Συνεργατών

Δρ Κυριάκος Ρέβελας: Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και οι προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο

Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και οι προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο

Κυριάκος Ρέβελας

Διδάκτωρ Οκονομικών και Πολιτικών Επιστημών, πρώην στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συνεργάτης της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στους Ευρωπαïκούς θεσμούς



Η ευρωπαϊκή ενοποίηση ως περιφερειακή οικονομική ολοκλήρωση (Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, ΕΟΚ) είχε στόχο τη διασφάλιση της ειρήνης στην ευρωπαϊκή ήπειρο μέσω της συνεργασίας, ενώ η εξωτερική ασφάλεια κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου είχε ανατεθεί στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο (ΝΑΤΟ). Μετά τις ειρηνικές επαναστάσεις στα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης το 1989/1990, τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας καθώς επίσης τις πολεμικές συγκρούσεις που επακολούθησαν ανέκυψαν ζητήματα όπως ο ρόλος που θα έπρεπε να αναλάβει η Ευρώπη σε θέματα ασφάλειας, ο λόγος ύπαρξης του ΝΑΤΟ καθώς και οι μεταξύ τους σχέσεις.

Ταυτόχρονα διαφοροποιήθηκε η έννοια της ασφάλειας η οποία πλέον έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά.

  • μετάβαση από ένα διπολικό σε ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα με την ανάδειξη νέων σημαντικών δυνάμεων, κυρίως της Κίνας, με αυξανόμενη ισχύ, επιρροή και φιλοδοξίες
  • φυγόκεντρες τάσεις, αναβίωση εθνικισμών, ενδοκρατικές συγκρούσεις, αποδυνάμωση και διάλυση κρατών
  • ανάδειξη νέων απειλών διασυνοριακής υφής, όπως η διεθνής τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα, η κυβερνοασφάλεια, μαζικές μεταναστευτικές ροές, καθώς επίσης οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, πανδημιών και άλλων
  • ανάδειξη και ισχυροποίηση σημαντικών μη κρατικών διεθνών παραγόντων (πολυεθνικές εταιρείες, θρησκευτικές οργανώσεις, μη κυβερνητικοί οργανισμοί, διεθνή ηλεκτρονικά μέσα, εταιρείες μισθοφόρων)

Τα κράτη, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), το ΝΑΤΟ και άλλοι δρώντες αναγκάσθηκαν να προσαρμοσθούν σταδιακά στα νέα δεδομένα. Η ΕΕ ανέπτυξε την Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας και άμυνας, ενώ το ΝΑΤΟ διαφοροποίησε τον ρόλο του και οι μεταξύ τους σχέσεις αποτέλεσαν πολλές φορές αντικείμενο αντιπαράθεσης. Η διαδικασία αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη. Στόχος της παρούσας ανάλυσης είναι να περιγράψει εν συντομία την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, στη συνέχεια τις προκλήσεις που έχουν αναφανεί στην Ανατολική Μεσόγειο με έμφαση στο ρόλο της Τουρκίας και τέλος τους περιορισμούς και δυνατότητες δράσης της ΕΕ.


Ι. Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας και άμυνας

Η εμπορική πολιτική της ευρωπαϊκής τελωνειακής ένωσης αποτέλεσε την απαρχή της παρουσίας της ΕΟΚ στο διεθνές προσκήνιο. Από το 1970 η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία ήταν η πρώτη προσπάθεια να αρθρώσει η ΕΟΚ κοινές θέσεις σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (σε ισχύ από τον Νοέμβριο 1993) ιδρύθηκε η ΕΕ της οποίας τον δεύτερο πυλώνα αποτέλεσε η Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ). Στον τομέα αυτό οι αποφάσεις λαμβάνονται με ομοφωνία στο Συμβούλιο. Οι ενδοκρατικές συγκρούσεις στις αρχές της δεκαετίας 1990 έδειξαν ότι η ΕΕ δεν διέθετε τα θεσμικά και επιχειρησιακά μέσα για να λειτουργήσει ως σταθεροποιητικός παράγων. Από την αίσθηση της απόλυτης αδυναμίας προήλθε η πρωτοβουλία της Γαλλίας και της Βρετανίας να αναπτύξει η ΕΕ «μια αυτόνομη δυνατότητα δράσης που να εδράζεται σε αξιόπιστες στρατιωτικές δυνάμεις με τα απαιτούμενα μέσα και την βούληση να τα χρησιμοποιήσει» (κοινή δήλωση του Saint-Malo του 1998). Τον Ιούνιο 1999, λίγες μέρες μετά τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ σε Σερβία και Κοσσυφοπέδιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υιοθετούσε στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ συμπεράσματα περί της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ) η οποία συνιστά ακριβώς την ικανότητα της ΕΕ να δρα αυτόνομα για τη διαχείριση κρίσεων εκτός της επικράτειας της ΕΕ με ανθρωπιστικές και ειρηνευτικές αποστολές πολιτικού χαρακτήρα ή στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Μέχρι στιγμής, 35 τέτοιες αποστολές και επιχειρήσεις έχουν εκτελεσθεί (εκ των οποίων 16 βρίσκονται σε εξέλιξη με συνολικά 5000 προσωπικό) σε διάφορες περιοχές του κόσμου, κυρίως σε Βαλκάνια, Μέση Ανατολή και Αφρική. Περίπου το 1/3 εξ αυτών είναι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι υπόλοιπες αποστολές πολιτικού χαρακτήρα (αστυνομία, κράτος δικαίου, καταπολέμηση οργανωμένου εγκλήματος κλπ.). Θεσπίσθηκαν ειδικά όργανα προετοιμασίας και λήψεως αποφάσεων όπως η Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας σε επίπεδο πρεσβευτών, η Στρατιωτική Επιτροπή, το Στρατιωτικό Επιτελείο και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας. Αποφασίσθηκαν διαδικασίες για την ανάπτυξη και απόκτηση πολιτικών και στρατιωτικών μέσων διαχείρισης κρίσεων. Με τη Συνθήκη της Λισαβώνας (σε ισχύ από τον Δεκέμβριο 2009) ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης υπό τον/την Ύπατο Εκπρόσωπο για την ΚΕΠΠΑ που είναι ταυτόχρονα Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την ευθύνη συντονισμού των εξωτερικών σχέσεων. Το 2017 ενεργοποιήθηκε η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία στον στρατιωτικό τομέα με την συμμετοχή 25 κρατών μελών, ενώ η Επιτροπή πρότεινε την δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας για την από κοινού χρηματοδότηση προγραμμάτων έρευνας και τεχνολογίας καθώς επίσης απόκτησης στρατιωτικών μέσων (εγκρίθηκε στο πλαίσιο του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2021-27).

Η ανάπτυξη της στρατιωτικής διάστασης της ΕΕ προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις που κυμαίνονται από τον ενθουσιασμό έως την απόρριψη. ΟΙ θιασώτες της ευρωπαϊκής ενοποίησης θεωρούν την προοπτική δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού στρατού ως λογική κατάληξη του ιστορικού εγχειρήματος με τελικό σκοπό την πολιτική ένωση, οι σκεπτικιστές θεωρούν τα έως τώρα βήματα δειλά και ανεπαρκή, οι ατλαντιστές πιστεύουν ότι η άμυνα της Ευρώπης πρέπει να παραμείνει αποκλειστική υπόθεση του ΝΑΤΟ ενώ τέλος για τους ειρηνιστές η «στρατιωτικοποίηση» της ΕΕ αποτελεί ανάθεμα. Το εύρος των αντιδράσεων καταδεικνύει την πολιτική σημασία αλλά και τις μεγάλες δυσκολίες στην πορεία υλοποίησης της αμυντικής διάστασης της ΕΕ.

