ούτε θρησκευτικά ούτε ηθική, χωρίς μάλιστα να υποχρεούνται να εξηγήσουν τους λόγους της απόφασής τους. Το σχολείο θα πρέπει να βρει τρόπο απασχόλησης των παιδιών που δεν επιθυμούν να παρακολουθήσουν μαθήματα θρησκευτικών ή ηθικής. Το θέμα αυτό είναι σε εξέλιξη και μελετάται από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. Ήδη στα γαλλόφωνα (όχι όμως στα φλαμανδόφωνα) κρατικά σχολεία οι δυο ώρες διδασκαλίας των θρησκευτικών με υπουργική απόφαση μειώθηκαν σε μια, ενώ η δεύτερη ώρα που καταργήθηκε αντικαταστάθηκε από την αγωγή του πολίτη.

        Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι σε εξέλιξη έντονη συζήτηση για τη σημασία της απεμπόλησης ομολογιακής διδασκαλίας από τα κρατικά σχολεία, όταν θρησκευτικά άχρωμοι διδάσκοντες εκπαιδεύουν επίσημα πλέον τα παιδιά προσεγγίζοντας με θετική επιχειρηματολογία θέματα όπως την θεωρία των φύλων, την ομοφυλοφιλία, την ευθανασία και τις εκτρώσεις. Διερωτώνται πολλοί μήπως καταπολεμάται ο ένας υποτιθέμενος θρησκευτικός δογματισμός με έναν δογματισμό της εκκοσμίκευσης και κατά πόσον αυτό συμβάλλει στην οικοδόμηση μιας υγιούς και αειφόρου κοινωνίας.

        Στο διαδίκτυο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες πάμπολλα διασκεδαστικά ανέκδοτα που χρωματίζουν έντονα την σύγχυση που επικρατεί στους πολίτες αφού ο κάθε ευρωπαίος αντιμετωπίζει πλέον άλλοτε με σκεπτικισμό και άλλοτε με ευτράπελη διάθεση καταστάσεις που κυμαίνονται μεταξύ αστειότητας και ανευθυνότητας.

 

4. Η σημασία της αφήγησης.

        Στη ρητορική της ΕΕ μια φράση κλειδί που ακούγεται συχνά εδώ και χρόνια είναι ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα ανανεωμένο αφήγημα (narrative), έναν ανανεωμένο αφηγηματικό τρόπο για να παρουσιασθεί πειστικά το ευρωπαϊκό όραμα. Από τη μια το Brexit, από την άλλη η πίεση από τις οικονομικές αντιθέσεις βορρά νότου και οι ενδοευρωπαϊκές εντάσεις εξ αφορμής του μεταναστευτικού ζητήματος καθιστούν επιτακτική την ανάγκη πειστικής και δημιουργικής παρουσίασης του ευρωπαϊκού μοντέλου στους ευρωπαίους πολίτες. Είναι γενική η πεποίθηση ότι η επιτυχία ή η αποτυχία στην ανανεωμένη και δημιουργική παρουσίαση του ευρωπαϊκού μοντέλου είναι θέμα υπαρξιακό, θέμα επιβίωσης και αειφορίας της ΕΕ.

