Συνεργατών

Δρ. Κυριάκος Ρέβελας: Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και δημοκρατία

Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και δημοκρατία

Κυριάκος Ρέβελας

Διδάκτωρ Οκονομικών και Πολιτικών Επιστημών, πρώην στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συνεργάτης της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στους Ευρωπαïκούς θεσμούς

revelas Copy

 

Ι. Ιστορική ανασκόπηση

Η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι μια ιστορική διαδικασία που διαρκεί ήδη 70 χρόνια. Η αρχική ώθηση για την έναρξη της ενοποίησης προήλθε από τις εμπειρίες των καταστροφικών Παγκοσμίων Πολέμων. Ιδέες, προτάσεις και σχέδια είχαν ήδη αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, αλλά έλαβαν σάρκα και οστά μετά το 1945. Στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο η διατήρηση της ειρήνης στην ευρωπαϊκή ήπειρο απετέλεσε την κύρια κινητήρια δύναμη της ενοποιητικής διαδικασίας μέσω της οικονομικής ολοκλήρωσης. Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου η διεύρυνση της συνεργασίας σε όλους τους τομείς της οικονομίας και η εμβάθυνση της οικονομικής ολοκλήρωσης (Συνθήκες της Ρώμης, 1958) συνέβαλαν αποφασιστικά στην κοινωνία της ευημερίας μέσω της ορθολογικής οργάνωσης της παραγωγής και διανομής αγαθών και υπηρεσιών στην μεγάλη αγορά της Ευρωπαϊκής Κοινότητος. Σταδιακά, από τη διατήρηση της ειρήνης το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε προς την επίτευξη υψηλού βαθμού ευημερίας και την επέκταση του κοινωνικού κράτους.

Οι ιστορικές αλλαγές με αφετηρία το 1989 (διάλυση πολυεθνικών κρατών, τέλος του διπολικού συστήματος) εγκαινίασαν την μεταψυχροπολεμική περίοδο και επέτρεψαν την ενοποίηση της Γερμανίας και την ένταξη νέων μελών από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη (καθώς και της Κύπρου και Μάλτας). Η αστάθεια στη γειτονιά της Ευρώπης και νέες απειλές ασφάλειας επέβαλαν να ενισχυθεί ο διεθνής ρόλος της ΕΕ με την επέκταση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε νέα πεδία δράσης (δύο νέοι πυλώνες, κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας και άμυνας αφενός και συνεργασία στον τομέα της δικαιοσύνης και εσωτερικής ασφάλειας αφετέρου) και την ίδρυση της ΕΕ με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1993). Στη συνέχεια η ψηφιακή επανάσταση και η εντατικοποίηση της διαδικασίας οικονομικής ολοκλήρωσης σε πλανητικό επίπεδο (παγκοσμιοποίηση) συνοδεύθηκαν από την εμφάνιση ή ενίσχυση αρνητικών φαινομένων, κινδύνων και απειλών όπως η επιβάρυνση του περιβάλλοντος (κλιματική αλλαγή, εξάντληση των φυσικών πόρων), το οργανωμένο έγκλημα, η διεθνής τρομοκρατία, και μεταναστευτικές/προσφυγικές ροές, μεταξύ άλλων.

Οι εξελίξεις των τελευταίων 30 ετών έφεραν το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι πιο κοντά στους πολίτες και συνέβαλαν στη συνειδητοποίηση ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση επηρεάζει πλέον άμεσα την ζωή του καθενός. Οι εξελίξεις αυτές ευλόγως οδήγησαν στην διερώτηση για τον τρόπο άσκησης πολιτικής και λήψης αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και επομένως στον προβληματισμό σχετικά με τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος της ΕΕ. Βλέπουμε λοιπόν ότι το κέντρο βάρους της ευρωπαϊκής ενοποίησης μετατοπίστηκε με την πάροδο των δεκαετιών από τη διατήρηση της ειρήνης αρχικά, στην επίτευξη ευημερίας στη συνέχεια, την επιδίωξη διεθνούς παρουσίας αργότερα και την απαίτηση δημοκρατίας πιο πρόσφατα.

Η εξέλιξη της ΕΕ μπορεί, υπό το πρίσμα της δημοκρατίας και από τη σημερινή σκοπιά, να περιγραφεί ως διαλεκτική σχέση μεταξύ των πολιτικών ελίτ και των πολιτών σε διαδοχικές φάσεις.

α) ανεκτική συναίνεση (permissive consensus) όπου οι κυβερνώσες ελιτ ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας για ειρήνη και ευημερία μετά τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους με ελάχιστη εμπλοκή των πολιτών (άμεση εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από το 1979, αλλά με περιορισμένες αρμοδιότητες).

β) από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και μετά μέσω της διεξαγωγής δημοψηφισμάτων προς επικύρωση διαδοχικών Συνθηκών και της ενίσχυσης του ρόλου του Κοινοβουλίου οι πολίτες αποκτούν ρόλο και λόγο στα τεκταινόμενα στην ΕΕ, και αντιδρούν πολλές φορές αρνητικά, δείχνουν στις κυβερνώσες ελίτ τη δυσαρέσκεια και τη δύναμή τους, ενώ ξεκινά και εντείνεται η συζήτηση περί δημοκρατικού ελλείμματος (περιοριστική διαφωνία, constraining dissensus,Hooghe/Marks).