Η μεγάλη δημοσιότητα που έχει δοθεί στη στρατιωτική διάσταση τείνει να επισκιάσει την πολυσχιδή εξωτερική δράση της ΕΕ και τη συμβολή της στη διεθνή ασφάλεια πέραν της διαχείρισης κρίσεων. Η διεύρυνση της ΕΕ με την ένταξη νέων μελών και η πολιτική γειτονίας προωθούν τη διάδοση των αρχών και του επιτυχημένου κοινωνικο-οικονομικού μοντέλου της με σκοπό την ασφάλεια, σταθερότητα και ευημερία. Η αναπτυξιακή πολιτική επιδιώκει την μείωση της φτώχειας και των συγκρούσεων, ενώ πρωταγωνιστικός είναι και ο ρόλος της ΕΕ στη διεθνή σκηνή για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και τη δίκαιη μετάβαση προς ένα μέλλον χωρίς διοξείδιο του άνθρακος. Σημαντικές είναι επίσης οι προσπάθειες της ΕΕ για τον έλεγχο των εξαγωγών όπλων που υποδαυλίζουν ή συντηρούν συγκρούσεις.Η ΕΕ ανέλαβε την πρωτοβουλία σε θέματα όπως την παγκόσμια Συμφωνία για το Εμπόριο Όπλων και την απαγόρευση ναρκών ξηράς κατά προσωπικού και βομβών διασποράς. Ωστόσο οι εξωτερικές προκλήσεις έχουν πολλαπλασιασθεί και διαφοροποιηθεί τα τελευταία χρόνια και θέτουν πλέον την ΕΕ προ μεγαλύτερων ευθυνών. Η ειρήνη στην ευρωπαϊκή ήπειρο δεν απειλείται εκ των έσω αλλά από εξωτερικούς κινδύνους και απειλές που επιβάλλουν στην ΕΕ να προσαρμοσθεί ώστε να τις αντιμετωπίσει αποτελεσματικά.

Η ΕΕ αντιμετώπισε την τελευταία δεκαετία αλλεπάλληλες κρίσεις που είτε δεν της επέτρεψαν να αφοσιωθεί όσο θα έπρεπε στα νέα δεδομένα του διεθνούς περιβάλλοντος ασφάλειας (διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και στη συνέχεια κρίση δημοσίου χρέους στην ευρωζώνη) είτε οφείλονται σε νέες προκλήσεις ασφάλειας (τρομοκρατία, μεταναστευτικό, παρεμβατισμός και τάσεις απομονωτισμού των ΗΠΑ, παρεμβατισμός της Ρωσίας, ανάδυση της Κίνας και αυξανόμενος ανταγωνισμός Κίνας-ΗΠΑ). Το πρόβλημα της ΕΕ σήμερα μπορεί να συνοψισθεί στην έννοια της ευρωπαϊκής κυριαρχίας όπως το διατύπωσε ο πρόεδρος της Γαλλίας Ε. Μακρόν στην ομιλία του στη Σορβόννη τον Σεπτέμβριο 2017. Τα κράτη μέλη διατηρούν την εθνική κυριαρχία αλλά μόνο του το καθένα δεν είναι αρκετά ισχυρό ώστε να διασφαλίσει τα συμφέροντά του στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο συλλογικά, δηλαδή μόνο αν τα κράτη μέλη ασκήσουν την κυριαρχία τους από κοινού, δηλαδή ασκήσουν κυριαρχία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Διαφορετικά η ΕΕ δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει επιτυχώς τις σύγχρονες προκλήσεις και να διασφαλίσει τα ζωτικά της συμφέροντα ανταποκρινόμενη στις προσδοκίες των Ευρωπαίων πολιτών, ούτε καν στον οικονομικό τομέα (βλέπε το αίτημα οικονομικής κυριαρχίας). Αν διαψευσθούν οι προσδοκίες των πολιτών η ΕΕ κινδυνεύει να χάσει τη λαϊκή στήριξη και τη νομιμοποίηση χωρίς την οποία θα αποδυναμωθεί, γεγονός που απεργάζονται ευρωφοβικοί, λαϊκιστές και εθνικιστές.

ΙΙ. Προκλήσεις στη Μέση Ανατολή και Ανατολική Μεσόγειο - ο ρόλος της Τουρκίας
Πολλές από τις προκλήσεις αυτές αποκρυσταλλώθηκαν τα τελευταία χρόνια στις σχέσεις της ΕΕ με τη Ρωσία και την Τουρκία, σε διαφορετικό βαθμό επίσης στις σχέσεις με την Κίνα και τις ΗΠΑ. Στο άρθρο αυτό θα επικεντρωθούμε στην περίπτωση της Τουρκίας σε συνδυασμό με τις δραματικές εξελίξεις των τελευταίων ετών στην Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται για ένα σ
ύνθετο πρόβλημα με πολλές διαστάσεις, μία μόνο από τις οποίες είναι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και συγκεκριμένα οι διεκδικήσεις και απειλές της Τουρκίας κατά της Ελλάδος. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη διένεξη Ισραήλ - Παλαιστινίων, το Κυπριακό, το κουρδικό ζήτημα, την εισβολή στο Ιράκ το 2003 και την επακόλουθη αποσταθεροποίηση με αποκορύφωση την ανάδειξη της τρομοκρατικής οργάνωσης «Ισλαμικό κράτος» σε Ιράκ και Συρία (2014-2017), τη λεγόμενη Αραβική Άνοιξη (2011) και τις έκτοτε εξελίξεις σε Τυνησία, Αίγυπτο και τους εμφυλίους πολέμους σε Λιβύη και Συρία, το πυρηνικό πρόβλημα του Ιράν και την περιφερειακή διαμάχη μεταξύ του σιιτικού Ιράν και της σουνιτικής Σαουδικής Αραβίας (με δραματικές επιπτώσεις στην Υεμένη), την ανακάλυψη σημαντικών υποθαλάσσιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο (σε Ισραήλ, Κύπρο, Αίγυπτο) και το σχέδιο περιφερειακής συνεργασίας.