        Στην εποχή που οι τρόποι διάδοσης ψευδών ειδήσεων (fake news), διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, κατασυκοφάντησης θεσμών και προσώπων πολλαπλασιάζονται παράλληλα με την τεχνολογική ανάπτυξη αντιλαμβάνονται όλοι πόσο σημαντικό είναι να ενημερωθεί η κοινή γνώμη με σαφήνεια, διαφάνεια και υπευθυνότητα για το τι αντιπροσωπεύει η ΕΕ. Οι Άγγλοι έμαθαν από το τεράστιας κυκλοφορίας “κίτρινο” φύλλο Sun ότι οι Βρυξέλλες ήθελαν να τους… εξανδραποδίσουν, να τους κάνουν υπηρέτες τους. Επομένως “ζήτω το Brexit”, ζήτω η ελευθερία από τα ευρωπαϊκά δεσμά. Τώρα που οι Άγγλοι βλέπουν καθαρότερα τις συνέπειες της επίδρασης ύποπτων προσωπικών φιλοδοξιών πάνω στην έκβαση του δημοψηφίσματος, που κατέληξε στην απόφαση για έξοδο της Αγγλίας από την ΕΕ, καταλαβαίνουν ότι έχουν στα χέρια τους ένα καυτό τούβλο που δεν ξέρουν τι να το κάνουν. Μια άλλη ιστορία που κυκλοφορήθηκε ήταν για το golden boy X που αυγάτισε την περιουσία του, διεύρυνε τις επιχειρήσεις του και με ευρωπαϊκές οδηγίες για εργασιακά ζητήματα που ευνόησαν την δραστηριότητά του απασχολεί χιλιάδες εργαζόμενους με μισθούς που βαίνουν ολοένα μειούμενοι λόγω επιβεβλημένου μειωμένου ωραρίου απασχόλησης. Με τέτοιες διηγήσεις παράλληλες με αναφορές σε αμοιβές στελεχών της ΕΕ που ξεπερνούν την φαντασία των πολιτών διερωτάται κανείς τι μέλλον μπορεί να έχει η ΕΕ και για ποια συνοχή των κρατών μελών της μπορούμε να μιλάμε στα σοβαρά!

        Με συγχωρείτε για την παρένθεση που έκανα, αλλά την θεώρησα απαραίτητη για να έρθω στο κύριο θέμα μου που είναι η σημασία του αφηγήματος, ενός πειστικού αφηγήματος, προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα γιατί, πως και πότε οι άνθρωποι αξίζει να πορευθούμε μαζί και όχι χώρια. Η σημασία του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι το μάθημα αυτό υπάρχει, μπήκε αρχικά στο πρόγραμμα σπουδών των ελληνικών σχολείων, για να αφηγηθεί πως οι Έλληνες πορεύθηκαν τους τελευταίους είκοσι αιώνες μαζί και έκτισαν τον πολιτισμό τους με ένα στοιχείο που λέγεται πίστη, συγκεκριμένη πίστη στο Χριστό Σωτήρα και όχι αφηρημένη συναισθηματική κατάσταση που αφορά σε ένα πρόσωπο ατομικά. Με την έννοια αυτή η πίστη εννοείται ως συλλογικό αγαθό, ως αγαθό που εκφράζει την ταυτότητα ενός λαού, όχι ως ιδιωτική υπόθεση που ενδιαφέρει κάποιο μεμονωμένο άτομο. Τα θρησκευτικά ως μάθημα νοείται και έχει αξία ως διήγηση της πορείας ενός λαού μέσα στο χρόνο, ενός λαού που μοιράζεται κοινές αξίες, ενός λαού που αντιλαμβάνεται ότι χωρίς κάποιες κοινές αρχές που γίνονται σεβαστές από όλους και καλλιεργούν τον σεβασμό του ενός προς τον άλλο δεν μπορεί να υπάρξει η απαραίτητη σταθερή βάση κοινωνικής συνοχής.

        Μιλάω εδώ, όπως καταλαβαίνετε, για την ανάγκη ανάπτυξης συνειδήσεως σεβασμού στον χριστιανικό πολιτισμό ως κοινό αγαθό. Ο πολιτισμός ασφαλώς παρουσιάζεται με ποικιλομορφία στον κόσμο μας. Γεγονός πάντως είναι ότι η συνύπαρξη των διαφορετικών πολισμικών εκφράσεων εξαρτάται από την ασκημένη αντίληψη και διάθεση του καθενός να αντιλαμβάνεται ότι ο κάθε ξεχωριστός πολιτισμός είναι κοινωνικό αγαθό και όχι μέσο προώθησης συμφερόντων ή ιδεολογιών, οπότε εγείρονται υπόνοιες (συχνά τεχνιέντως) ότι ένας πολιτισμός, οι οπαδοί μιας θρησκείας, απειλείται ή τελεί υπό πίεση για ιστορικούς, κοινωνικούς, γεωπολιτικούς ή άλλους λόγους!