γ) μετά τη διεύρυνση του 2004 με την ένταξη 10 νέων κρατών μελών, την απόρριψη της Συνταγματικής Συνθήκης το 2005 σε Γαλλία και Κάτω Χώρες, τη διεθνή χρηματο-οικονομική κρίση, την κρίση του ευρώ και αλλαγές στη διακυβέρνηση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (2008-2012), την προσφυγική κρίση από το 2015 και το δημοψήφισμα του Brexit το 2016, τα πολιτικά συστήματα σε πολλά κράτη μέλη αντιμετωπίζουν ένα κύμα λαϊκισμού με συνέπεια η διακυβέρνηση να καθίσταται δυσχερέστερη σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Μια σειρά από μεταρρυθμίσεις θα διευκόλυναν τη λήψη αποφάσεων και την αντιμετώπιση πολλών από τα ανοικτά προβλήματα, αλλά ο λαϊκισμός και ο ευρωσκεπτικισμός σε κράτη μέλη δεν επιτρέπουν την προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, με συνέπεια πολλοί να θεωρούν ότι η ΕΕ βρίσκεται σε αδιέξοδο. Πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο επειδή η άνοδος του λαϊκισμού εμποδίζει την υιοθέτηση των αναγκαίων αλλαγών, οι οποίες με τη σειρά τους θα επέτρεπαν την μείωση της δυσαρέσκειας των πολιτών που τους κάνει να στρέφονται προς λαϊκιστικά κόμματα.

ΙΙ. Αντιπροσωπευτική και συνταγματική φιλελεύθερη δημοκρατία

Πριν εξετάσουμε τον δημοκρατικό χαρακτήρα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος ορισμένες διευκρινίσεις είναι απαραίτητες. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία αναφέρεται πρωτίστως στη διαδικαστική πλευρά της εκλογής από τους πολίτες των βουλευτών σε άμεση καθολική ψηφοφορία και εμμέσως της κυβέρνησης, η οποία στηρίζεται στην πλειοψηφία του κοινοβουλίου. Πέρα από τη δημοκρατική αρχή της ίσης συμμετοχής των πολιτών στη διαχείριση των κοινών υποθέσεων (νομιμοποιητική πηγή της εξουσίας είναι ο δήμος), στον πυρήνα ενός δημοκρατικού πολιτεύματος με τη σύγχρονη έννοια περιλαμβάνεται επίσης ο έλεγχος και περιορισμός της κρατικής εξουσίας. Αυτό επιτυγχάνεται αφενός με τη διάκριση των εξουσιών και το κράτος δικαίου, αφετέρου με τη διασφάλιση των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων και της προστασίας των μειονοτήτων. Το κράτος δικαίου και η διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ιδίως η ελευθερία του λόγου και του τύπου καθώς επίσης η   ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι) συναποτελούν με τη δημοκρατική αρχή το θεσμικό πλαίσιο που ορίζεται ως συνταγματική φιλελεύθερη δημοκρατία.

Εξ αρχής η ΕΕ λειτούργησε ως κοινότητα δικαίου με τον κεντρικό ρόλο που διαδραματίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (Δικαστήριο ΕΕ) και τον πλήρη σεβασμό των αποφάσεών του από τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα καθώς επίσης από τους πολίτες και οικονομικούς φορείς. Η νομολογία του Δικαστηρίου συνέβαλε αποφασιστικά στην προώθηση της ενοποιητικής διαδικασίας, κυρίως τη δημιουργία και διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς, με σειρά αποφάσεων που αφορούν την ισχύ και εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, συγκεκριμένα την αρχή της υπεροχής έναντι του εθνικού δικαίου και την αρχή της άμεσης εφαρμογής στα κράτη μέλη. Κεντρικό μηχανισμό για την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι τα εθνικά δικαστήρια καλούνται να επιλύσουν διαφορές σε υποθέσεις όπου ισχύει η ευρωπαϊκή νομοθεσία, αποτελεί το προδικαστικό ερώτημα. Άλλες συνήθεις κατηγορίες υποθέσεων ενώπιον του ΔΕΕ είναι παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου από κράτη μέλη με προσφεύγουσα την Επιτροπή ως θεματοφύλακα των Συνθηκών και η προσφυγή κατά οργάνου από άλλο όργανο ή από κράτη μέλη λόγω αμφισβητούμενης νομιμότητας μιας πράξης ή απόφασης (Rosas).

Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων υιοθετήθηκε στη Διάσκεψη της Νίκαιας το 2000 ως πολιτικά δεσμευτικό κείμενο και ενσωματώθηκε στη Συνθήκη της Λισαβώνας αποκτώντας έτσι νομική ισχύ από τον Δεκέμβριο 2009 για τα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Δέκα χρόνια εφαρμογής του Χάρτη έδειξαν ότι όλο και πιο συχνά γίνεται επίκλησή του σε προδικαστικά ερωτήματα προς το ΔΕΕ καθώς και σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Ωστόσο ο Χάρτης παραμένει σχετικά άγνωστος στους πολίτες.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί συστατικό στοιχείο της συνταγματικής παράδοσης των κρατών μελών και επίσης η Συνθήκη της ΕΕ ρητά θεσπίζει ότι η λειτουργία της ΕΕ θεμελιώνεται στις αρχές της φιλελεύθερης (άρθρο 2 ΣΕΕ) και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (άρθρο 10 ΣΕΕ), άρα η δημοκρατία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του κοινοτικού κεκτημένου. Ωστόσο, η ΕΕ είναι ένα ιδιάζον πολιτικό σύστημα, δεν είναι ούτε κράτος ούτε διεθνής οργανισμός, αλλά ένωση κρατών και πολιτών. Η ΕΕ αντλεί δημοκρατική νομιμοποίηση αφενός από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών (έμμεση νομιμοποίηση) και αφετέρου από τους πολίτες της ΕΕ με την εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (άμεση νομιμοποίηση).