Στα περισσότερα από αυτά τα ζητήματα εμπλέκεται αμέσως ή εμμέσως η Τουρκία, είναι επομένως ανάγκη να εξετάσουμε την πολιτική και το ρόλο της γείτονος συνολικά. Και επειδή η εξωτερική πολιτική μιας χώρας προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις εσωτερικές εξελίξεις θα πρέπει να δούμε συνοπτικά και την εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία. Η ανάληψη της εξουσίας από το κόμμα Ανάπτυξης και Δικαιοσύνης (AKP) το 2002, με τον Ερντογάν πρωθυπουργό από το 2003, συνοδεύτηκε από πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις που ισχυροποίησαν τη χώρα. Η Τουρκία γνώρισε περισσότερο από μια δεκαετία συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης, σε συνδυασμό με την ανάδειξη μιας μουσουλμανικής συντηρητικής μεσαίας τάξης η οποία αποτέλεσε την κοινωνική βάση της ηγεμονίας του Ερντογάν στην εσωτερική πολιτική σκηνή (αλλά και μεταξύ των Τούρκων στην Ευρώπη). Επίσης προωθήθηκε ο έλεγχος από την πολιτική εξουσία των ενόπλων δυνάμεων που ανέκαθεν αποτελούσαν τον εγγυητή του κεμαλικού κράτους. Αυτά τα βήματα εκδημοκρατισμού επέτρεψαν την επιδίωξη του στόχου ένταξης στην ΕΕ, ενώ η αλλαγή στάσης της Ελλάδος το 1999 διευκόλυνε την ευρωπαϊκή επιλογή. Στην πορεία όμως ο αυξανόμενος έλεγχος του (κεμαλικού) βαθέως κράτους (στρατός, δημόσια διοίκηση, δικαιοσύνη, πανεπιστήμια) από την κυβέρνηση του AKPκαι η βαθμιαία επιβολή συντηρητικών ισλαμικών στοιχείων και πρακτικών προκάλεσε αμφιβολίες σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις του κυβερνώντος κόμματος. Εκτός αυτού εγκαταλείφθηκε η προσπάθεια συνεννόησης με τους Κούρδους της Τουρκίας που έγινε στην περίοδο 2012-15. Επίσης άρχισαν να εμφανίζονται εσωτερικά προβλήματα, στην οικονομία όπου φάνηκε να εξαντλείται το μοντέλο που είχε ακολουθηθεί με επιτυχία αλλά και με διαμαρτυρίες εναντίον της αυξανόμενης διαφθοράς και αυταρχικότητος της εξουσίας (2013 και εξής).

Την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούλιο 2016 εκμεταλλεύθηκε ο Ερντογάν για να προβεί σε διώξεις εναντίον όσων θεωρούσε ότι αντιτίθενται στην παντοκρατορία του, εναντίον του επί χρόνια συμμάχου του Γκιουλέν καθώς επίσης κατά δημοσιογράφων, πανεπιστημιακών, λειτουργών της διοίκησης και της δικαιοσύνης. Το 2015 είχε αναγκασθεί να προχωρήσει σε επανάληψη των βουλευτικών εκλογών επειδή είχε χάσει την πλειοψηφία. Έκτοτε το AKP έχει ανάγκη το ακροδεξιό κόμμα MHP. Το 2017 προέβη σε ριζική αναθεώρηση του Συντάγματος και εγκαθίδρυση ενός προεδρικού συστήματος. Στις δημοτικές εκλογές του 2019, το AKP απώλεσε τους μεγάλους δήμους της Κωνσταντινούπολης, της Άγκυρας και της Σμύρνης, ενώ στενοί συνεργάτες όπως ο πρώην πρωθυπουργός Νταβούτογλου και ο πρώην υπουργός Μπαμπατζάν απεχώρησαν και ίδρυσαν δικά τους κόμματα. Ο αυξανόμενος αυταρχισμός του καθεστώτος συνδέεται χωρίς αμφιβολία με το πρόσωπο του Ερντογάν και τις υπέρμετρες φιλοδοξίες του να αναδειχθεί σε ηγέτη ισάξιο αν όχι μεγαλύτερο του ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκίας Κεμάλ Ατατούρκ. Η οικονομία έχει περιέλθει σε δεινή κατάσταση (ανεργία, πληθωρισμός, υποτίμηση της λίρας, υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιοπιστίας) ενώ οι περιορισμοί που έχουν επιβληθεί στα κοινωνικά μέσα επικοινωνίας φαίνεται πως έχουν στρέψει τη νεολαία κατά της εξουσίας.

Υπό το φως των εξελίξεων αυτών, η επιθετική εξωτερική πολιτική και η άμετρη εθνικιστική ρητορεία μπορούν να ερμηνευθούν ως κίνηση αντιπερισπασμού ώστε να αποσπασθεί η προσοχή της κοινής γνώμης από τα εσωτερικά προβλήματα και να επιτευχθεί εθνική συσπείρωση έναντι εξωτερικών «εχθρών, απειλών και προσβολών». Αλλά ο αντιπερισπασμός από τα εσωτερικά προβλήματα δεν είναι ο μόνος παράγων. Η εξωτερική πολιτική ρήξης που ασκείται τα τελευταία χρόνια πόρρω απέχει από το λεγόμενο δόγμα Νταβούτογλου που διακήρυττε «μηδέν προβλήματα με τους γείτονες». Αντίθετα σήμερα η Τουρκία φαίνεται να έχει προβλήματα και συγκρούσεις με όλους τους γείτονες (εκτός από το Αζερμπαϊτζάν). H τουρκική εξωτερική πολιτική απηχεί μόνιμα χαρακτηριστικά μιας κατά βάση αναθεωρητικής δύναμης, όπως έχει φανεί στο Κυπριακό και στο Αιγαίο ήδη από τη δεκαετία του 1970, ως προς τούτο διαπιστώνεται συνέχεια με την πολιτική του κεμαλικού καθεστώτος. Σήμερα τίθεται ρητά πλέον θέμα αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάνης (1923) η οποία προσδιόρισε τα σύνορα της σημερινής Τουρκίας, όχι μόνο με την Ελλάδα.

Μια άλλη παράμετρος είναι η φιλοδοξία του Ερντογάν να ηγηθεί των Σουνιτών μουσουλμάνων, στον αραβικό κόσμο ιδίως με τη στήριξη στους Αδελφούς Μουσουλμάνους και τους Παλαιστίνιους, αλλά και στην Ευρώπη. Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας και άλλων χριστιανικών ναών σε τεμένη έχει συμβολική σημασία στο πλαίσιο αυτό. Το όραμα ενός νεο-οθωμανικού μεγαλείου, η μουσουλμανική διάσταση, το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας, συνάδουν προς την κατεύθυνση της αξίωσης να παίξει η Τουρκία ρόλο μεγάλης περιφερειακής δύναμης στην περιοχή που έλεγχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στη διάρκεια της εξάπλωσής της. Η έξαρση της επιθετικής ρητορικής και προκλητικών ενεργειών ενισχύεται από το κενό ισχύος που έχει αφήσει η πολιτική αποδέσμευσης των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή, ήδη από την προεδρία Ομπάμα και περισσότερο υπό τον πρόεδρο Τραμπ, έχει δε ενταθεί λόγω της προεκλογικής περιόδου στις ΗΠΑ. Πάντως, η άμεση απειλή σύγκρουσης τον Αύγουστο 2020 οδήγησε το αμερικανικό υπουργείο εξωτερικών να ενισχύσει την παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και να δηλώσει κατ’επανάληψη ότι ο διάλογος και το διεθνές δίκαιο αποτελούν τη βάση για την επίλυση διαφορών.                        