        Η χριστιανική θρησκεία και ειδικά η πατερική Ορθόδοξη πίστη της αγάπης είναι γεμάτη από διηγήσεις (και από την Π. και από την Κ. Διαθήκη, και από τα πατερικά και από τα αγιολογικά κείμενα και από την λογοτεχνία και από την καταγραφή περιστατικών από την ζωή απλών ανθρώπων) που αιώνες τώρα (οι διηγήσεις αυτές) γονιμοποίησαν τη σκέψη των προγόνων μας, ενέπνευσαν τη συγγραφή κειμένων που αποτελούν θησαυρούς στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, θωράκισαν την οικογένεια ως υγιές κύτταρο της κοινωνίας, βοήθησαν και άτομα και ομάδες ατόμων να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους και με τον περίγυρό τους φανερώνοντας έτσι την αξία της ειρήνης, της μετάνοιας, της υπομονής, της κατανόησης, της συγγνώμης και τελικά ανέδειξαν τη ζωή ως ένα πολυτίμητο αγαθό που μοιράζεται κάθε άνθρωπος πάνω στον πλανήτη μας. Αυτή τη διήγηση του λαού μας, τα αφηγήματα των Ελλήνων που ζουν και έζησαν και δημιούργησαν ένα πολιτισμό σε αυτόν τον τόπο και θέλουν να έχουν μια σαφή συνείδηση της ταυτότητάς τους, το αφήγημα που κάθε υπεύθυνος άνθρωπος αντιλαμβάνεται ως μέσο για την προαγωγή της κοινωνίας στηριγμένης σε σταθερές βάσεις δοκιμασμένες μέσα στην μακραίωνη και δύσκολη ιστορική πορεία του, αυτό το αφήγημα με το πρόσημο του αγαθού της πίστης έχει πρωτίστως αναθέσει ο Έλληνας στον υπεύθυνο διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών και αυτήν ακριβώς την ανάθεση ο νομοθέτης έχει θεσμικά επικυρώσει.

        Αυτή την πραγματικότητα μπορεί να μην την αντιλαμβάνονται πάντες με τον τρόπο που την περιγράφω, αλλά είναι χαρακτηριστικό -το υπογραμμίζω αυτό- ότι την αισθάνονται έντονα κυρίως οι Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό και εκείνοι που έζησαν σε άθεο ή εχθρικό προς τους χριστιανούς καθεστός, όπως στην Αλβανία, οι Έλληνες που ήλθαν παλαιότερα από την Αίγυπτο, τα μέρη της Τουρκίας, τον Καύκασο ή πρόσφατα την Μέση Ανατολή, όπου ένιωσαν ότι ο πολιτιστικός θησαυρός που μετέφεραν, η πίστη των προγόνων τους, αναδείχθηκε και διασώθηκε στη θρησκευτική τους συνείδηση, η οποία παρέμεινε ζωηρή. Αυτής της συνείδησης την καλλιέγεια καταλαβαίνω ότι ο Έλληνας νομοθέτης έχει αναθέσει στην ευθύνη της πολιτείας (Άρθρο 16, παράγραφος 2 του ελληνικού Συντάγματος).

        Το αφήγημα ως μέσο διάσωσης και διάδοσης κοινών αξιών και αρχών της πίστης είναι παλαιότατη παράδοση του ελληνικού πνεύματος. Με την αφήγηση οι αρχαίοι Έλληνες ανέπτυξαν τον χαρακτήρα που ο απόστολος Παύλος στην ομιλία του προς τους Αθηναίους στον Άρειο Πάγο επισήμανε με την χαρακτηριστική εκείνη εναρκτήρια φράση του: “βλέπω ότι είσθε από πάσης απόψεως πολύ θρήσκοι” (Πράξεις 17:22). Ο Πλάτων στους διαλόγους του- διαχρονικά αναγνωρισμένο κορυφαίο επίτευγμα της ανθρώπινης σκέψης- αναπτύσσει στα συγγράμματά του την τέχνη του αφηγήματος. Και ο άγιος Βασίλειος στην Ομιλία του προς τους νέους για την ωφέλεια που μπορούν να έχουν από τους αρχαιοελληνικούς λόγους αυτό επισήμανε: την ηθικοπλαστική σημασία των αφηγημάτων των αρχαίων προγόνων. Ο πατριάρχης Φώτιος τον 9ο αιώνα συντάσσει την Μυριόβιβλο, στην οποία διασώζει περίληψη αρχαιοελληνικών κειμένων που δεν σώζονται σήμερα, αλλά επελέγησαν από τον μεγάλο διαφωτιστή της Ορθοδοξίας ακριβώς για την ηθικοπλαστική τους αξία.