ΙΙΙ. Συζήτηση περί δημοκρατικού ελλείμματος και βήματα εκδημοκρατισμού

Η κριτική για το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ εστιάζεται ιδίως στο γεγονός ότι η σχέση μεταξύ πολιτών και του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος υπήρξε επί μακρόν έμμεση, απόμακρη, αδιαφανής και εν τέλει μη εύκολα κατανοητή στον μέσο πολίτη. Αλλά ο πολίτης θέλει να γνωρίζει ποιες είναι οι επιπτώσεις της ψήφου του στις εκλογές, η δημοκρατία απαιτεί εγγύτητα στον πολίτη. Μόνο τότε ένα πολιτικό σύστημα γίνεται αποδεκτό από τους πολίτες και αποκτά νομιμοποίηση. Η συμμετοχή του πολίτη στα κοινά απευθείας ή μέσω της εκλογής αντιπροσώπων συνιστά την πρώτη πηγή νομιμοποίησης σε μια δημοκρατία (νομιμοποίηση εκ της συμμετοχής, inputlegitimacy). Η δεύτερη πηγή νομιμοποίησης στηρίζεται στην αποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος ως προς την επιτέλεση των λειτουργιών του και την παροχή των αναμενόμενων υπηρεσιών (ασφάλεια, ευημερία κλπ.) στους πολίτες (νομιμοποίηση εκ του αποτελέσματος, outputlegitimacy). Η επιχειρηματολογία περί προστιθέμενης αξίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης εκφράζει ακριβώς τη νομιμοποίηση εκ του αποτελέσματος.

Η θεωρητική συζήτηση περί δημοκρατικού ελλείμματος μπορεί να συνοψισθεί στα εξής σημεία (Piattoni).

  1. ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας έναντι των αντιπροσωπευτικών οργάνων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο
  2. έλλειψη σύνδεσης μεταξύ κοινοβουλίου και εκτελεστικής εξουσίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κύριο χαρακτηριστικό της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας
  3. λόγω της ιδιαιτερότητας και της πολυπλοκότητας του ευρωπαϊκού συστήματος αδυναμία εντοπισμού της πολιτικής ευθύνης για τις αποφάσεις που λαμβάνονται και άρα αδυναμία να ασκηθεί πολιτικός έλεγχος και λογοδοσία
  4. δεν είναι πιθανόν να εγκαθιδρυθεί κοινοβουλευτική δημοκρατία στην ΕΕ στο προβλεπτό μέλλον λόγω απουσίας ευρωπαϊκής δημόσιας σφαίρας, πολιτικών κομμάτων και επομένως πολιτικού ανταγωνισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο
  5. εν τέλει απουσία ενός ευρωπαϊκού δήμου.

Τα αντεπιχειρήματα μπορεί να συνοψισθούν ως εξής.

  1. ανάδειξη λειτουργικών αναλογιών κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην ΕΕ
  2. σταδιακή ανάδειξη ενός ευρωπαϊκού δήμου
  3. το σύστημα διάκρισης των εξουσιών και όχι το κοινοβουλευτικό σύστημα προσιδιάζει προς την ΕΕ
  4. στην ΕΕ ως ιδιαίτερη μορφή πολιτικής κοινότητος το δημοκρατικό έλλειμμα δεν τίθεται με τον ίδιο τρόπο όπως σε επίπεδο κρατών
  5. η άντληση νομιμοποίησης από τα κράτη μέλη (έμμεση νομιμοποίηση) παρέχει επαρκή νομιμοποιητική βάση ενώ και στα κράτη μέλη υφίστανται ευρείες διακριτικές εξουσίες της διοίκησης.

Στην πολιτική συζήτηση το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ εντοπίζεται στη χωλαίνουσα νομιμοποίηση μέσω της συμμετοχής των πολιτών και των αντιπροσώπων τους σε σημαντικές πολιτικές αποφάσεις και πιο συγκεκριμένα.

α) στο γεγονός ότι η Επιτροπή διοριζόταν αποκλειστικά από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο χωρίς τη συμμετοχή του αντιπροσωπευτικού οργάνου που είναι το Κοινοβούλιο

β) στο ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας όπως όλα τα κοινοβούλια (αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα της Επιτροπής στο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα)

γ) στο ότι το Κοινοβούλιο δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίζει περί των πόρων του προϋπολογισμού (του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου) που είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης και απόφασης με ομοφωνία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Ωστόσο μια σειρά από εξελίξεις τα τελευταία χρόνια έχουν συμβάλει ώστε να διαφοροποιηθεί σταδιακά η αρχική εικόνα.

α) Η επιλογή του προέδρου της Επιτροπής μεταξύ των επικεφαλής που ορίζουν οι πολιτικές ομάδες του Κοινοβουλίου (γνωστή ως διαδικασία Spitzenkandidaten) ακολουθήθηκε από το Κοινοβούλιο και οδήγησε τελικά στην εκλογή του Γιούνκερ ως υποψηφίου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ, χριστιανοδημοκρατικά κόμματα) το 2014. Αυτό αποτέλεσε ένα βήμα προς την ορθή κατεύθυνση να δοθεί στους πολίτες / ψηφοφόρους η δυνατότητα επιλογής και επιρροής στο σχηματισμό της Επιτροπής δεδομένου και του αυξημένου ρόλου του προέδρου στη σύνθεση του κολλεγίου των Επιτρόπων. Η διαδικασία αυτή συνοδεύθηκε από πανευρωπαϊκή εκλογική εκστρατεία, με δημόσιες εμφανίσεις των επικεφαλής υποψηφίων και δημόσιες αντιπαραθέσεις / συζητήσεις μεταξύ τους που προκάλεσαν ευρύτερο ενδιαφέρον μεταξύ των πολιτών, πράγμα που φαίνεται να συνέβαλε στη σχετική σταθεροποίηση του ποσοστού συμμετοχής στις ευρωεκλογές το 2014. Από έρευνες της κοινής γνώμης προκύπτει ότι οι πολίτες στην πλειοψηφία τους δέχθηκαν θετικά τη διαδικασία αυτή. Στις ευρωεκλογές του 2019 η προεκλογική εκστρατεία υπήρξε πιο ώριμη, προκάλεσε περισσότερο ενδιαφέρον και σημαντικά μεγαλύτερη συμμετοχή, η οποία αυξήθηκε για το σύνολο της ΕΕ από 42% το 2014 σε 51% το 2019. Ωστόσο για λόγους σχετιζόμενους με την καταλληλότητα του επικεφαλής του ΕΛΚ (που πάλι ήρθε πρώτο κόμμα) και την άρνηση στήριξής του από όλες τις κοινοβουλευτικές ομάδες τελικά την προεδρία ανέλαβε η καvon der Leyen που δεν ήταν υποψήφια στις ευρωεκλογές. Εκτός αυτού οι υποψήφιοι για το αξίωμα του Επιτρόπου προτείνονται από τα κράτη μέλη και υπόκεινται στη δοκιμασία των ακροάσεων ενώπιον του Κοινοβουλίου με συνέπεια ορισμένοι εξ αυτών να απορρίπτονται και να αντικαθίστανται (κάτι το οποίο δεν συμβαίνει για τους υπουργούς στα κοινοβουλευτικά συστήματα των κρατών μελών).

β) Ως προς την ανάληψη πρωτοβουλιών το αποκλειστικό δικαίωμα της Επιτροπής αφορά την υποβολή νομοθετικών προτάσεων, αλλά στην πραγματικότητα ήδη τόσο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όσο και το Κοινοβούλιο καθώς επίσης ομάδες κρατών μελών καθώς και άλλα όργανα καλούν συχνά την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις σε διάφορα θέματα. Το άρθρο 225 ΣΛΕΕ (Συνθήκη Λειτουργίας ΕΕ) προβλέπει ρητά ότι το Κοινοβούλιο με πλειοψηφία των μελών του μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις σε θέματα κοινοτικής αρμοδιότητας και αυτή υποχρεούται, σε περίπτωση που δεν υποβάλει σχετική πρόταση, να εξηγήσει τους λόγους. Επειδή ενίοτε γίνεται παραλληλισμός με το κοινοβουλευτικό σύστημα που ισχύει στα κράτη μέλη όπου τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν το δικαίωμα να εισάγουν νομοσχέδια προς ψήφιση στη Βουλή θα πρέπει να τονισθεί ότι το πολιτικό σύστημα της ΕΕ είναι διαφορετικό, βασίζεται πολύ περισσότερο σε συναινετικές διαδικασίες και όχι σε μια σαφή διάκριση μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης. Δεδομένου ότι η Επιτροπή βάσει των Συνθηκών εκφράζει το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον, παρά αντίθετες πιέσεις, το μονοπώλιο νομοθετικών προτάσεων υπηρέτησε αποτελεσματικά την υπόθεση της ευρωπαϊκής ενοποίησης επί δεκαετίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να τεθεί σε συζήτηση, αλλά οποιαδήποτε απόφαση περί αλλαγής του πρωτότυπου και θεμελιακού αυτού στοιχείου του κοινοτικού συστήματος προϋποθέτει προσεκτική αξιολόγηση των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Επειδή με τις συνεχείς τροποποιήσεις των Συνθηκών από το 1992 και μετά η θεσμική θέση της Επιτροπής έχει αποδυναμωθεί προς όφελος του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου, η απώλεια του δικαιώματος αυτού θα μπορούσε να αποβεί αρνητική ή και μοιραία για τη δυναμική της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

γ) Το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (αποτελεί βάση του ετήσιου κοινοτικού προϋπολογισμού) αποφασίζεται με ομοφωνία των κρατών μελών, επομένως βασίζεται στην έμμεση νομιμοποίηση. Πάντως η λεγόμενη τακτική νομοθετική διαδικασία (άρθρο 289 ΣΛΕΕ) εφαρμόζεται από το 2009 ως προς τον ετήσιο προϋπολογισμό πράγμα που ενίσχυσε τον ρόλο του Κοινοβουλίου, καταργώντας την διάκριση μεταξύ υποχρεωτικών και μη υποχρεωτικών δαπανών της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής που απορροφούσε παλαιότερα 2/3 του συνολικού προϋπολογισμού. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι έχει σημειωθεί πρόοδος ως προς τη συνειδητοποίηση του προβλήματος της δημοκρατικής νομιμοποίησης του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος και έχουν γίνει βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.

ΙV. Πολιτικός χαρακτήρας της ΕΕ και προκλήσεις για τη δημοκρατία

Πέρα από την περιγραφή των εξελίξεων αυτών, η αποτίμηση του βαθμού δημοκρατίας δεν μπορεί να γίνει χωρίς να ληφθεί υπόψη ο πολιτικός χαρακτήρας της ΕΕ. Πρόκειται για ένα δύσκολο ζήτημα. Οι νομικοί και διεθνολόγοι συνήθως αναφέρονται στην ΕΕ δίνοντας έναν αρνητικό ορισμό. Η ΕΕ δεν είναι ούτε κράτος ούτε διεθνής οργανισμός, αλλά ένωση κρατών, ωστόσο με χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε κράτη (άμεση σχέση με τους πολίτες, παραγωγή δικαίου, λήψη αποφάσεων με ειδικές πλειοψηφίες, διεθνείς συμβάσεις). Στην πραγματικότητα η ΕΕ είναι πολύ περισσότερο από ένας διεθνής οργανισμός επειδή έχει υπερεθνικό χαρακτήρα σε ορισμένους τομείς, αλλά λιγότερο από ένα κράτος επειδή του λείπει το μονοπώλιο της έννομης βίας. Η ΕΕ αποτελεί δηλαδή μια ξεχωριστή κατηγορία πολιτικής οντότητας (suigeneris). Σίγουρα δεν είναι ομοσπονδιακό κράτος, αν και αυτή είναι η κατεύθυνση που επιδιώκουν πολλοί ευρωπαϊστές, αλλά μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι μια (συν)ομοσπονδία κρατών ή ευρωπαϊκή συμπολιτεία κατά Τσάτσο.

Ένα θετικό ορισμό μπορούμε να αντλήσουμε από τη Συνθήκη όπου τονίζεται η ισότητα των κρατών μελών και η ισότητα των πολιτών (άρθρα 4 και 9, αντίστοιχα). Επομένως η ΕΕ μπορεί να περιγραφεί ως ένωση κρατών και πολιτών. Ως ένωση κρατών η ΕΕ ασκεί τις αρμοδιότητες που της έχουν μεταβιβάσει τα κράτη μέλη ως κυρίαρχα κράτη με σεβασμό των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Τα κράτη μέλη είναι πολιτικά ισότιμα ως προς την κυριαρχία τους και είναι, ως λέγεται, κύριοι των Συνθηκών. Στην άσκηση πολιτικής σε ορισμένους τομείς χρησιμοποιείται η «διακυβερνητική μέθοδος» όπου απαιτείται ομοφωνία για τη λήψη αποφάσεων (ενώ η ΕΕ έχει και υπερεθνικές εξουσίες όπου εφαρμόζεται η «κοινοτική μέθοδος»).

Αλλά η ΕΕ είναι και ένωση πολιτών. Η ιδιότητα του πολίτη της ΕΕ είναι παρεπόμενη της ιδιότητος του πολίτη ενός από τα κράτη μέλη. Ο πολίτης της ΕΕ έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη της χώρας του και συμμετέχει στην εθνική πολιτική ζωή, ταυτόχρονα όμως έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στη δημοκρατική ζωή της ΕΕ. Η Συνθήκη περιγράφει τους τρόπους με τους οποίους ο πολίτης μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα αυτά. Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στις ευρωεκλογές κάθε πέντε χρόνια, αλλά και κατά τις δημοτικές εκλογές στον τόπο κατοικίας για τους πολίτες που διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος, είναι τα κύρια πολιτικά δικαιώματα. Εξ άλλου η συμμετοχή του πολίτη περιλαμβάνει την Ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών, Αναφορές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Παράπονα στον Ευρωπαίο Μεσολαβητή, τη Δημόσια διαβούλευση και τον Διάλογο Πολιτών (Russack).

Με τα δεδομένα αυτά οι σημερινές και νέες προκλήσεις θέτουν σοβαρά ζητήματα και επιβάλλουν να εξετασθεί εκ νέου η δημοκρατική ποιότητα του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι. Κατά την κρίση δημοσίου χρέους στην Ελλάδα και άλλες χώρες, αρχής γενομένης το 2010, αμφισβητήθηκε κατά πόσον η διαχείριση ανταποκρίνεται στο δημοκρατικό κεκτημένο της ΕΕ και τις δημοκρατικές παραδόσεις των κρατών μελών. Κάποιες από τις παρεξηγήσεις ή δυσκολίες συνεννόησης οφείλονται στον διττό χαρακτήρα της ΕΕ ως ένωσης ισότιμων κρατών και πολιτών. Τι γίνεται αν η δημοκρατική διαδικασία σε εθνικό επίπεδο οδηγεί σε διαφωνία μεταξύ εκλογικών σωμάτων σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος ή αν διαπιστώνεται απόκλιση από τις αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Η αρχιτεκτονική της Οικονομικής και Νομισματικής ‘Ενωσης (ΟΝΕ) υπήρξε εξ αρχής ελλιπής με την έννοια ότι ήταν λεπτομερής ως προς το νομισματικό και ατελής ως προς το δημοσιονομικό σκέλος. Από θεσμικής πλευράς κεντρικός είναι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), ενός ευρωπαϊκού θεσμού με πλήρη αυτονομία ως προς τη χάραξη και εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής. Η ΕΚΤ αποτελεί μια αρχή ανεξάρτητη από την πολιτική εξουσία, πράγμα που αντανακλά την ιστορική εμπειρία ότι η μη πολιτική διαχείριση του χρήματος είναι η καλύτερη διασφάλιση έναντι του κινδύνου υψηλού πληθωρισμού. Αντιθέτως η δημοσιονομική πολιτική έχει παραμείνει υπόθεση των κρατών μελών που οφείλουν να τηρούν τους όρους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Εκτός αυτού οι κανόνες διαχείρισης του κοινού νομίσματος έχουν ενσωματωθεί στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, επομένως έχουν οιονεί συνταγματική ισχύ και μπορούν να αλλάξουν μόνο με την αναθεώρηση της Συνθήκης, δηλαδή με ομοφωνία των κρατών μελών.

Με τα δεδομένα αυτά μια πλειοψηφία σε ένα κράτος μέλος για αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης δεν μπορεί να παράγει νομικά αποτελέσματα στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Εξ άλλου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζεται η δημοκρατική αρχή σε επίπεδο ΕΕ αν δεν γίνει αποδεκτή η νέα αυτή πολιτική από τους εταίρους εφόσον ισχύουν οι συμφωνημένοι κανόνες. Άλλωστε οι πολίτες σε άλλες χώρες δεν είναι βέβαιο ότι συμφωνούν κατά πλειοψηφία να μην εφαρμοσθούν οι συμφωνημένοι κανόνες στην προκειμένη περίπτωση. (Αντίθετα, στην κρίση του κορωνοϊού συμφωνήθηκε να ανασταλεί η εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων και των κανόνων του ανταγωνισμού). Έχουμε δηλαδή μια κατάσταση όπου η δημοκρατική αρχή σε επίπεδο κρατών οδηγεί σε διαφορετικά ή αντίθετα αποτελέσματα, αυτό όμως δεν συνεπάγεται αδιέξοδο ως προς τη διαχείριση του κοινού νομίσματος. Δεν υφίσταται πρόβλημα νομιμοποίησης της ευρωπαϊκής πολιτικής στο μέτρο που αναφερόμαστε στην έμμεση νομιμοποίηση και τηρούνται οι συνταγματικής ισχύος κανόνες που διέπουν τη διαχείριση του ευρώ. Ωστόσο λείπει η άμεση νομιμοποίηση εκ μέρους του Κοινοβουλίου που εκπροσωπεί τους πολίτες της ΕΕ όπου ενδεχομένως να διαμορφώνεται διαφορετική πλειοψηφία. Στην περίπτωση αυτή το ζήτημα μετατίθεται από διαφωνία μεταξύ εθνικών εκλογικών σωμάτων σε αντίθεση μεταξύ των δύο πηγών νομιμοποίησης. Το ζήτημα αυτό πρέπει να αντιμετωπισθεί, ίσως με ειδική διαδικασία εξομάλυνσης των διαφορών μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου, διότι διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να διαβρωθεί η νομιμοποίηση της ΕΕ συνολικά.

Η παραβίαση του κεκτημένου της συνταγματικής φιλελεύθερης δημοκρατίας σε εθνικό επίπεδο θέτει την ΕΕ προ σοβαρών διλημμάτων επειδή η πλημμελής λειτουργία της δημοκρατίας στα κράτη μέλη (που συμμετέχουν στις ευρωπαϊκές πολιτικές διεργασίες και αποφάσεις) θέτει εν αμφιβόλω τη δημοκρατική λειτουργία της ίδιας της ΕΕ. Η συζήτηση περί δημοκρατικής παρέκκλισης έχει αναζωπυρωθεί στην ΕΕ λόγω συγκεκριμένων προβλημάτων που έχουν ανακύψει τα τελευταία χρόνια με την Ουγγαρία και την Πολωνία. Το ζήτημα μπορεί να συνοψισθεί στον όρο «ανελεύθερη δημοκρατία» που χρησιμοποιεί ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Όρμπαν, όπου η έννοια της δημοκρατίας περιορίζεται στην εκλογική πλειοψηφία και αγνοεί τις διαστάσεις του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αλλά και αυτή η εκλογική πλειοψηφία μπορεί να αμφισβητηθεί δεδομένου ότι δεν τηρούνται οι κανόνες της συνταγματικής δημοκρατίας.

Από τους θεσμούς της ΕΕ έχουν επιχειρηθεί διάφοροι τρόποι αντίδρασης.

α) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προσφύγει στο Δικαστήριο της ΕΕ σε μια σειρά από υποθέσεις, όπου καταφανώς παραβιάζονται διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, με κάποια επιτυχία. Οι προσφυγές κατά της Ουγγαρίας αναφέρονται στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας, την πρόωρη συνταξιοδότηση δικαστών, το δίκαιο περί ασύλου, δημόσιες προμήθειες κλπ. Προσφυγές κατά της Πολωνίας που αφορούν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης οδήγησαν μεταξύ άλλων σε απόφαση του ΔΕΕ (24 Ιουνίου 2019) με την οποία απαγορεύθηκε η πρόωρη συνταξιοδότηση δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου.

β) Επίσης έχει κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ από την Επιτροπή κατά της Πολωνίας (20 Δεκεμβρίου 2017) και από το Κοινοβούλιο κατά της Ουγγαρίας (12 Σεπτεμβρίου 2018). Δεν προβλέπεται να ληφθεί σύντομα απόφαση λόγω των διαδικαστικών προϋποθέσεων, των καθυστερήσεων στο Συμβούλιο, αλλά και της πολιτικής συγκυρίας. Δεδομένου ότι απαιτείται ομόφωνη απόφαση στο Συμβούλιο, πλην της χώρας στην οποία παρατηρείται σοβαρή και παρατεινόμενη παραβίαση των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ, η πιθανότητα να ληφθεί σχετική απόφαση εκμηδενίζεται λόγω της αναμενόμενης αρνητικής ψήφου της έτερης των δύο χωρών.

γ) Μια άλλη προσέγγιση αναφέρεται στη σύνδεση της εκταμίευσης κονδυλίων του κοινοτικού προϋπολογισμού με το σεβασμό των αρχών του κράτους δικαίου. Η Επιτροπή είχε προτείνει το 2018 σχετική διαδικασία για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (αντίστροφη ειδική πλειοψηφία). Υπό κανονικές συνθήκες ο σεβασμός του κράτους δικαίου είναι κάτι αυτονόητο, αλλά με τα σημερινά δεδομένα μια τέτοια σύνδεση μπορεί να είναι αποτελεσματικό μέσο αντιμετώπισης των συγκεκριμένων προκλήσεων από κράτη μέλη της Κεντρικής Ευρώπης. Το θέμα επανήλθε πρόσφατα στην επικαιρότητα. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 2020 για το δημοσιονομικό πλαίσιο 2021-27 και το Ταμείο Ανάκαμψης προβλέπει τη λήψη μέτρων με ειδική πλειοψηφία από το Συμβούλιο κατόπιν πρότασης της Επιτροπής. Εξ άλλου η Επιτροπή πρόκειται να δημοσιεύσει τον Σεπτέμβριο 2020 την πρώτη έκθεση για την κατάσταση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων στα κράτη μέλη.

Ο δημοκρατικός χαρακτήρας της ΕΕ πρέπει να ενισχυθεί και για ένα πρόσθετο λόγο. Οι πολίτες της ΕΕ είναι απρόθυμοι να αποδεχθούν την μεταβίβαση εξουσιών στο ευρωπαϊκό επίπεδο, όσο και αν αυτό θεωρείται απαραίτητο για λόγους αποτελεσματικότητας, δηλαδή τελειότερης ικανοποίησης των αναγκών τους, αν αυτή η μεταβίβαση εξουσιών πρόκειται να γίνει σε βάρος του επιπέδου δημοκρατίας που έχει ήδη, πολλές φορές σε μακρούς αγώνες, επιτευχθεί στα κράτη μέλη.
Έχει διατυπωθεί η άποψη (
Mair) ότι οι κυβερνώσες ελίτ στην Ευρώπη προτίμησαν τη διακυβέρνηση μέσω τεχνοκρατικών διαδικασιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο επειδή ήθελαν να αποφύγουν την πολιτικά δυσχερή, συγκρουσιακή ρύθμιση ορισμένων θεμάτων στο συνήθη πολιτικό ανταγωνισμό σε εθνικό επίπεδο. Είτε ισχύει είτε όχι η υπόθεση αυτή, μια τέτοια στάση των ελίτ αντιφάσκει προς τον χαρακτήρα της δημοκρατίας που απαιτεί υπεύθυνους πολίτες. Υπευθυνότητα όμως προϋποθέτει πολίτες πλήρως ενήμερους για τις προκείμενες πολιτικές επιλογές (προβλήματα προς επίλυση και επιδιωκόμενοι στόχοι καθώς και τις προτεινόμενες από τους διάφορους πολιτικούς σχηματισμούς λύσεις ή πολιτικές). Στο βαθμό που αυτό δεν συμβαίνει δεν είναι περίεργο ότι οι καλοθελητές του λαϊκισμού βρίσκουν εύκολο στόχο και υποστήριξη από πολλούς πολίτες που ακριβώς θέλουν να καταδικάσουν αντιδημοκρατικές συμπεριφορές, χωρίς όμως να αντιλαμβάνονται το πονηρό παιγνίδι των λαϊκιστών, οι οποίοι απλώς εκμεταλλεύονται παρόμοιες πρακτικές προκειμένου να εκδιώξουν και να υποκαταστήσουν τις κυβερνώσες ελίτ. Με το επιχείρημα αυτό με κανένα τρόπο δεν θέλουμε να δικαιολογήσουμε τους λαϊκιστές, αλλά δεν μπορεί κανείς καλόπιστος παρατηρητής να αρνηθεί ότι τυχόν απαξίωση της δημοκρατικής διαδικασίας από τις ίδιες τις ελίτ οδηγεί μέσω της ανάπτυξης του λαϊκισμού στην αποδυνάμωση και εν τέλει στην κατάλυση της δημοκρατίας.

Αυτό που απαιτείται στην πραγματικότητα είναι ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή η ενίσχυση της δημοκρατίας στην ΕΕ. Μόνο αν δοθεί λόγος και ευθύνη στους πολίτες θα στηρίξουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση ούτως ώστε η ΕΕ να συμβάλει στην επίλυση των σημαντικών προκλήσεων της παγκοσμιοποιημένης εποχής μας προς όφελος των πολιτών της και ανθρώπων στον υπόλοιπο κόσμο. Η βασική διαπίστωση, στην οποία πλέον φαίνεται να συμφωνούν και οι περισσότεροι ηγέτες των κρατών μελών, είναι ότι ακόμη και τα μεγαλύτερα κράτη μέλη είναι πολύ μικρά για να σταθούν μόνα στον διεθνή ανταγωνισμό, που δεν είναι μόνο οικονομικός αλλά ολοένα περισσότερο πολιτικός. Οι ελίτ το γνωρίζουν, αλλά φαίνεται πως δεν θέλουν να χάσουν την εξουσία που ασκούν σε εθνικό επίπεδο και προκαλούν μια επισφαλή κατάσταση, η οποία όμως δεν μπορεί να διαρκέσει επί μακρόν. Είναι σαν να έχει ξεκινήσει κάποιος να περάσει στην αντίπερα όχθη ενός ορμητικού ποταμού, βρίσκεται ήδη στο μέσο του ισχυρού ρεύματος, αλλά διστάζει να συνεχίσει την προσπάθεια και δεν περνά απέναντι. Ο κίνδυνος να παρασυρθεί αντί να βρεθεί στην απέναντι όχθη είναι μεγάλος (Menasse). Ο εκδημοκρατισμός μέσω της ενίσχυσης του ρόλου των πολιτών προϋποθέτει αντιπαράθεση και επιλογή μεταξύ διαφόρων προτάσεων, επομένως τα πολιτικά κόμματα πρέπει να υποβάλουν εναλλακτικά σχέδια για αποφάσεις πολιτικής και το μέλλον της ΕΕ και να τα θέσουν σε δημόσιο διάλογο και την κρίση των πολιτών.




V. Επόμενα βήματα

Μια από τις 6 προτεραιότητες στις κατευθυντήριες γραμμές της νέας Επιτροπής όπως παρουσιάστηκαν στο Κοινοβούλιο στις 10 Σεπτεμβρίου 2019 είναι μια νέα ώθηση για την ευρωπαϊκή δημοκρατία. Τα κύρια σημεία περιλαμβάνουν.

1) τη συμμετοχή των Ευρωπαίων πολιτών γενικά και συγκεκριμένα στη Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης από το 2020

2) την ενίσχυση της εταιρικής σχέσης μεταξύ Επιτροπής και Κοινοβουλίου με δέσμευση της Επιτροπής να δίνει συνέχεια σε νομοθετικές πρωτοβουλίες που αποφασίζονται από την ολομέλεια βάσει του άρθρου 225 ΣΛΕΕ και συναπόφαση αντί ομοφωνίας σε θέματα κλιματικής, ενεργειακής, κοινωνικής και φορολογικής πολιτικής

3) τη βελτίωση της διαδικασίας επικεφαλής υποψηφίων με τη συνεργασία Κοινοβουλίου και Συμβουλίου

4) την υποστήριξη διεθνικών λιστών υποψηφίων για το Κοινοβούλιο πριν από τις ευρωεκλογές του 2024

5) μεγαλύτερη διαφάνεια στη νομοθετική διαδικασία και τη θέσπιση ενός οργάνου ηθικής κοινού για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και

6) μέτρα για την προστασία της δημοκρατίας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο από εκστρατείες εξωτερικών παραγόντων για παραπληροφόρηση και λόγο μίσους.    

Τα σημεία αυτά ανταποκρίνονται σε ορισμένα από τα προβλήματα που εντοπίσθηκαν ανωτέρω και ελπίζουμε ότι θα υλοποιηθούν σχετικά σύντομα. Ως προς το πρώτο σημείο, τη Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης, έχουν ήδη δημοσιευθεί οι αρχικές θέσεις των τριών θεσμικών οργάνων (Κοινοβούλιο, Επιτροπή, Συμβούλιο) και επίκειται διαπραγμάτευση ώστε να καταλήξουν σε κοινή δήλωση σχετικά με το σχέδιο, τη δομή, τον σκοπό και τον χρόνο της διοργάνωσης (η έναρξη είχε αρχικά προγραμματισθεί για τις 9 Μαΐου 2020, αλλά αναβλήθηκε λόγω της επιδημίας). Στόχος είναι η ευρεία συμμετοχή πολιτών στη Διάσκεψη, ωστόσο οι θέσεις των τριών οργάνων διαφέρουν κυρίως ως προς το βαθμό που τα πορίσματά της θα είναι δεσμευτικά για τα κράτη μέλη. Τα σημεία 2 και 3 περιλαμβάνονται μεταξύ των θεμάτων που η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να συζητηθούν στη Διάσκεψη. Το Συμβούλιο αποκλείει τα πορίσματα να δεσμεύουν μια μελλοντική Διακυβερνητική Διάσκεψη προς τροποποίηση των Συνθηκών. Σε μελέτη του Κοινοβουλίου προτείνεται όπως η Διάσκεψη οδηγήσει σε νέα διεθνή συνθήκη, ένα Πολιτικό Σύμφωνο, που θα ετίθετο σε εφαρμογή και αν ακόμη δεν επικυρωνόταν σε όλα τα κράτη μέλη.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις αναδεικνύουν την ποικιλία πολιτικών θέσεων και είναι μέρος της διαδικασίας προσαρμογής της έννοιας της δημοκρατίας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Το ιστορικό εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης διαρκώς εξελίσσεται και ο δημοκρατικός χαρακτήρας του αποτελεί θεμελιακή διάσταση αυτής της εξέλιξης. Πάντως πρέπει να αποφευχθεί ένα περίπλοκο σύστημα, το οποίο θα προκαλούσε σύγχυση και επομένως αντικειμενικά θα αντέβαινε προς τη διαφάνεια και κατανόηση που απαιτούνται, ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν πώς λειτουργεί το ευρωπαϊκό σύστημα και να διευκολύνεται ο πολιτικός διάλογος και ο δημοκρατικός έλεγχος.

Βιβλιογραφία

European Commission, Political guidelines for 2019-2024, 10 September 2019

https://ec.europa.eu/commission/sites/beta-political/files/political-guidelines-next-commission_en.pdf

European Commission, Shaping the Conference for the future of Europe, 22 January 2020

https://ec.europa.eu/info/publications/commissions-contribution-shaping-conference-future-europe_en

European Parliament, Possible Avenues for Further Political Integration in Europe, A Political Compact for a More Democratic and Effective Union? May 2020https://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/STUD/2020/651849/IPOL_STU(2020)651849_EN.pdf

Liesbet Hooghe/Gary Marks, A Postfunctionalist Theory of European Integration: From Permissive Consensus to Constraining Dissensus, in: British Journal of Political Science 39 (2008), p. 1-23.

Nicolas Levrat, La construction européenne est-elle démocratique ? La documentation française, 2012

Peter Mair, Ruling the void, The hollowing of Western democracy, 2013

RobertMenasse, DereuropäischeLandbote, 2012

Ανδρέας Μεταξάς (επιμ.), Η κρίση του κράτους δικαίου στην ΕΕ, 2019

Martin Michelot, The “Article 7” proceedings against Poland and Hungary: what concrete effects? 2019
https://institutdelors.eu/en/publications/__trashed/

Simona Piattoni (ed.), The European Union, Democratic Principles and Institutional Architectures in Times of Crisis, Oxford University Press 2015

Allan Rosas, The European Court of Justice, Do all roads lead to Luxembourg? CEPS 28 February 2019

https://www.ceps.eu/wp-content/uploads/2019/02/PI2019_03_AR_ECJ_0.pdf

Sophia Russack, Pathways for citizens to engage in EU policymaking, in Steven Blockmans, Sophia Russack (Eds.), Direct Democracy in the EU, The Myth of a Citizens’ Union, CEPS 2018
http://aei.pitt.edu/94991/1/EU_Direct_Democracy_CEPS_RLI_paperback_Blockmans_Russack.pdf

Manfred G. Schmidt, Demokratietheorien, 2000

Δημήτρης Τσάτσος, Η έννοια της δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, 2007

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Συνεργατών Δρ. Κυριάκος Ρέβελας: Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και δημοκρατία