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια έχει να επιδείξει σειρά ρήξεων και επεμβάσεων σε γειτονικές χώρες:

  • Η ρήξη των σχέσεων με το Ισραήλ το 2010 συνδέεται με την επιδίωξη να εμφανισθεί η Τουρκία ως υπερασπιστής των Παλαιστινίων στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, γεγονός που υποκρύπτει τον ανταγωνισμό με την Αίγυπτο του προέδρου Αλ Σίσι, επίσης με τη στήριξη στη Χαμάς, ενώ εξ άλλου απηχεί τη δυσπιστία ως προς τη συνεργασία του Ισραήλ με τους Κούρδους. Σημειώθηκε αναθέρμανση των σχέσεων το 2016 και αναβάθμιση της διπλωματικής εκπροσώπησης έως το 2018, αλλά η ενεργειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς την Τουρκία, και η πρόσφατη συμφωνία συνεργασίας Ισραήλ - Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων συντηρούν την ένταση στις διμερείς σχέσεις.
  • Η εμπλοκή στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας με σκοπό την αποτροπή συνεργασίας μεταξύ Κούρδων Συρίας και Τουρκίας, καθώς και την ανατροπή του καθεστώτος Ασάντ, πέρασε από πολλές φάσεις με την εισβολή και κατοχή ζωνών κατά μήκος των συνόρων καθώς επίσης τη σύγκρουση και συνεργασία με τη Ρωσία μετά τη στρατιωτική επέμβαση της τελευταίας τον Σεπτέμβριο 2015, ενώ φαίνεται προς το παρόν να έχει περιέλθει σε αδιέξοδο, μετά την επανάκτηση του ελέγχου του μεγαλύτερου μέρους της επικράτειας από το καθεστώς.
  • Η στρατιωτική δραστηριότητα της Τουρκίας στο Βόρειο Ιράκ ανάγεται στην αρχή του πολέμου με τους Κούρδους (PKK) το 1984. Μετά την εισβολή του 2003 και την ανατροπή του Σαντάμ αναπτύχθηκε στενή συνεργασία με την ντε φάκτο αυτόνομη περιοχή του ιρακινού Κουρδιστάν, ενώ υπήρξε συνεργασία και με το «Ισλαμικό κράτος». Αυτή η στρατιωτική δραστηριότητα έχει επανειλημμένως προκαλέσει τη δυσφορία της κυβέρνησης της Βαγδάτης τα τελευταία χρόνια.
  • Η πρόσφατη εμπλοκή στον εμφύλιο πόλεμο στη Λιβύη μεταξύ της κυβέρνησης της Τρίπολης και του στρατάρχη Χαφτάρ, με την Άγκυρα να τάσσεται υπέρ της πρώτης, με κατάφωρη παραβίαση του εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ, συνδέεται με την υπογραφή του παράνομου Τουρκο-Λιβυκού συμφώνου (Νοέμβριος 2019) και την προσδοκώμενη ωφέλεια από τα πετρέλαια της χώρας, ενώ ενέχει και σοβαρό κίνδυνο για την Ευρώπη, ήτοι η Τουρκία μέσω της κυβέρνησης της Λιβύης να αποκτήσει έλεγχο των μεταναστευτικών ροών στην Κεντρική Μεσόγειο ώστε να εκβιάζει την ΕΕ και από τις δύο κύριες διόδους προσφύγων και μεταναστών.
  • Η Τουρκία έχει αναπτύξει μια πολιτική συνεργασίας με τη Ρωσία σε διάφορους τομείς (αγωγός φυσικού αερίου στη Μαύρη Θάλασσα, κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου, αγορά οπλικών συστημάτων), όμως στη Συρία (παρά τη συγκυριακή σύμπλευση), στη Λιβύη και στον Καύκασο (Ναγκόρνο Καραμπάχ) οι δύο χώρες στηρίζουν αντίπαλες πλευρές. Ιδίως η αγορά των αντιαεροπορικών πυραύλων S-400 από τη Ρωσία αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. με συνέπεια να αποκλεισθεί η Τουρκία από την αγορά του νέου μαχητικού αεροσκάφους F-35.
  • Η Τουρκία τρέφει όνειρα ηγεμονικής περιφερειακής δύναμης στη Μεσόγειο και πέραν αυτής, μιας δύναμης που δεν σέβεται τους κανόνες του παιγνιδιού (διεθνές δίκαιο, διπλωματία) αλλά αντιθέτως επιχειρεί να επιβάλει τη θέλησή της με τη χρήση ή την απειλή χρήσης βίας. Σημειωτέον ότι έχει αναπτύξει στρατιωτικές βάσεις σε Κατάρ και Σομαλία. Δεν ευοδώθηκαν αντίστοιχες προσπάθειες στο Σουδάν, ενώ έχει πετύχει λιμενικές διευκολύνσεις στην Αλβανία, και πρόσφατα προετοιμάζει τη δημιουργία αεροπορικής και ναυτικής βάσης στη Λιβύη.

Η επιθετική πολιτική ως προς θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο εκφράζεται με το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας. Το ζήτημα συνδέεται αλλά υπερβαίνει την ελληνοτουρκική διένεξη, η οποία ως γνωστόν αφορά την υφαλοκρηπίδα και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), καθώς και άλλα θέματα που θέτει η Τουρκία, δηλαδή την αμφισβήτηση των θαλάσσιων συνόρων, τη διαφορά περί του εναερίου χώρου και την αποστρατιωτικοποίηση νήσων του Ανατολικού Αιγαίου. Πρόσφατα, με αφορμή την ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου σε Ισραήλ, Κύπρο και Αίγυπτο και την μεταξύ τους συνεργασία σημειώθηκε διεύρυνση των διεκδικήσεων της Τουρκίας και άρνηση να δεχθεί τον αποκλεισμό της από την εκμετάλλευση του ενεργειακού πλούτου που, όπως διατείνεται, της ανήκει. Στο EastMediterraneanGasForum, μια διακυβερνητική περιφερειακή οργάνωση, συμμετέχουν 7 χώρες (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ, Αίγυπτος, Ιορδανία, Παλαιστινιακή Αρχή και Ιταλία), η ιδρυτική διακήρυξη υπογράφτηκε τον Ιανουάριο 2020, η ΕΕ συμμετέχει ως παρατηρητής και η Γαλλία ζήτησε να γίνει μέλος. Η αίσθηση απομόνωσης λόγω μη συμμετοχής της Τουρκίας δεν οφείλεται στη διάθεση αποκλεισμού της αλλά στον μη σεβασμό του διεθνούς δικαίου και εν προκειμένω της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS 1982). Οι διαφωνίες για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών υπερβαίνουν, ως εκ τούτου, το Αιγαίο Πέλαγος και το ελληνοτουρκικό πλαίσιο, αναφέρονται στην Ανατολική Μεσόγειο με εμπλεκόμενες όλες τις χώρες της περιοχής και άλλους σημαντικούς παίκτες. Για πολλούς λόγους (αμφίβολη οικονομική βιωσιμότητα λόγω μεγάλου βάθους των κοιτασμάτων, υψηλού κόστους του υποθαλάσσιου αγωγού μέσω Ελλάδος προς Ιταλία και χαμηλής τιμής του πετρελαίου, αλλά και η σταδιακή εγκατάλειψη των υδρογονανθράκων προς καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής) παρατηρητές θεωρούν ότι η Τουρκία χρησιμοποιεί το φυσικό αέριο ως πρόσχημα για τη διεκδίκηση ζώνης επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στην Κύπρο η Τουρκία έχει δημιουργήσει - κατά παραβίαση του διεθνούς δικαίου - τετελεσμένα με την κατοχή, τον εποικισμό του κατεχομένου βορείου τμήματος της νήσου και, εσχάτως, της περίκλειστης περιοχής της Αμμοχώστου σε αντίθεση με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, και την ανακήρυξη της ΤΔΒΚ το 1983. Η πολιτική της Άγκυρας δεν αποσκοπεί στην επίλυση του κυπριακού, στη βάση δικοινοτικής ομοσπονδίας, αλλά στον στρατηγικό έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι που θα έπρεπε να προβληματίζει την ΕΕ. Αποτελεί πρωτοφανή κατάσταση η Τουρκία να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, ένα πλήρες μέλος της ΕΕ, με την οποία ωστόσο διαπραγματεύεται. Η παραβίαση της κυπριακής ΑΟΖ με τη διενέργεια υποθαλάσσιων ερευνών οδήγησε στην επιβολή κυρώσεων από την ΕΕ το 2019. Νέες διευρυμένες κυρώσεις ενδέχεται να αποφασιστούν, αν επιτευχθεί ομοφωνία στο Συμβούλιο.