        Ηθικά μηνύματα διασώζουν και τα ιερά κείμενα άλλων θρησκειών. Η Π.Δ. για τους Εβραίους, αλλά και τους χριστιανούς, το Κοράνι για το Ισλάμ και η Μπαγκαβάτ Γκίτα για τους Ινδουϊστές. Το γεγονός ότι τα κείμενα αυτά περιέλαβαν στη μακραίωνη διαδικασία ολοκλήρωσής τους και σελίδες που περιγράφουν ιστορικές συγκυρίες και σύγκρουση συμφερόντων για την κατάκτηση της εξουσίας ή την υπεράσπιση γεωγραφικών περιοχών (π.χ. με αναφορές στο Κοράνι εναντίον “των απίστων”) θεωρώ ταπεινά ότι δεν μειώνει τον ηθικό χαρακτήρα του κορμού τους. Η καθολική απόρριψή τους εξ αφορμής επί μέρους ακροτήτων που παρεισέφρησαν σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες δεν δικαιώνει την θετική προσέγγιση του πλούτου της αρχαιοελληνικής σκέψης και γραμματείας από τους τρεις Ιεράρχες, οι οποίοι ασφαλώς δεν εκθείασαν την πίστη στο δωδεκάθεο, και των οποίων την μνήμη η Εκκλησία μας σήμερα τιμά. Όπως οι τρεις Ιεράρχες δεν απέρριψαν το σύνολο του πλούτου της αρχαιοελληνικής γραμματείας επειδή το υπόβαθρο της πίστης ήταν πολυθεϊστικό, έτσι και εμείς είναι χρήσιμο να αντλήσουμε τα μηνύματα με πανανθρώπινη αξία που εκπέμπουν αφηγήματα που υπάρχουν π.χ. στο Κοράνι. Εν τούτοις το πότε, το γιατί και το πως θα παρουσιασθούν τα μηνύματα αυτά στους μαθητές πρέπει- μακράν ιδεολογικών ερασιτεχνικών ακροβασιών- να ακολουθήσει μια αυστηρά επιστημονική εκπαιδευτική διαδικασία στηριγμένη στην ψυχολογία του παιδιού σύμφωνα με την ηλικία του.  

 

5. Παρατηρήσεις.

        Το τελευταίο σημείο που επιθυμώ να θίξω είναι για τα καθ’ ημάς. Μόνο σύντομη και ενδεικτική αναφορά μπορώ να κάνω. Σημειώνω ότι προχωρώ στις πιο κάτω τρεις παρατηρήσεις μου έχοντας ξεφυλλίσει τους φακέλους των Θρησκευτικών που χρησιμοποιούνται στις δώδεκα τάξεις των σχολείων μας και έχοντας πάρει κάποιες συνεντεύξεις από γονείς και μαθητές. Σημειώνω επίσης ότι δεν θεωρώ ότι υπάρχει το τέλειο βιβλίο και επομένως δεν θα αναφερθώ σε επί μέρους ελλείψεις των μαθητικών βοηθημάτων. Επί του θέματος εξ άλλου έχουν δημοσιευθεί ήδη πολλά άρθρα και έχει επισημανθεί η ανάγκη εκτεταμένων διορθώσεων και προσθηκών. Θα ήθελα όμως να μοιρασθώ μαζί σας τις πιο κάτω τρεις παρατηρήσεις μου.