Οι σχέσεις ΕΟΚ-Τουρκίας ανάγονται στο 1963 όταν η Τουρκία έγινε συνδεδεμένο κράτος. ΕΕ και Τουρκία υπέγραψαν συμφωνία τελωνειακής ένωσης το 1995. Το 1999 η Τουρκία κατέστη υποψήφιο κράτος μετά την αλλαγή πολιτικής της Ελλάδος. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις άρχισαν το 2005 αλλά η πορεία ανακόπηκε λόγω της παραβίασης της υποχρέωσης της Τουρκίας να ανοίξει λιμάνια και αεροδρόμια σε κυπριακές εταιρείες, βάσει της τελωνειακής ένωσης. Επί πλέον, ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, σημειώνονται μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αυταρχικές τάσεις. Υπό τις σημερινές συνθήκες, η Τουρκία δεν μπορεί να γίνει μέλος επειδή δεν εκπληροί τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης του 1993 (δημοκρατία, κράτος δικαίου, δικαιώματα του ανθρώπου και προστασία μειονοτήτων) που ισχύουν για όλα τα υποψήφια κράτη. Πρέπει να σημειωθεί ότι αρκετά κράτη μέλη έχουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την ένταξη της Τουρκίας γεγονός που η Άγκυρα θεωρεί προσβολή και ασυνέπεια εκ μέρους της ΕΕ. Πάντως, παρά τις περί του αντιθέτου ρητορείες, το σημερινό καθεστώς δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται πραγματικά για την ένταξη στην ΕΕ επειδή αυτή συνεπάγεται μια σειρά δεσμεύσεις που θα περιόριζαν την ελευθερία δράσης του.

Εκτός από την ανοικτή πληγή του Κυπριακού και την αυταρχική στροφή του πολιτικού συστήματος ένα επιπλέον σοβαρό θέμα προστέθηκε τα τελευταία χρόνια στις ευρωτουρκικές σχέσεις, το ζήτημα των προσφύγων και μεταναστών. Η λεγόμενη κοινή δήλωση ΕΕ-Τουρκίας του Μαρτίου 2016 αντιμετώπισε την κρίση του 2015 βραχυπρόθεσμα (μειώθηκαν αισθητά οι ροές έναντι οικονομικής ενίσχυσης 6 δις ευρώ για την περίθαλψη 3.7 εκατομμυρίων προσφύγων / οικονομικών μεταναστών που διαμένουν στην Τουρκία), αλλά δεν έλυσε το πρόβλημα. Η Ελλάδα δεν εφάρμοσε τη συμφωνία ως προς την ταχεία εξέταση των αιτήσεων ασύλου, ενώ ορισμένα κράτη μέλη αρνήθηκαν την κατανομή των βαρών με την μετεγκατάσταση όσων δικαιούνται πολιτικό άσυλο ή διεθνή προστασία. Η ΕΕ φαίνεται να έχει περιέλθει σε κατάσταση ομηρίας έναντι της Τουρκίας, αν και απέτυχε η προσπάθεια της γείτονος τον Φεβρουάριο / Μάρτιο 2020 να χρησιμοποιήσει χιλιάδες πρόσφυγες / μετανάστες για να παραβιάσουν τα ευρωπαϊκά σύνορα στον Έβρο. Η σθεναρή στάση της Ελλάδος και η πρωτοφανής επίδειξη στήριξης από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ αποσόβησαν μεν τη συγκεκριμένη κρίση, αλλά η επόμενη δοκιμασία πρέπει να θεωρείται βέβαιη αν δεν αλλάξει ριζικά η κατάσταση. Όπως αναφέραμε ήδη, η επιθετική πολιτική του Ερντογάν ενδέχεται να καταστεί ακόμη μεγαλύτερη απειλή αν ανοίξει και δεύτερο μέτωπο με την αυξημένη τουρκική ανάμειξη στη Λιβύη, σημείο εκκίνησης των ροών στην Κεντρική Μεσόγειο.

Το βασικό πρόβλημα παραμένει ο κοινοτικός κανονισμός που διέπει την πολιτική ασύλου (κανονισμός του Δουβλίνου) ο οποίος δεν ανταποκρίνεται πλέον στα σημερινά δεδομένα μαζικών μετακινήσεων. Μετά από καθυστερήσεις, η Επιτροπή υπέβαλε στις 23 Σεπτεμβρίου 2020 πρόταση για ένα νέο Σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο η οποία προβλέπει τη βελτίωση της διαχείρισης αλλά και την υποχρέωση των κρατών μελών, που αρνούνται να δεχθούν την εγκατάσταση στο έδαφός τους προσφύγων, να αναλάβουν τη δύσκολη υπόθεση της επιστροφής όσων απορρίπτεται τελεσίδικα η αίτηση ασύλου. Με άλλα λόγια να αναλάβουν όλα τα κράτη μέλη μέρος των βαρών, αν και με ευέλικτο τρόπο. Η διαπραγμάτευση στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο προβλέπεται δύσκολη.

Η έως τώρα συζήτηση στην ΕΕ επικεντρώνεται στη διαχείριση των μεικτών ροών (προσφύγων και οικονομικών μεταναστών) οι οποίες όμως δεν αποτελούν παρά το σύμπτωμα, ενώ τα βαθύτερα αίτια είναι βίαιες συγκρούσεις οι οποίες με τη σειρά τους οφείλονται σε πληθώρα παραγόντων όπως ακραία φτώχεια και πείνα, ανελεύθερα και διεφθαρμένα πολιτικά καθεστώτα καθώς επίσης την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Όσον αφορά την φτώχεια και την κλιματική αλλαγή η ΕΕ έχει αναλάβει σημαντικές πρωτοβουλίες όπως π.χ. το σχέδιο εξωτερικών επενδύσεων για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης ή το ταμείο δίκαιης μετάβασης, αντίστοιχα. Οι αδυναμίες στη χάραξη και εφαρμογή ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής εμφανίζονται κυρίως εκεί όπου τα αίτια είναι πολιτικού χαρακτήρα. Η μή έγκαιρη αντιμετώπιση των συγκρούσεων έχει κόστος, μεταξύ άλλων με τη μορφή μετακινήσεων πληθυσμών προς την Ευρώπη. Είναι χαρακτηριστική η σχεδόν πλήρης απουσία της ΕΕ από την κρίση στη Συρία, έως ότου το πρόβλημα έφθασε στα σύνορά της με τη μορφή μεγάλου κύματος προσφύγων. Αλλά και μετά το 2015 η ΕΕ έχει αφήσει το πεδίο σε άλλους παίκτες (κυρίως Ρωσία, Τουρκία, Ιράν) των οποίων η ανάμειξη προφανώς εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα. Άλλο παράδειγμα η Λιβύη. Μετά την ανατροπή του καθεστώτος Καντάφι το 2011, στην οποία πρωταγωνίστησαν Γαλλία και Βρετανία, η χώρα αφέθηκε στην τύχη της, δηλαδή βορά σε διάφορες παραστρατιωτικές ομάδες με αποτέλεσμα τη συνεχιζόμενη ακυβερνησία επί σχεδόν 10 χρόνια. Η Λιβύη έχει γίνει κέντρο διέλευσης προσφύγων / μεταναστών από την Αφρική προς την Ευρώπη.