       

        Η πρώτη παρατήρησή μου έχει να κάνει με την διαδικασία σύνταξης των εν λόγω φακέλων-βοηθημάτων. Δεν μιλάω στο σημείο αυτό για την επιστημονική επάρκεια του υλικού που εκτίθεται. Απλά διερωτώμαι κατά πόσον τα εγχειρίδια που χρησιμοποιούνται συντάχτηκαν με γνώμονα πρωτίστως τους κύριους αποδέκτες τους, δηλαδή τους μαθητές. Διερωτώμαι κατά πόσον το άγχος ή η πίεση που ασκήθηκε στους συντάκτες στα διάφορα στάδια πριν από την δημοσιοποίηση των εγχειριδίων επισκίασε την έγνοια να γίνουν αυτά ελκυστικά στους μαθητές, να προσελκύσουν το ενδιαφέρον τους. Γενικώς θεωρώ ότι καλογραμμένες σελίδες και ενδιαφέρουσα παρουσίαση του μαθησιακού υλικού είναι βασικής σημασίας στην εκπαιδευτική διαδικασία. Αντίθετα δυσνόητες αμπελοφιλοσοφίες ή ασύνδετες μεταξύ τους αποδελτιωμένες πληροφορίες, χωρίς τη διάσταση της αφήγησης που προανέφερα απωθούν και οδηγούν ενδεχομένως στο δυσάρεστο φαινόμενο οι μαθητές να καίνε τα εγχειρίδια “τελετουργικά” στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Με γονείς που άκουσα σε συζήτηση συμφώνησα ότι θα ήταν ευχής έργο με κάποιο τρόπο να ερωτηθούν και μαθητές και γονείς και διδάσκοντες, ώστε στην προσπάθεια βελτίωσης των εγχειριδίων να επιτευχθεί σιγά σιγά το καλύτερο αποτέλεσμα.

       

        Η δεύτερη παρατήρησή μου έχει να κάνει με την επιστημονική και διδακτική επάρκεια των διδασκόντων. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι υπάρχει αναμφίβολα συγκεντρωμένο στους φακέλους ένα πλούσιο υλικό που αναδεικνύει τις γνώσεις και το πολύπλευρο ενδιαφέρον σε πλήθος θεμάτων των συντακτών των φακέλων. Το υλικό αυτό μου θύμισε την πλούσια συλλογή έργων διαφόρων εποχών που εκτίθενται σε ένα μουσείο. Η παρουσίαση και ανάδειξή του φυσικά χρειάζεται εξειδίκευση. Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πολλοί και ικανοί διδάσκαλοι θρησκευτικών στην εκπαίδευση. Διερωτώμαι όμως αν όλοι οι δάσκαλοι είναι έτοιμοι επιστημονικά και παιδαγωγικά να βοηθήσουν τον μαθητή να κατανοήσει την αξία του προτεινόμενου υλικού, να αξιοποιήσει ορθά τις εντυπώσεις που προκαλεί το εκτιθέμενο υλικό. Θεωρώ ότι είναι ζωτικής σημασίας θέμα οι διδάσκοντες υποχρεωτικά να συμμετέχουν σε σεμινάρια, αν θέλουμε σοβαρά να μιλάμε για επιτυχημένη και υπεύθυνη παρουσίαση του προτεινόμενου μαθησιακού υλικού. Επιτρέψτε μου εδώ εν παρόδω και χωρίς σχόλια να σας αναφέρω την αλγεινή εντύπωση που μου προκάλεσε η αναφορά μιας μαθήτριας, που της πήρα συνέντευξη, όταν μου είπε ότι η πρώτη κουβέντα του θεολόγου της, όταν μπήκε στην αίθουσα διδασκαλίας, ήταν ότι δεν πιστεύει αυτά που καλείται να διδάξει, αλλά είναι υποχρεωμένος να ασκήσει ένα επάγγελμα για βιοπορισμό. Επισημαίνω το μεμονωμένο αυτό περιστατικό και σε καμία περίπτωση δεν επιθυμώ να προσβάλω τους αγαπητούς θεολόγους καθηγητές γενικώς.