ΙΙΙ. Η ΕΕ ενώπιον των προκλήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο - περιορισμοί και δυνατότητες δράσης

Η ΕΕ εκφράζει την αλληλεγγύη της όταν απειλούνται η κυριαρχία ή τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών μελών, όπως πρόσφατα με τις απειλές και ενέργειες της Τουρκίας κατά της Ελλάδος και της Κύπρου. Η αλληλεγγύη αποτελεί βασική αρχή της ΕΕ και κατά καιρούς διάφορα κράτη μέλη ζητούν την αλληλεγγύη των εταίρων όπως π.χ. έπραξαν η Πολωνία και οι Βαλτικές χώρες ως προς την απειλή εκ μέρους της Ρωσίας ή η Γαλλία σχετικά με την τρομοκρατική απειλή από την ζώνη Σαχέλ.

Όπως τονίσθηκε, η εξωτερική πολιτική της ΕΕ αποφασίζεται με ομοφωνία, επομένως η λήψη αποφάσεων εξαρτάται από τις θέσεις των κρατών μελών οι οποίες συχνά διαφέρουν λόγω εθνικών συμφερόντων. Η Γερμανία είναι επιφυλακτική έως αρνητική στην επιβολή κυρώσεων κατά της Τουρκίας επειδή, εκτός των επιμέρους συμφερόντων, θεωρεί ότι η διαμεσολαβητική προσπάθεια που έχει αναλάβει θα ματαιωνόταν από μια τέτοια απόφαση. Γεγονός είναι ότι απόφαση της ΕΕ για εμπάργκο όπλων κατά της Τουρκίας, μετά την εισβολή της στη Βόρειο Συρία τον Οκτώβριο 2019, εμποδίσθηκε από τη Γερμανία. Σειρά παραγόντων φαίνεται πως ερμηνεύουν την αρνητική στάση της Γερμανίας, όπως οικονομικά συμφέροντα (εμπορικές συναλλαγές και άμεσες ξένες επενδύσεις), η εξαγωγή όπλων (τα τελευταία χρόνια η Τουρκία είναι ο μεγαλύτερος πελάτης της γερμανικής αμυντικής βιομηχανίας), η απειλή ενός νέου μεταναστευτικού κύματος δεδομένου ότι πολλοί πρόσφυγες / μετανάστες θέλουν να εγκατασταθούν στη Γερμανία, ο μεγάλος αριθμός μεταναστών και πολιτών (δηλαδή ψηφοφόρων) τουρκικής καταγωγής στη χώρα καθώς επίσης οι στρατηγικές σχέσεις με σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Η Γαλλία ανησυχεί για το ρόλο της Τουρκίας μεταξύ των Μουσουλμάνων στην επικράτειά της καθώς επίσης την ανάμειξη στη Βόρειο Αφρική, ιδιαίτερα σε Λιβύη και Αλγερία, αλλά και στην περιοχή Σαχέλ (εστία τρομοκρατικών οργανώσεων, με σημαντική στρατιωτική παρουσία της Γαλλίας από το 2013), και γενικότερα για τον αποσταθεροποιητικό ρόλο που παίζει μια επιθετική, διεκδικητική και επεκτατική Τουρκία. Η Ιταλία φαίνεται πως αναθεωρεί τη στάση της προς την Τουρκία μετά την έντονη ανάμειξη στη Λιβύη και τις θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ισπανία θεωρεί ότι τα συμφέροντά της δεν θίγονται άμεσα από την πολιτική της Τουρκίας, αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί την αλληλεγγύη της προς Ελλάδα και Κύπρο.

Ένα από τα εργαλεία άσκησης εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ είναι οι κυρώσεις (περιοριστικά μέτρα) έναντι κρατών, αξιωματούχων ή επιχειρήσεων, με σκοπό την προσαρμογή της πολιτικής και συμπεριφοράς τους προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Πρόσφατα η πρόεδρος της Επιτροπής vonderLeyen πρότεινε τη λήψη αποφάσεων για κυρώσεις με ειδική πλειοψηφία, αλλά ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Michel εξέφρασε επιφυλάξεις. Προς το παρόν ισχύει η ομοφωνία.

Μια μορφή κυρώσεων είναι το εμπάργκο όπλων, ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό μέσο σε περίπτωση συγκρούσεων. Όσον αφορά τις εξαγωγές όπλων σε τρίτες χώρες ένα ευρωπαϊκό σύστημα ελέγχου εξαγωγών ισχύει από το 1998 με τον ορισμό κοινών κριτηρίων. Το σύστημα μάλιστα ενισχύθηκε θεσμικά το 2008. Ενώ τα κριτήρια είναι κοινά, π.χ. απαγόρευση εξαγωγής σε περιπτώσεις εσωτερικών ή περιφερειακών συγκρούσεων, η έγκριση εξαγωγής οπλικών συστημάτων γίνεται με εθνική και όχι ευρωπαϊκή απόφαση. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εδώ και πολλά χρόνια ζητά να λαμβάνονται οι σχετικές αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά στο Συμβούλιο πολλές χώρες αντιδρούν. Φαίνεται ότι μια τέτοια ρύθμιση είναι δύσκολο να γίνει δεκτή όσο διαρκούν οι εθνικοί ανταγωνισμοί για πώληση όπλων, δηλαδή όσο δεν υπάρχει μια ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Πάντως μέσω του μηχανισμού αυτού αυξήθηκε η διαφάνεια των αποφάσεων, γεγονός που επιτρέπει σε πολιτικούς φορείς και την κοινωνία των πολιτών να ασκούν αποτελεσματικότερα δημόσιο έλεγχο.

Η Συνθήκη της Λισαβώνας προβλέπει στο άρθρο 47.2. μια ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεχθεί επίθεση κατά της εδαφικής του ακεραιότητος. Για τα κράτη μέλη που είναι μέλη του ΝΑΤΟ η Συνθήκη προβλέπει ότι η ρήτρα αυτή εφαρμόζεται στο πλαίσιο της ατλαντικής συμμαχίας. Αλλά τα υπόλοιπα κράτη μέλη (Ιρλανδία, Σουηδία, Φινλανδία, Αυστρία, Κύπρος και Μάλτα) μπορούν να κάνουν χρήση της ρήτρας εντός της ΕΕ. Η παραβίαση της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας από τουρκικά πλοία θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει στην επίκληση της ρήτρας αυτής.

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Michel πρότεινε πολυμερή διάσκεψη για την Ανατολική Μεσόγειο όπου θα συζητηθούν η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, η ενέργεια, η ασφάλεια, η μετανάστευση κλπ. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα πρόταση που θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση των εντάσεων, αλλά δεν πρέπει να υποτιμώνται οι δυσκολίες αποδοχής και διεξαγωγής μιας τέτοιας διάσκεψης. Αρκεί να αναφερθούν ζητήματα όπως ποιοί θα κληθούν να συμμετάσχουν (Κυπριακή Δημοκρατία, Λιβύη, ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, ...) και ποιά θέματα θα τεθούν (θαλάσσιες ζώνες, ενέργεια (μόνο το φυσικό αέριο ή και ανανεώσιμες πηγές), μεταναστευτικό, Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας, μεταξύ άλλων). Πάντως, μια πολυμερής διαπραγμάτευση είναι προτιμότερη της διμερούς, ενώ είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς ότι η ΕΕ θα συγκαλέσει διάσκεψη χωρίς την πρότερη αποδοχή των αρχών του διεθνούς δικαίου από τους συμμετέχοντες.

Την 1η Οκτωβρίου 2020, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συζήτησε εκτενώς την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο και την προοπτική μιας εποικοδομητικής σχέσης με την Τουρκία. Επιβεβαίωσε την αλληλεγγύη με την Ελλάδα και την Κύπρο και τόνισε την ειρηνική επίλυση των διαφορών βάσει του διεθνούς δικαίου. Χαιρέτισε τις ελληνοτουρκικές διερευνητικές συνομιλίες και την πρόταση της Κύπρου προς την Τουρκία για διάλογο με σκοπό την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Υπό την προϋπόθεση ότι η Τουρκία θα σταματήσει τις παράνομες ενέργειες, συμφώνησε επίσης να προωθήσει μια θετική ατζέντα στις ευρωτουρκικές σχέσειςπου μπορεί να περιλαμβάνει τον εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης, επαφές μεταξύ πολιτών, διάλογο υψηλού επιπέδου και συνέχιση της συνεργασίας για τη διαχείρηση των μεταναστευτικών ροών. Σε περίπτωση νέων μονομερών ενεργειών και προκλήσεων κατά παραβίαση του διεθνούς δικαίου η ΕΕ θα κάνει χρήση όλων των μέσων που διαθέτει, περιλαμβανομένων περιοριστικών μέτρων. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα παρακολουθεί την κατάσταση και θα επανέλθει το αργότερο τον Δεκέμβριο. Τέλος, ανέθεσε στον Ύπατο Εκπρόσωπο να αναλάβει τη διοργάνωση μιας πολυμερούς διάσκεψης όπως είχε προτείνει ο πρόεδρός του.

Συμπερασματικά, οι προκλήσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο θέτουν την ΕΕ προ διλημμάτων, απαιτούν σταθερότητα στις αρχές της, αλλά και ευελιξία στην προσαρμογή της πολιτικής της. Αδιαπραγμάτευτες είναι οι θεμελιώδεις αρχές της ευρωπαϊκής ενοποίησης όπως διατυπώνονται στις Συνθήκες και περιλαμβάνουν, στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων, τον απόλυτο σεβασμό του διεθνούς δικαίου (που σημαίνει διάλογο, διαπραγματεύσεις και, σε περίπτωση μη συμφωνίας, προσφυγή στη διεθνή διαιτησία ή δικαιοσύνη), την κοινοτική αλληλεγγύη, την καλή γειτονία και την ειρηνική διευθέτηση διαφορών. Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αυτές που είναι αυτονόητες στις σχέσεις μεταξύ εταίρων εντός και εκτός της ΕΕ. Τα τελευταία 20 χρόνια, η πολιτική της Άγκυρας έδειξε ότι, όσον αφορά τον εκδημοκρατισμό (ανθρώπινα δικαιώματα, κράτος δικαίου, δημοκρατία) και την εξωτερική πολιτική, το «στοίχημα» της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Προφανώς τα μέσα άσκησης πίεσης της ΕΕ έχουν περιορισθεί από το γεγονός ότι η ένταξη της Τουρκίας δεν είναι μια ρεαλιστική προοπτική στο προβλεπόμενο μέλλον.

Παραταύτα, η ΕΕ οφείλει να βρει τρόπους προκειμένου να διαμορφώσει μια λειτουργική και βιώσιμη σχέση με την γείτονα. Ένας συνδυασμός περιοριστικών μέτρων και θετικών προτάσεων (μαστίγιο και καρότο) ίσως αποβεί λυσιτελής. Δεδομένου ότι η τουρκική οικονομία διέρχεται μια περίοδο σοβαρής κρίσης, οικονομικές κυρώσεις μπορεί να επιφέρουν αποτέλεσμα. Αν η γλώσσα της ισχύος είναι η μόνη που καταλαβαίνει η Τουρκία υπό τον Ερντογάν, τότε η ΕΕ επιβάλλεται να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα αυτή. Η Γαλλία είναι προς το παρόν ο μόνος μεγάλος παίκτης που δρα στο πνεύμα αυτό. Ταυτόχρονα η ΕΕ μπορεί να προτείνει στην Τουρκία μια θετική ατζέντα υπό προϋποθέσεις, αλλά δεν πρέπει να ακολουθήσει μια πολιτική κατευνασμού. Ευλόγως διερωτάται κανείς αν ο Ερντογάν θα αποδεχθεί να δεσμευθεί σε μια τέτοια διαδικασία, αν δηλαδή είναι όντως πραγματιστής ώστε να αναγνωρίσει ότι συμφέρει μια τέτοια επιλογή ή αν επιμείνει στην επιθετική και περιπετειώδη τακτική των προκλήσεων και εκβιασμών προς όλες τις κατευθύνσεις (‘διπλωματία των κανονιοφόρων’). Εν πάση περιπτώσει, μια τέτοια επιλογή δύναται ενδεχομένως να υποβληθεί σε μια επόμενη διακυβέρνηση στην Τουρκία, όταν ο Ερντογάν δεν θα ευρίσκεται πλέον στην εξουσία. Εκ παραλλήλου, η ΕΕ και η Ελλάδα δεν πρέπει να παραμελήσουν την επικοινωνία με μετριοπαθή και συνεργάσιμα στοιχεία της τουρκικής κοινωνίας και να επενδύσουν στη δημόσια διπλωματία.

Η πολιτική της Τουρκίας, όπως και άλλες προκλήσεις στο διεθνές περιβάλλον, προβάλλουν αδήριτη την ανάγκη για την ΕΕ να ωριμάσει γεωπολιτικά, να συνειδητοποιήσει τα μακροπρόθεσμα κοινά συμφέροντα και να αναπτύξει την κατάλληλη στρατηγική με όλα τα απαιτούμενα μέσα, με σκοπό να ασκήσει ευρωπαϊκή κυριαρχία. Η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας, σε συνδυασμό με το κενό ισχύος και το ιδεολογικό περιεχόμενο, αποτελούν ένα επικίνδυνο μείγμα για τις χώρες της περιοχής και είναι πολύ πιθανό να δώσει την αφορμή για ανάμειξη μεγάλων δυνάμεων. Προκειμένου να αποτραπεί μια τέτοια αποσταθεροποιητική δυναμική η οποία θα προσετίθετο στην ήδη επιβαρυμένη κατάσταση σε μια περιοχή με μακρά ιστορία ανταγωνισμών και συγκρούσεων καθώς επίσης φλέγοντα σημερινά προβλήματα, μια πολυμερής διαδικασία διαλόγου και συνεργασίας, βασισμένη σε κοινά αποδεκτές αρχές, φαίνεται να προβάλλει ως μια θετική διέξοδος. Η πανευρωπαϊκή εμπειρία της διαδικασίας ύφεσης κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου με τη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ 1975, σήμερα ΟΑΣΕ) μπορεί να εμπνεύσει ένα παρόμοιο εγχείρημα και η ΕΕ έχει τόσο την ιστορική εμπειρία όσο και το πολιτικό βάρος να προωθήσει μια τέτοια πρωτοβουλία.