        Η τρίτη και τελευταία παρατήρησή μου έχει να κάνει με το πολυσυζητημένο θέμα της θρησκειολογικής διάστασης του μαθήματος των θρησκευτικών. Δεν σας κρύβω ότι όταν πήρα στα χέρια μου τον φάκελο για την τρίτη δημοτικού και διάβασα την σύντομη αναφορά στο Ισλάμ, και άκουσα το οκτάχρονο αγοράκι που μου έδωσε τον φάκελο να μου λέει τι κατάλαβε από το σύντομο σημείωμα κατελήφθην από θυμηδία, όχι βέβαια επειδή θεώρησα το θέμα φαιδρόν. Αυτή ήταν η πρώτη μου αντίδραση. Δεν θα επιμείνω στην αρνητική τοποθέτηση των γενικώς ψύχραιμων γονέων του παιδιού στην συγκεκριμένη περίπτωση. Θα ήθελα όμως να επισημάνω εδώ την δικαιολογημένη κατά τη γνώμη μου έκφραση ανησυχίας της επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης στην επιστολή που απηύθυνε προ ημερών στον εξοχότατο υπουργό παιδείας και θρησκευμάτων. Στην επιστολή αυτή αναφέρεται μεταξύ άλλων και το εξής: “Εις καιρούς κατά τους οποίους πολλών ειδών συγχύσεις επικρατούν εν τη Κοινωνία ημών, θεωρούμε λανθασμένην την επιλογήν της εισαγωγής μιας επιπλέον «συγχύσεως» εις το μάθημα των Θρησκευτικών, δια της αδιακρίτου προβολής των θρησκειών και της άνευ της δεούσης προσοχής και διακρίσεως εξαγωγής βεβιασμένων συμπερασμάτων και μάλιστα εις το κομβικόν ζήτημα της πίστεως ενός ανθρώπου και μάλιστα ανηλίκου.”

        Δεν προχωρώ περαιτέρω σε κάποιο σχόλιο. Θα σας αναφέρω μόνον μια συνομιλία που είχα με τον αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κ. Αναστάσιο πάνω στο θέμα της παρουσιάσεως του Ισλάμ στη συγκεκριμένη ηλικία. Ο μακαριότατος υπήρξε καθηγητής μου στη θρησκειολογία, όταν φοιτούσα στο ΕΚΠΑ και είναι ως γνωστόν συγγραφέας κλασικής πλέον μελέτης για το Ισλάμ. Ήταν κατηγορηματικός σε ένα κρίσιμο σημείο. Τα παιδιά στη χώρα μας, τόνισε, είναι χρήσιμο να μάθουν και για τις άλλες θρησκείες, αλλά πρωτίστως πρέπει να μάθουν για τον θησαυρό της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης, όπως ακριβώς πρέπει να μάθουν μια γλώσσα καλά και να εκφράζονται σε αυτήν με επάρκεια πριν επιχειρήσουν να εμβαθύνουν και σε άλλες γλώσσες. Ο βαθμός ικανότητας χειρισμού μιας γλώσσας ή ενός μουσικού οργάνου, είπε χαρακτηριστικά ο μακαριότατος, ρυθμίζει την μαστοριά που αποκτά κανείς στο χειρισμό και άλλων γλωσσών ή μουσικών οργάνων. Η ανεξέλεγκτη και τυχαία ενασχόληση με πολλές γλώσσες ή με πολλά μουσικά όργανα ταυτόχρονα καταλήγει σε σύγχυση ή σε αδιαφορία και συνήθως σε αμάθεια.

        Στην παρατήρηση του μακαριοτάτου θα προσθέσω ότι όταν κάνεις ο,τιδήποτε χωρίς ενδιαφέρον και χωρίς αγάπη καταλήγει και ο ίδιος και το δημιούργημά του στον καιάδα της λήθης. Ας σκεφθούμε όλοι σοβαρά και υπεύθυνα τους κινδύνους που εμφωλεύει το φάσμα της λήθης, όταν μιλάμε για την Ελλάδα όχι μόνο ως κρατική ενότητα, αλλά κυρίως ως πολιτιστική παρακαταθήκη πολύτιμη για όλη την ανθρωπότητα.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Διευθυντή 2018 Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