Βιβλιογραφία

Toni Alaranta, The AKP and Turkey’s Long Tradition of Islamo-Fascism, The Turkey Analyst, vol. 8, no. 3, February 2015

http://www.turkeyanalyst.org/publications/turkey-analyst-articles/item/374-the-akp-and-turkey%E2%80%99s-long-tradition-of-islamo-fascism.html

Θάνος Βερέμης, Προς μακρά περίοδο συζητήσεων, LIBERAL, 18 Σεπτεμβρίου 2020

https://www.liberal.gr/apopsi/thanos-beremis-pros-makra-periodo-suzitiseon-/324039

Salim Çevik. Rise and Fall of the Crisis in the Eastern Mediterranean, Diplomatist, 3.10. 2020
https://diplomatist.com/2020/10/03/rise-and-fall-of-the-crisis-in-the-eastern-mediterranean/

Giuseppe Dentice, Valeria Talbot, A Geopolitical Sea: The New Scramble for the Mediterranean, ISPI Dossier 17 July 2020

https://www.ispionline.it/en/pubblicazione/geopolitical-sea-new-scramble-mediterranean-26988

ΔΙΚΤΥΟ, Το Μέλλον των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων, Από τα πρόθυρα της θερμής αναμέτρησης στην έναρξη ενός δύσκολου, δύσβατου και αβέβαιου διαλόγου, ΟΚΤΏΒΡΙΟΣ 2020
https://www.kathimerini.gr/wp-content/uploads/2020/10/OCTOBER_2020_new.pdf

Jean-François Drevet, Les ambitions turques, la France et l’UE, Telos 13 juillet 2020

https://www.telos-eu.com/fr/politique-francaise-et-internationale/les-ambitions-turques-la-france-et-lue.html

East Mediterranean Gas Forum launched, Oil Review Middle East, 25 September 2020

https://www.oilreviewmiddleeast.com/gas/east-mediterranean-gas-forum-launched

Thomas Enders, Die EU braucht eine mutige deutsche Aussenpolitik, DGAP, 2.9. 2020

https://dgap.org/de/forschung/publikationen/die-eu-braucht-eine-mutige-deutsche-aussenpolitik

Martin Erdmann, Wie umgehen mit der Türkei? Wenn Erdogan die Puste ausgeht, FAZ 22 September 2020

https://www.faz.net/aktuell/politik/ausland/beziehung-zur-tuerkei-europas-umgang-mit-erdogan-16964364.html

European Commission, New Pact on Migration and Asylum, A fresh start on migration in Europe, 23 September 2020

https://ec.europa.eu/info/strategy/priorities-2019-2024/promoting-our-european-way-life/new-pact-migration-and-asylum_en

European Commission, Communication on EU enlargement policy and the 2020 Enlargement Package, 6 October 2020

https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/IP_20_1816

European Council, Conclusions 1 October 2020

https://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2020/10/01/european-council-conclusions-on-external-relations-1-october-2020/?utm_source=dsms-auto&utm_medium=email&utm_campaign=European+Council+conclusions+on+external+relations%2c+1+October+2020

Paul Iddon, The significance of Turkey’s overseas military bases, Ahvalnews 13 July 2019

https://ahvalnews.com/turkish-military/significance-turkeys-overseas-military-bases

International Crisis Group, How to Defuse Tensions in the Eastern Mediterranean, Statement, 22 September 2020

https://www.crisisgroup.org/europe-central-asia/western-europemediterranean/how-defuse-tensions-eastern-mediterranean

Sofia López Piqueres, Taking the EU out of the EastMed pipeline quagmire, EPC POLICY BRIEF 17 September 2020

https://www.epc.eu/en/Publications/Taking-the-EU-out-of-the-EastMed-pipeline-quagmire~371784

Mark Leonard, Jean Pisani-Ferry, Elina Ribakova, Jeremy Shapiro and Guntram Wolf, Redefining Europe’s economic sovereignty, Bruegel, June 2019

https://www.bruegel.org/wp-content/uploads/2019/06/PC-09_2019_final-1.pdf

ALAN MIKHAIL, Why Recep Tayyip Erdogan’s Love Affair with the Ottoman Empire Should Worry the World, THE TIME, 3 SEPTEMBER 2020

https://time.com/5885650/erdogans-ottoman-worry-world/

Jana Puglierin, José Ignacio Torreblanca, George Tzogopoulos, Tara Varma, Arturo Varvelli, Views from the capitals, Gas conflict in the eastern Mediterranean, European Council on Foreign Relations (ECFR), 16 September 2020

https://www.ecfr.eu/publications/summary/vfc_views_from_the_capitals_gas_conflict_in_the_eastern_mediterranean

Marc Pierini, Turkey’s Labyrinthine Relationship with the West, Seeking a Way Forward, ELIAMEP Policy Paper #38/2020

https://www.eliamep.gr/wp-content/uploads/2020/09/Policy-Paper-38-FINAL-11.09-1.pdf

Ahmed Qandil, East Med Gas Forum turns into regional organisation, in blow to Turkey, Ahvalnews 23 September 2020

https://ahvalnews.com/east-mediterranean/east-med-gas-forum-turns-regional-organisation-blow-turkey

Branislav Stanicek, Turkey: Remodelling the eastern Mediterranean, Conflicting exploration of natural gas reserves, European Parliamentary Research Service, September 2020

https://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/BRIE/2020/652048/EPRS_BRI(2020)652048_EN.pdf

Nikolaos Stelgias, ‘TURKISH GEOPOLITICS’: THE ‘PLAYGROUND’ OF TURKISH DIPLOMACY IN MESOPOTAMIA AND EASTERN MEDITERRANEAN ON THE THRESHOLD OF THE 2020s, Eastern Mediterranean Policy Note No. 52 July 2020

http://cceia.unic.ac.cy/wp-content/uploads/EMPN_52.pdf

Michaël Tanchum, Libya, energy, and the Mediterranean’s new ‘Great Game’, ARI 110/2020 - 23/9/2020

http://www.realinstitutoelcano.org/wps/portal/rielcano_en/contenido?WCM_GLOBAL_CONTEXT=/elcano/elcano_in/zonas_in/ari110-2020-tanchum-libya-energy-and-the-mediterraneans-new-great+game

Andreas THEOPHANOUS, Andreas KARYOS (Eds.), Greco-Turkish Relations and Cyprus, In Depth SPECIAL ISSUE VOLUME 17 ISSUE 5, September 2020

http://cceia.unic.ac.cy/wp-content/uploads/IN_DEPTH_2020_17-5.pdf

Panayotis TSAKONAS, “Containgagement”: An EU Strategy towards Erdogan’s Turkey, ELIAMEP Policy Paper #39/2020

https://www.eliamep.gr/wp-content/uploads/2020/09/Policy-Paper-38-Tsakonas-final-2.pdf

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Συνεργατών Δρ Κυριάκος Ρέβελας: Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και οι προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο