Συνεργατών

Αριστείδης Λαυρέντζος: Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας στο θέατρο, 1832-2022

LAYRENTZOS

 

Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας στο θέατρο, 1832-2022

Αριστείδης Λαυρέντζος
Θεατρολόγος-σκηνοθέτης

Η προσωπικότητα του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια έλκυσε πολλούς θεατρικούς συγγραφείς να γράψουν αξιόλογα θεατρικά έργα που τα περισσότερα έχουν ανεβεί στη σκηνή και έχουν κινήσει το ενδιαφέρον θεατροφίλων και μελετητών. Κοινό χαρακτηριστικό των έργων αυτών είναι ότι επικεντρώνονται ή καταλήγουν στο τραγικό γεγονός της δολοφονίας του την 27η Σεπτεμβρίου 1831, στο κατώφλι της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Δεν είναι όμως μόνο το γεγονός της δολοφονίας καθεαυτό που περιγράφεται στα περισσότερα θεατρικά έργα, αλλά κυρίως τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτή, οι πολιτικές, κοινωνικές και συχνά γεωπολιτικές και διεθνείς περιρρέουσες συνθήκες και οι διαρκώς αυξανόμενες εντάσεις και συγκρούσεις.

Δεδομένου ότι η έννοια της «σύγκρουσης» είναι θεμελιώδης στο θέατρο,[1] η εποχή προσφέρεται ιδανικά για να εκφραστεί σε θεατρικά έργα, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο. Στην Ευρώπη, το πλαίσιο που δημιούργησε η Ιερά Συμμαχία, σκοπεύοντας να καταπνίξει κάθε φιλελεύθερο ή εθνικό κίνημα που θα μπορούσε να απειλήσει τα μέλη της (Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία, Μεγάλη Βρετανία) δεν ήταν παρά μια μάταια προσπάθεια να συγκρατήσει το καζάνι που έβραζε σε πολλές περιοχές της, ύστερα από την ηφαιστειακή έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης. Τα έθνη διεκδικούν λυσσαλέα την αυτονομία τους, όσο κι αν αυτό τρομάζει την Αυστρία του Μέττερνιχ, αποτελούμενη από πολλά έθνη, και την Οθωμανική αυτοκρατορία του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄, επίσης. Πρώτη η Ελλάδα του 1821-30 διαρρηγνύει το πλαίσιο και αποκτά εθνική ανεξαρτησία, με την επανάστασή της να αποτελεί θεμέλιο στη δημιουργία της σύγχρονης Ευρώπης.[2] Άλλες εξεγέρσεις (π.χ. Πεδεμόντιο, Νάπολη 1820-21, Πολωνία 1831) καταστέλλονται με τον πιο βίαιο τρόπο. Στη Γαλλία, η Ιουλιανή Επανάσταση του 1830 καταλύει τη δυναστεία των Βουρβόνων που είχε βασιλεύσει επί τέσσερις αιώνες και εγκαθιστά στον θρόνο τον βασιλιά-πολίτη Λουδοβίκο-Φίλιππο, από τον Οίκο της Ορλεάνης, που θα είναι ο τελευταίος βασιλιάς σε αυτή τη χώρα. Στο Βέλγιο, η εξέγερση της 25ης Αυγούστου 1830 θα διώξει τους Ολλανδούς που κατείχαν τη χώρα από το 1815.[3] Αρχίζει να προετοιμάζεται ήδη «η άνοιξη των λαών» του 1848. Και το μέλλον του μεγάλου ασθενούς, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, μετά την απόσχιση της Ελλάδας και της Σερβίας και τις προετοιμαζόμενες εξεγέρσεις στη Βουλγαρία και αλλού, είναι άδηλο, ιδιαίτερα μετά από τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1829, που δεν θα είναι ο τελευταίος. Τέλος, στην Ελλάδα έχουν διαμορφωθεί τρεις αλληλοσυγκρουόμενες και αδιάλλακτες τάσεις, γύρω από τα κόμματα που συγκροτούνται με τις χαρακτηριστικές ονομασίες αγγλικό, γαλλικό και ρωσικό, και σε συνδυασμό εν μέρει με αυτές, γύρω από τη διεκδίκηση δικαιωμάτων και ελευθεριών από όλα τα κοινωνικά στρώματα, με διαφορετικούς λόγους και κίνητρα για το καθένα.

Αναφερθήκαμε συνοπτικά σε αυτό το καμίνι των συγκρούσεων, για να γίνει περισσότερο κατανοητή η δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκε από την αρχή ο Ιωάννης Καποδίστριας, που ήρθε τον Ιανουάριο του 1828 ως πρώτος Κυβερνήτης της χώρας μας που ανασταίνονταν από τις στάχτες της. Το σύμβολο που υιοθέτησε ο Καποδίστριας, ο αναγεννώμενος από τις φλόγες του φοίνικας – σύμβολο που δυστυχώς αμαυρώθηκε με τη χρήση του από τη δικτατορία την περίοδο 1967-74, ήταν χαρακτηριστικό του εμπρηστικού κλίματος στο οποίο βρέθηκε ο Κυβερνήτης, με το στοιχείο της ανάφλεξης να αυξάνεται ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό της διακυβέρνησής του (1830-31).

Με τα υλικά αυτά ο μεγάλος συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης θα αναμετρηθεί αντάξια με τους αρχαίους μας τραγικούς, γράφοντας το 1944 το έργο του Καποδίστριας, που δεν είναι απλώς ένα ιστορικό δράμα αλλά μια τραγωδία εφάμιλλη εκείνων. Ας πάρουμε όμως, με χρονολογική κατά βάση σειρά, τα έργα που γράφτηκαν για τον θάνατο του Καποδίστρια.

1. Πριν το αίμα στεγνώσει: Ι. Α. Καποδίστριας, του Υπάτιου Ζ. Αυγερινού, 1832

Πέντε μόλις μήνες μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, γράφεται το πρώτο θεατρικό έργο που αναφέρεται σε αυτή.[4] Συγγραφέας του ο Υπάτιος Ζ. Αυγερινός, που ήταν 20 ετών όταν το έγραψε, στις αρχές του 1832. Όπως εξηγεί ο ίδιος, δεν επέτρεψε τότε την εκτύπωσή του, «διά την τότε επιπολάζουσαν αμαυρωτάτην αχλύν εις το Ελληνικόν έδαφος».[5] Κατέστη εφικτή, λέει ο συγγραφέας, η δημοσίευση του έργου επί βασιλείας Όθωνος – του οποίου πλέκει το εγκώμιο –, το 1849, όταν επικράτησε η αναγνώριση της ηθικοπολιτικής ακεραιότητας του Κυβερνήτη Καποδίστρια, με την Εθνική Συνέλευση να έχει αποφασίσει, από το 1844, να ανεγερθεί ανδριάντας εις μνήμην του. Η πληροφορία είναι χαρακτηριστική, διότι στη φάση της Αντιβασιλείας του Όθωνα (1833-1835), που είναι γνωστή και ως Βαυαροκρατία, η μερίδα με την οποία κυβέρνησαν οι Βαυαροί ήταν η αντικαποδιστριακή πτέρυγα, και αντίπαλή της η φιλοκαποδιστριακή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της περιόδου η δίκη και παρά λίγο θανάτωση του φιλοκαποδιστριακού Γέρου του Μοριά Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Το έργο είναι σαφώς φιλοκαποδιστριακό. Τα πρόσωπά του είναι τα λιγότερα σε σύγκριση με τα άλλα κύρια έργα που σχολιάζονται εδώ. Οκτώ πρόσωπα όλα κι όλα: Ι. Α. Καποδίστριας, Πρόεδρος της Ελληνικής Κυβερνήσεως· Αντισθένης, Υπουργός· Χαρίδημος, Υπουργός και Πρεσβύτης· Θήρανδρος και Μενέξενος, συνωμότες· Ευθύφρων, Συγκλητικός. Μηνυτής (ήτοι αγγελιαφόρος), πολύ σύντομος ρόλος·[6] και ένα πρόσωπο χωρίς όνομα, το οποίο μιλά «εκ του Δήμου», στις δύο τελευταίες σκηνές του έργου. Υπάρχουν βέβαια και κάποια βουβά πρόσωπα, ήτοι δύο Συγκλητικοί, Δήμος, Στρατιώτες, Φύλακες.

Ο συγγραφέας λέει ότι τα πρόσωπα του δράματος δεν υπαινίσσονται κανένα πραγματικό πρόσωπο «των εν τοις πράγμασι χρηματισάντων Ελλήνων», αλλά ότι είναι καθαρά δημιουργήματα της φαντασίας του. Η μελέτη του έργου μας επιτρέπει να διαψεύσουμε τη δήλωσή του: για παράδειγμα, κάτω από τα ονόματα Θήρανδρος και Μενέξενος είναι φανερό ότι «κρύβονται» οι δολοφόνοι του Καποδίστρια, Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης.

Το έργο είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο, παρόλο που ο συγγραφέας τάσσεται γενικώς υπέρ του πεζού λόγου στο θέατρο[7] – και το εφαρμόζει στα άλλα δύο έργα του τόμου των έργων του, ήτοι Μάρκος Βότσαρις και Σωκράτης. Φαίνεται ότι το κατατάσσει στις «κυρίως τραγωδίες» για τις οποίες πιστεύει ότι πρέπει να χρησιμοποιείται ο έμμετρος λόγος.[8] Παίρνοντας μάλιστα για παράδειγμα την τραγωδία του Ι. Ζαμπέλιου Τιμολέων, κατακρίνει τον «ιαμβόκροτον δωδεκασύλλαβον» του τελευταίου, λέγοντας ότι «το μέτρον τούτο στερείται εντονότητος, και είναι ανεπιτήδειον εις έκφρασιν περιοδικών λόγων, όπου απαιτούνται στροφή φράσεως, ύψος λόγου και έμφασις». Όμως τα αντεπιχειρήματα του Ι. Ζαμπέλιου υπέρ του δωδεκασύλλαβου είναι πολύ πειστικότερα.[9] Και όταν αναλογισθεί κανείς ότι οι τραγωδίες του Ρακίνα, του Corneilleκαι όλου του γαλλικού 17ου αιώνα, αλλά και πολλά άλλα λαμπρά μεταγενέστερα έργα (π.χ. του Ουγκώ και του Εντμόν Ροστάν) έχουν γραφεί σε αλεξανδρινό δωδεκασύλλαβο, η προαναφερόμενη άποψη του Υ. Ζ. Αυγερινού καταρρίπτεται. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι δεν είναι κατάλληλος για την τραγωδία ή το ιστορικό δράμα και ο πιο οικείος στην ελληνική ποίηση δεκαπεντασύλλαβος στίχος.

Η γλώσσα του συγγραφέα είναι αρκετά εύληπτη ακόμα και σήμερα, και σε αντίθεση με τα έργα του Ι. Ζαμπέλιου,[10] θα μπορούσε το έργο να παιχθεί και χωρίς μεταγραφή στη σημερινή νεοελληνική. Παραθέτουμε σχετικά ένα απόσπασμα, που ταυτόχρονα είναι και αντιπροσωπευτικό του περιεχομένου του έργου.

          Χαρίδημος:

Τι λέγεις τώρα, Υπουργέ; Δεν απορείς, δεν φρίττεις;

Ναι, μα τους προγεννήτορας! Κατά της κεφαλής μου

ας στρέψη πλέον η οργή όλης της Οικουμένης,

του Ουρανού, της Φύσεως, θεία και ανθρωπίνη,

προτού να λάβη εξ εμού ο Πρόεδρος του Έθνους

αχάριστον ανταμοιβήν των εθνικών του πόνων.

Ο στασιώδης Θήρανδρος διέτριβεν ενταύθα,

και με πολλάς και αναιδείς φρικτάς συκοφαντίας

κατά Προέδρου, καθ’ ημών, κατά παντός του Έθνους,

να μ’ επισύρη έσπευδεν εις άνομον φατρίαν.[11]

Και ένα άλλο απόσπασμα από την τελευταία σκηνή του έργου:

          Αντισθένης:

Ώ Έλληνες εγέρθητε, γυμνώσατε τα ξίφη,

όλοι συνέλθετε εδώ, όλοι αλληλενδέτως

επάνω εις τα ξίφη σας ομόσατε τον όρκον:

Ομόνομεν εις την ψυχήν του Καποδίστριά μας

να μείνωμεν δια παντός σφιγκτά συνδεδεμένοι,

με αδιάρρηκτον δεσμόν αγίας Ομονοίας,

δια να αναστήσωμεν το έθνος των προγόνων. (…)

Λήθην ας επιθέσωμεν εις όλα τα πραχθέντα.

Ναι, δεν ζητεί εκδίκησιν το φάσμα του Προέδρου!

Ομόνοιαν, ομόνοιαν διψά υπέρ του Έθνους.

Το τελευταίο απόσπασμα μας οδηγεί στη λέξη-κλειδί του έργου, που είναι η «ομόνοια». Πράγματι, η σελίδα η οποία αντιστοιχεί στην αφιέρωση του συγγραφέα έχει το εξής περιεχόμενο: «Τω της ομονοίας ναώ την τραγωδίαν ταύτην ευλαβώς ανατίθησιν ο ποιητής». Αν σε αυτό προσθέσουμε ότι η λέξη «ομόνοια» απαντάται σε διψήφιο αριθμό στίχων στο έργο, μεταξύ των οποίων τρεις φορές στον πρόλογο του συγγραφέα[12] και τέσσερις φορές στην τελευταία σελίδα[13], μάλιστα δε δύο φορές στον τελευταίο στίχο, και είναι και η τελευταία λέξη του έργου, ο σκοπός του συγγραφέα είναι προφανής: στην ταρασσόμενη από τρομερές συγκρούσεις Ελλάδα της αμέσως μετά τον θάνατο του Κυβερνήτη περιόδου, οπότε και γράφτηκε το έργο, κυβερνώμενη αρχικά από την τριανδρία Αυγουστίνου Καποδίστρια, Κολοκοτρώνη και Κωλέττη, ο συγγραφέας κρίνει ότι η ομόνοια είναι το πιο αναγκαίο στη χώρα.

Είναι αξιοπαρατήρητο ότι η λέξη «ομόνοια» κυριαρχεί και στο έργο του Ν. Καζαντζάκη Καποδίστριας,[14] όπου επίσης εμφανίζεται τέσσερις φορές στην τελευταία σελίδα, αλλά και σε άλλα σημεία του έργου. Θεωρούμε ότι τέτοιες συμπτώσεις δεν μπορεί να είναι τυχαίες. Κατά τη γνώμη μας, ο Καζαντζάκης εμπνεύστηκε από τον Υ. Ζ. Αυγερινό όσον αφορά τον σκοπό τον οποίο έβαλε στο έργο του, ήτοι να επιτευχθεί η ομόνοια μεταξύ των Ελλήνων. Και είναι χαρακτηριστικό ότι η περίοδος κατά την οποία έγραφε ο Καζαντζάκης τον Καποδίστριά του, η περίοδος της γερμανικής κατοχής, με το φάσμα του εμφυλίου πολέμου να πλανιέται πάνω από τη χώρα μας, ήταν επίσης μια περίοδος λυσσαλέων συγκρούσεων μεταξύ αντίπαλων παρατάξεων. Άρα η ανάγκη ομόνοιας ήταν εξίσου καίρια.

Κλείνοντας θα λέγαμε ότι η έντονα φιλοκαποδιστριακή τοποθέτηση του συγγραφέα στο έργο αυτό, ο καθαρά υμνητικός χαρακτήρας του προς το πρόσωπο του Κυβερνήτη, καθώς και η κυριαρχία του συναισθηματικού στοιχείου και η κοντινότητα του χρόνου μεταξύ δολοφονίας του Κυβερνήτη και συγγραφής του έργου, το κάνουν να μοιάζει με έναν ωραίο επικήδειο παρά με μια τραγωδία, όπου κατά τον Αριστοτέλη, οι καλοί δεν πρέπει να είναι απόλυτα καλοί και οι κακοί δεν πρέπει να είναι απόλυτα κακοί.

Κρατούμε τη φρεσκάδα των 20 χρόνων του νεαρού συγγραφέα, η οποία διαποτίζει το έργο με τον αυθορμητισμό και την αγνή φιλοπατρία του.

2. Η τόλμη του συγγραφέα-δικαιοκρίτη: Καποδίστριας του Ιωάννη Ζαμπέλιου, 1842

Ο Επτανήσιος δραματουργός του 19ου αιώνα έγραψε δώδεκα τραγωδίες με τις οποίες ανεβάζει στη σκηνή πολλούς Έλληνες ήρωες του 1821 (Μάρκος Βόσσαρης, Αθανάσιος Διάκος, Ιωάννης Καποδίστριας, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Χριστίνα Αναγνωστόπουλος) αλλά και άλλες προσωπικότητες από το Βυζάντιο (Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), από τα προεπαναστατικά χρόνια (Ρήγας Θεσσαλός), από την αρχαία Ελλάδα (Τιμολέων, Κόδρος, Μήδεια) και από την ευρύτερη βαλκανική χερσόνησο (Γεώργιος Καστριώτης, ο γνωστός και ως Σκεντέρμπεης).[15] Είναι ο πρώτος που γράφει ένα άψογα συγκροτημένο πεντάπρακτο έργο για τον Ιωάννη Καποδίστρια, 11 χρόνια μετά από τον θάνατό του, ήτοι το 1842.

Νωπές τότε οι μνήμες, και αρκετοί από τους ανθρώπους γύρω από τον Καποδίστρια – εχθροί ή φίλοι – ήταν ακόμα εν ζωή: Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Γιάννης Μακρυγιάννης, Σπυρίδων Τρικούπης, Νικόλαος Σπηλιάδης, Ανδρέας Μιαούλης, Νικόλαος Δραγούμης και πολλοί άλλοι. Και όμως: η πλάστιγγα του δικαστή Ιωάννη Ζαμπέλιου, που μπόρεσε να κρατηθεί επαρκώς ακριβοδίκαιη κάτω από τους Άγγλους αρμοστές της Επτανήσου, έμεινε ακριβοδίκαιη και στα έργα του. Περιγράφει ζωηρά τα προτερήματα των ηρώων του αλλά δεν παραλείπει να αναφέρει και τα ελαττώματά τους.

Τα πρόσωπα του έργου είναι: ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας· ο «Γραμματεύς των εσωτερικών, και Πρόεδρος του Συμβουλίου» (=πρωθυπουργός) Νικόλαος Σπηλιάδης· ο Παναγιώτης Ρόδιος, Στρατηγός και Υπουργός του Πολέμου· ο Γιράρ, «Διπλωματικός Γάλλος»·[16] ο Αναστάσιος Βάσος, «Προεστώς Έλλην»· ο Δημήτριος Αρχήμων, «Άρχων Βυζάντιος»·[17] ο Πολυχρόνης, Νομικός συνήγορος·[18] οι δολοφόνοι του Κυβερνήτη Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης· και ο Κωνσταντίνος Αξιώτης, «Διοικητής Ναυπλίας». Επιπλέον, Χορός Ελληνοπαίδων, Αγγελιαφόρος («Άγγελος»), Λαός Ελλήνων.

Υπάρχει ισορροπία μεταξύ φιλοκαποδιστριακών και αντικαποδιστριακών. Στο πρώτο στρατόπεδο ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Νικόλαος Σπηλιάδης, ο Παναγιώτης Ρόδιος και ο Κωνσταντίνος Αξιώτης. Στο αντίπαλο στρατόπεδο ο Γιράρ, ο Α. Βάσος, ο Δ. Αρχήμων και οι Κ. και Γ. Μαυρομιχάλης.

Ο Ζαμπέλιος δεν χαρίζεται σε κανένα από τα πρόσωπα, παραμένοντας πιστός στην ιστορική αλήθεια, πράγμα που δεν συμβαίνει στον ίδιο βαθμό με μεταγενέστερους συγγραφείς. Δεν αποσιωπά τίποτε από αυτά που καταλογίζουν εις βάρος του Καποδίστρια οι αντίπαλοί του – ούτε καν την ευθύνη του, την οποία πολλοί ισχυρίζονται, για την παραίτηση του πρώτου εκλεγμένου Ηγεμόνα της Ελλάδος Λεοπόλδου του Σαξ Κοβούργου, μετέπειτα πρώτου βασιλιά του Βελγίου. Δεν χαρίζεται ούτε στις λεγόμενες Προστάτιδες Δυνάμεις: χαρακτηριστικές οι σκηνές του με τον στρατηγό Γιράρ (Gérard) να πιέζει ο ίδιος αυτοπροσώπως τους δύο Μαυρομιχαλαίους να δολοφονήσουν τον Καποδίστρια. Δεν παραλείπει ο συγγραφέας να επισημάνει ότι ο στρατηγός Gérardείναι όργανο της πολιτειακής αλλαγής που έγινε στη Γαλλία με την Ιουλιανή Επανάσταση και ότι αυτή η μεταβολή, ανατρέποντας τον οίκο των Βουρβόνων που ήταν φιλικός προς τον Καποδίστρια, απέβη μοιραία για τον τελευταίο.[19]

Η γλώσσα του Ζαμπέλιου είναι η αρχαιοπρεπής καθαρεύουσα της μετεπαναστατικής περιόδου του 19ου αιώνα. Ωραία και συχνά εμπνευσμένα τα λόγια του, όλα σε έμμετρο δωδεκασύλλαβο στίχο (εκτός από τα χορικά όπου ο στίχος ποικίλλει), αλλά πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να γίνουν επαρκώς κατανοητά σήμερα από ηθοποιούς και θεατές.[20] Ένα παράδειγμα:

        Ο βίος του ανθρώπου δεν τρέχει πάντα,

            καθώς ηδέως ρέει, μορμυρός ρύαξ,

            αλλ’ ως θαλάσσης πορεία, απαντάει,

            και τρικυμίας και εύδιον αέρα. (…)

            Αφόβως πλέων,

            ως ναύκληρος γενναίος, κινών την πρώραν,

            ως ναύκληρος γενναίος, κινών την πρώραν,

            μακράν από σκοπέλους, και του πελάγους

            τους κλύδωνας εκφεύγων, ούτε αφρόνως,

            τους ξένους ν’ αναγγρίζω, αλλ’ ούτε πάλιν,

            ν’ αφίω τας κρυφίους, στρεβλάς των τέχνας,

            να εκτελώνται πρέπει.[21]

Αυτή η γλωσσική δυσκολία για τους σημερινούς θεατές είναι, φρονούμε, η κύρια αιτία που δεν παίζονται οι δώδεκα τραγωδίες του Ι. Ζαμπέλιου. Ίσως μάλιστα η δυσκολία να επιτείνεται στα χορικά μέρη.

          Δεν σε γνωρίζει ο κόσμος καθώς πρέπει,

            ώ θείε της Πατρίδος, ήδιστε πόθε·

            Ουδέ πώς υψηλώνεις,

            τον νουν να μελετάη, ένδοξα έργα·

            ουδέ πώς την καρδίαν,

            από τους τράφους αφέλκεις της κακίας,

            και εις τους κήπους της αρετής ελαύνεις.[22]

Ο Χορός στα έργα του Ι. Ζαμπελίου είναι κατά το πρότυπο της αρχαίας τραγωδίας. Στην τραγωδία Καποδίστριας, εκφράζει την κοινή γνώμη η οποία υμνεί άλλοτε τη δόξα και άλλοτε τη φιλοπατρία, χωρίς να αναφέρει ονομαστικά εκείνους που θεωρεί άξιους γι’ αυτές. Έρχεται όμως ένα μικρό άσμα στο τέλος της 5ης πράξης, που είναι και το τέλος του έργου, όπου, σε απλούστερη γλώσσα, ο χορός παίρνει θέση καθαρά υπέρ του Καποδίστρια:

          Η Ελλάς αναστενάζει, πικρά δάκρυα κινεί.

            Ευεργέτην της σε κράζει, και τον φόνον σου θρηνεί.

            Την εσύστησας· δεν φθάνεις, να την στήσης και λαμπράν.

            Γραπτόν ήτο ν’ αποθάνης μ’ απιστίαν τρομεράν.

          Όστις αν την κυβερνήση, όπως αν διοικηθή,

            θέλει σε αποζητήσει, θέλει σε ενθυμηθή.

Κρίνεται λοιπόν απαραίτητο να μεταγραφούν τα έργα του Ζαμπέλιου (εκτός ίσως από τα άσματα) στη σύγχρονή μας γλώσσα, και θεωρούμε ότι αν αυτό γίνει, θα τα δούμε στη σκηνή, αν όχι όλα, τουλάχιστον τα περισσότερα, οπότε είναι πιθανόν να προκύψουν αξιόλογες παραστάσεις.[23]

Το βασικό στοιχείο το οποίο ήθελε ο συγγραφέας να τονίσει στο έργο του Καποδίστριας, το λέει ο ίδιος:

Και είναι η πονηρά αύτη επέμβασις των ξένων, ήτις παρέσυρε πολλάκις τους Έλληνας, και επροξένησεν εις την Ελλάδα τόσα δεινά· και είναι αύτη, την οποίαν ηθέλησα να παραστήσω κυρίως εις την Τραγωδίαν μου. Δόξα και τιμή αιώνιος προς όσους των ξένων ευεργέτησαν ή ωφέλησαν την Ελλάδα· κατάρα κ’ αιώνιον αίσχος προς όσους την έβλαψαν κατ’ ευθείαν ή με δειλάς απάτας και τέχνας.[24]

Τέλος, η τραγωδία χαρακτηρίζεται από τη λιτότητα της γραφής[25] και από την επίδραση του ρομαντισμού, στου οποίου το ρεύμα ανήκει και χρονολογικά, και εν μέρει του κλασικισμού.[26]

3. Μια πολύχρωμη νωπογραφία: Κυβερνήτης Καποδίστριας του Παύλου Φλώρου, 1936-1938.

Η πρώτη μας εντύπωση από το έργο του Π. Φλώρου ήταν ότι πρόκειται για κάτι το εξαιρετικό. Θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα αυτή η προτίμησή μας για την επετειακή μας παράσταση, αν δεν είχαμε προτιμήσει, για διαφορετικούς λόγους (βλ. παρακάτω), το έργο του Ν. Καζαντζάκη.

Πρόκειται για πεντάπρακτο, πολυπρόσωπο[27] ιστορικό δράμα. Ο ίδιος ο συγγραφέας Παύλος Φλώρος (Σμύρνη 1897 – Αθήνα 1981) το χαρακτηρίζει ως δράμα. Σε σχέση με την τραγωδία, με την αριστοτελική έννοια, και όπως αυτή αναβίωσε στη Δύση και κυρίως στον γαλλικό χρυσό αιώνα (17ο), το έργο του Φλώρου δεν έχει την ενότητα ούτε του χρόνου ούτε του τόπου. Ως προς τον χρόνο, ο συγγραφέας μάς ενημερώνει ότι η δράση εκτυλίσσεται από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1831, ενώ η τραγωδία, κατά τον Αριστοτέλη, δέον να εκτυλίσσεται εντός ενός 24ώρου. Ως προς το δεύτερο, η πρώτη πράξη, Α΄ σκηνή, διαδραματίζεται στην οικία της Δούκισσας Πλακεντίας, η Β΄ σκηνή της πρώτης πράξης στον Μυστρά, η δεύτερη, τέταρτη και πέμπτη πράξη στο γραφείο του Κυβερνήτη, και η τρίτη πράξη στην οικία της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, κόρης του πρόκριτου Ανδρέα Καλαμογδάρτη, ενός από τους πιο φανατικούς αντικαποδιστριακούς.[28] Άρα δεν υπάρχει ενότητα τόπου. Απεναντίας, υπάρχει ενότητα δράσης: όλα τα διαδραματιζόμενα κατατείνουν στη δολοφονία του Κυβερνήτη.

Αυτό που εντυπωσιάζει από την πρώτη ανάγνωση του έργου είναι η πληρότητα, η ισορροπία και η ιστορική ακρίβεια. Στις 98 σελίδες του έργου παρελαύνει όλη η κοινωνία του Ναυπλίου αλλά και εν μέρει της ενδοχώρας της Πελοποννήσου (Μυστράς, Β΄ σκηνή πρώτης πράξης), με τις αντιθέσεις της, με την ατμόσφαιρα του κάθε μέρους, με τη διεθνή εκπροσώπηση: από την Αγγλία ο Πρέσβυς[29] Ντώκινς, με μακρά θητεία στο Ναύπλιο· από τη Γαλλία ο Πρέσβυς Βαρώνος Ρουέν, ο συνταγματάρχης Ζεράρ, αρχηγός της γαλλικής στρατιωτικής διοργανωτικής αποστολής και η Σοφία ντε Μαρμπουά-Δούκισσα της Πλακεντίας, αμερικανικής καταγωγής, με την κόρη της Ελίζα· από τη Ρωσία, ο ναύαρχος Ρίκορντ. Οι αντιμαχόμενες μερίδες είναι από τη μια μεριά ο Κυβερνήτης, τα αδέρφια του Αυγουστίνος και Βιάρος, και οι άνθρωποί του ή φίλοι του: Κολοκοτρώνης, Σπηλιάδης (πρωθυπουργός του), Σπανόπουλος (ιδιαίτερος γραμματέας του), Νικολέτος (υπηρέτης του),[30] Καλλέργης (υπασπιστής του), Κανάρης (μοίραρχος του στόλου) με τον γραμματέα του Γλυπιπή, Ταγιαπιέρρας (γιατρός του), καθώς και η Μαντώ Μαυρογένη με την υπηρέτριά της· από την άλλη, οι αντίπαλοί του: Δούκισσα της Πλακεντίας και η κόρη της Ελίζα, Μαυροκορδάτος, Ζωγράφος,[31] Καλαμογδάρτης, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (κόρη του προηγουμένου), τέσσερις Μαυρομιχαλαίοι (Πετρόμπεης, Κωσταντής, Γιώργος ο Μπεϊζαντές[32] και Ηλίας Κατσάκος ο Νεραϊδογέννητος, ο Γάλλος Ζεράρ (βλ. παραπάνω), και οι Κουντουριώτης, Μιαούλης. Όλοι περιγράφονται ζωηρά, μέσα από τα λόγια τους και μέσα από τα λόγια των άλλων. Τη νωπογραφία συμπληρώνουν βουβοί ρόλοι λαού, στρατιωτών, αξιωματικών, ναυτών, βοσκών, υπηρετών, παιδιών.

Η γραφή είναι σε πεζό λόγο, σε απλή νεοελληνική γλώσσα στην οποία διακρίνει κανείς τον λογοτέχνη. Πράγματι, ο συγγραφέας, καίτοι όχι πολύ γνωστός στις μέρες μας, έχει στο ενεργητικό του ικανή εργογραφία αποτελούμενη από μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα, θεατρικά έργα, παιδικά διηγήματα, άρθρα στον περιοδικό τύπο, μια βιογραφία και ορισμένες σημαντικές μεταφράσεις.[33] Ανήκει στους ανανεωτές πεζογράφους της γενιάς του 1930 (Τερζάκης, Πετσάλης-Διομήδης, Θεοτοκάς).[34]

Σε αντίθεση με τον «υμνητικό» και έντονα συγκινησιακό χαρακτήρα του έργου του Υ. Ζ. Αυγερινού, το Κυβερνήτης Καποδίστριας του Φλώρου χαρακτηρίζεται από τον ρεαλιστικό χαρακτήρα της γραφής του, χωρίς να αποκλείονται και λυρικά στοιχεία. Τα πρόσωπα του έργου αναφέρονται όλα με το όνομά τους και όχι με οιοδήποτε ψευδώνυμο. Οι γυναίκες έχουν σημαντική θέση στο έργο και είναι επίσης επώνυμες και όχι απλώς ανώνυμα μέλη Χορού, όπως στον Καποδίστρια του Καζαντζάκη. Π.χ., το έργο ανοίγει με δεξίωση στο σπίτι της Δούκισσας Πλακεντίας, με καλεσμένους τους πρέσβεις Ντώκινς και Ρουέν, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον Ζωγράφο, τον Κολοκοτρώνη, τη νεαρή κόρη της Δούκισσας Ελίζα, τον πολιτικό και στρατιωτικό Δημήτριο Καλλέργη, τη Μαντώ Μαυρογένη, τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τους Κωσταντή, Γιώργο και Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη, και έναν υπηρέτη της Δούκισσας. Όταν από τους καλεσμένους έχει μείνει μόνο ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης που ιστορείται ότι είχε δεσμό με τη Δούκισσα, η σκηνή κλείνει με δυο αστυνομικούς να χτυπούν δυνατά στην εξώπορτα, προφανώς για να συλλάβουν τον Ηλία, ο οποίος καταφέρνει να αποδράσει.

Το σπίτι της Δούκισσας Πλακεντίας είχε γίνει η εστία των αντικαποδιστριακών. Αρχίζει λοιπόν το έργο του ο Π. Φλώρος με τους εχθρούς του Καποδίστρια, ενώ για παράδειγμα οι Ζαμπέλιος και Καζαντζάκης αρχίζουν με τον ίδιο τον Καποδίστρια.

Στην επόμενη σκηνή που διαδραματίζεται στο Μυστρά – και έχουμε μια γυναίκα μαυροφορεμένη που θέλει να δει τον Κυβερνήτη (τον οποίο αποκαλεί «Μπαρμπαγιάννη», όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι του λαού), ο Κολοκοτρώνης που συνοδεύει τον Κυβερνήτη μαζί με τον Βιάρο Καποδίστρια, αδελφό του, συζητούν για την Ύδρα, τονίζοντας το γεγονός ότι η αντίδρασή της στον Κυβερνήτη μεγάλωσε από τότε που μετέφερε εκεί την εκτύπωση της εφημερίδας του ο Πολυζωΐδης: «Το τυπωμένο χαρτί είναι το χειρότερο μπαρούτι».

Για δείγμα της γραφής του έργου διαλέξαμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη δεύτερη πράξη.

Ναύπλιο, γραφείο του Κυβερνήτη. Αυγή. Ακούγεται η καμπάνα του όρθρου. Ο Κυβερνήτης, στο γραφείο του, γράφει.

            Νικολέτος: Εξοχώτατε, το τσάι σας.

Κυβερνήτης: Τι ώρα είναι;

Νικολ. : Πεντέμισυ, Εξοχώτατε. (Φεύγει).

Κυβερν.: Αυτό το σήμαντρο! Απαράλλαχτο όπως και στο μοναστήρι του Άη Νικόλα, στη Μόσχα. Ο καλός μου ο Ζωσιμάς! Η λαχτάρα μας ύφαινε ολοένα με τ’ άστρα της το χρυσό φόρεμα της Ελλάδας, με την ίδια μονότονη επιμονή όπως το χιόνι τη λευκότητα του χειμώνα. Το παγωμένο ξεροβόρι φύλαγε ακόμα πιο πυρή τη μέσα μας φλόγα. Τώρα η Ελλάδα δεν είναι πια όνειρο. Ένα-ένα η στοργή μας της ξεκάρφωσε τ’ αστέρια από τον ονειρένιο μανδύα της, για να τυλίξει με φτωχικές μα πιο ζεστές προβιές τις πληγές της. (Ανατριχιάζει) Πώς κρυώνει η ψυχή μου κάτω από το ζεστό τούτον ουρανό, Θεέ μου. (Αφουγκράζεται το σήμαντρο) Τι φτωχή, νοικοκυρίστικη μουσική. Άλλους παρηγορεί, μα εμένα μου ανοίγει παλιές πληγές. Μου θυμίζει τη Ρωξάνδρα. Ως και μέσα στη μυσταγωγία των ψυχών μας άπλωσες, Μέττερνιχ, τα χέρια σου. Μα να είσαι τάχα μόνο εσύ η αιτία του χωρισμού εκείνου; (Σιωπή. Μπαίνει ο Σπανόπουλος με τη Μαντώ Μαυρογένη).

Μαντώ: (Κρατεί έγγραφα). Καλημέρα σας, Εξοχώτατε. (Δισταχτικά). Ήρθα για ζητήματα του Ορφανοτροφείου μας. Έχουμε πολλές ανάγκες. Το υπόστεγο του γυμναστηρίου χρειάζεται επιδιόρθωση. Οι κοιτώνες έχουν γεμίσει με τα ορφανά της Σάμου και της Κρήτης. Το χειμώνα θα είναι απαραίτητο ένα παράρτημα…

Κυβερν.: Όλα τα έχω υπόψη μου, όλα… Μα χρειάζονται χρήματα. Τα περιμένω μέρα με τη μέρα. Το ξέρετε πως σε τούτη τη θέση, που είμαι καταδικασμένος, η μόνη μου παρηγοριά είναι τα παιδιά.

Μαντώ: Η Εξοχότης σας δεν πρέπει να μιλεί για καταδίκη.

Κυβερν.: Είναι καταδίκη. Αρχίζεις να θεμελιώνεις, βλέπεις το κτίριο να ψηλώνει… κι άξαφνα ο φθόνος σού πετάει το βούρκο του στο πρόσωπο, για να σου θολώσει το καθάριο βλέμμα. Α, κυρία Μαντώ, πώς θα 'θελα να 'φευγα στη μοναξιά, να ζήσω τα λίγα χρόνια που μου μένουν!

Μαντώ: Να φύγετε; Και τι θα γίνουμε εμείς που σας νιώθουμε… και σας πονούμε;

Κυβερν.: Δέχομαι τα αισθήματα της ηρωικής καπετάνισσας, όχι της γυναίκας. (Η Μαντώ σηκώνεται ν’ αποχαιρετήσει). Καθίστε. Δεν θέλησα να σας πικράνω.

Μαντώ: Κανείς, όσο ψηλά κι αν στέκεται, δε γλυτώνει από το νόμο της στοργής. Είναι το φως, που δε γνωρίζει μήτε ύψη, μήτε βάθη και χώνεται παντού.

Κυβερν.: (Της πιάνει το χέρι συγκινημένος) Μου τη δίνετε τούτη τη στιγμή εσείς. Σας ευχαριστώ. (Μπαίνει βιαστικός ο Κολοκοτρώνης).

Μαντώ: (Υποκλίνεται μαζεμένη και διευθύνεται στην έξοδο).

Κολοκ.: (Γοργά, σιγαλόφωνα στη Μαντώ) Το νου σου μη μου ξελογιάσεις τον Κυβερνήτη. Τον χρειάζομαι για το Έθνος!

Μαντώ: (Του ρίχνει μιαν αυστηρή ματιά. Βγαίνει με σκυμμένο κεφάλι. Μπαίνει ο Ζωγράφος).

Ζωγράφος: Γιατί μ’ εξορίζεις, Εξοχώτατε;

Κυβερν.: Υπάρχουν βαριές κατηγορίες εναντίον σου. (Τον κοιτάζει επίμονα).

Σ’ αυτό το απόσπασμα φαίνεται μεταξύ άλλων ο λυρισμός και το συναίσθημα. Πιο κάτω, με τον Πετρόμπεη:

Πετρόμπεης: Οι Μανιάτες μου γυρεύουν ετούτο, γυρεύουν εκείνο. Άμα τους λέω, «να πάτε στην Κυβέρνηση», μου αποκρίνονται: «Εσύ είσαι ο Μπέης μας, εσένα ξέρουμε!» Κι αν τους αντιμιλήσω, την ξέρεις την απάντησή τους.

Κυβερν.: Ήσουν ο μπέης τους! Δεν είναι πια Τουρκιά εδώ!

Πετρόμπ.: Έκανες το νόμο για τις εθνικές γαίες. Μοίρασες χωράφια σε κατσίβελους και διακονιάρηδες, σε ξένους και πρόσφυγους. Εμάς, τα κεφάλια, μας άφησες απ’ όξω. Όμως εμείς, τα τζάκια, θα δώσουμε ψωμί στους πολλούς. Έτσι το βρήκε ο τόπος από τους πατεράδες του.

Κυβερν.: Τα έθνη, για να μεγαλώσουν, βλέπουν μπροστά. Πίσω βλέπουν μόνο για να διδαχτούν, όχι για να δεθούνε. Είστε όλοι-όλοι εικοσιπέντε τόσοι οι βδέλλες του Έθνους.[35] Του ρουφάτε το αίμα της καρδιάς του κι αυτό πιστεύει πως του δίνετε το γάλα της μάνας. Μα αλί στην ώρα που θα ξυπνήσει και σας πετάξει στα πετροβούνια, να βυζάξετε την ξερή πέτρα. Να τι τρέμετε! (Πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο) Δεν ανασταίνεται η Ελλάδα δίχως θυσίες!

Πετρόμπ.: Είναι η σειρά σου να τις κάνεις. Δεν πολέμησες, δεν κακόπαθες όπως εμείς, που στερηθήκαμε και φτύσαμε αίμα μέσα στο μπαρούτι και στην ψείρα. Εμάς τις βδέλλες, καθώς λες, μας ακολούθησαν ωστόσο οι Έλληνες κι έδιωξαν τους τυράννους. Νικήσαμε. Είναι λοιπόν δίκιο να χαρούμε τώρα τη ζωή μας με τιμές και πλούτια. Δε μπορεί ναν’ αιώνια σαρακοστή! Το κάτω-κάτω, όπως με τούτα δω τα χέρια λευτερώσαμε το Έθνος, έτσι και το ξαναγκρεμίζουμε… σα θέλουμε!

Κυβερν.: (Τον κοιτάζει με κατάπληξη).

Κανάρης: Πετρόμπεη, τι λόγια είν’ αυτά;

Πετρόμπ.: (μετανιωμένος, στον Κυβερνήτη) Να με συμπαθάς. Άναψα, δεν είμαι πια νιός.

Σε αυτό το απόσπασμα φαίνεται ο ρεαλισμός του συγγραφέα. Η πένα μοιάζει με τον χρωστήρα εξπρεσιονιστή ζωγράφου – κινήματος που είναι σύγχρονο με τη συγγραφή του Κυβερνήτη Καποδίστρια του Φλώρου. Να γιατί βάλαμε την επικεφαλίδα «νωπογραφία».

Τελευταία φράση του Καποδίστρια, προς τον πρωθυπουργό Σπηλιάδη:

Όχι εμφύλιος πόλεμος! Θυμού πάντα: Χρέος και τιμή! (Ξεψυχάει. Σιωπή).

Και το έργο κλείνει με τον ιδιαίτερο γραμματέα του, Σπανόπουλο:

Σπανόπουλος: (Του σταυρώνει τα χέρια) Καλέ μου Κυβερνήτη. Ήρθες πρόωρα. Δεν ήμασταν ακόμα ώριμοι για το δώρο σου. Και φεύγεις παίρνοντας μαζί σου την αγάπη. Πριν έρθεις, δεν είχαμε ακόμα γεννηθεί. Τώρα μας αφήνεις ορφανούς. Ο Κύριος των Δυνάμεων ας μας λυπηθεί. (Πέφτει αργά η αυλαία).

4. Από έναν μεγάλο της γενιάς του '30: Αντάρα στ’ Ανάπλι, του Γιώργου Θεοτοκά, 1942

«Σχεδίασμα τραγωδίας» χαρακτηρίζει ο Θεοτοκάς το έργο του για τον Καποδίστρια, που έγραψε το 1942 με τίτλο Αντάρα στ’ Ανάπλι και το αφιέρωσε στον Άγγελο Σικελιανό.

Φρονούμε ότι πολλά περιέχονται στον τίτλο. Η κατάσταση που επικρατούσε στο Ναύπλιο το 1831 ήταν μια «αντάρα». Ο Καποδίστριας, παρά τα φιλολαϊκά του αισθήματα – είναι γνωστό ότι ο απλός λαός τον λάτρευε – δεν είχε συνηθίσει να κυβερνά με αντιπολίτευση, διότι αυτή αποτελούσε μια έννοια άγνωστη στους Μονάρχες κοντά στους οποίους θήτευσε τα περισσότερα χρόνια της καριέρας του, ήτοι βασικά τον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄και τους αλλοδαπούς κυριάρχους των Ιονίων νήσων. Υπό την επήρεια ιδεών που ήρθαν από την Ευρώπη, και ιδίως από την Αγγλία και τη Γαλλία, η μερίδα που αντιπολιτευόταν τον Καποδίστρια διαρκώς μεγάλωνε, με τους Μανιάτες, τους Υδραίους, τους περισσότερους Φαναριώτες, λογίους όπως ο Πολυζωΐδης και άλλοι. Στη μερίδα αυτή, για παράδειγμα, στηρίχθηκε για τη διακυβέρνηση του Κράτους η αντιβασιλεία του Όθωνα.

Έρχεται λοιπόν το έργο του Θεοτοκά να δώσει πολύ σημαντική θέση στην αντιπολιτευόμενη τον Καποδίστρια μερίδα, πράγμα που συμβαίνει για πρώτη φορά στο θέατρο. «Ο Κυβερνήτης (…) εκφράζει το πνεύμα του Μετεπαναστατικού Κράτους, την αυστηρή ανάγκη του της οργάνωσης, της τάξης, της πειθαρχίας. Οι αντίπαλοί του παρουσιάζονται σαν οι φορείς του πνεύματος της Αέναης Επανάστασης, που δεν παραδέχεται καμιά σκοπιμότητα και κανένα σταμάτημα στην πορεία της προς τα εμπρός. (…) Οι δυό αυτές αντίμαχες ζωικές κ’ ιστορικές ροπές χτυπιούνται εδώ με τρόπο μοιραίο και με την ίδια δύναμη πίστης κι αυτοθυσίας.»[36]

Επίσης μεγάλη θέση δίνει στην εκκλησία και τη θρησκεία, αρχίζοντας από το σκηνικό: «Κέντρο της σκηνογραφίας η πρόσοψη της εκκλησιάς του Άγιου-Σπυρίδωνα στ’ Ανάπλι».[37] Εκτός από το σκηνικό, πολλά τροπάρια αποτελούν κομμάτια του κειμένου, πράγμα σπάνιο για θεατρικό έργο. Τέλος, ο ίδιος ο Άγιος Σπυρίδωνας γίνεται ένα από τα πρόσωπα του έργου στην τελευταία σκηνή (επίλογος), συνιστώντας στους πιστούς θάρρος και πίστη και να κρατούν μέσα τους «τ’ αχνάρι του δράματος που δίνει στην ψυχή [τους] πείρα, γνώση και μεγαλοφροσύνη».[38]

Υπάρχει στο έργο ένας ρομαντισμός που αρχίζει ήδη από τα κοστούμια: «Πρέπει να είναι ωραία και φανταχτερά, με αέρα ρωμαντικό. Όχι απλές αντιγραφές από ιστορικά δοκουμέντα, αλλά δημιουργικές αναπροσαρμογές στο πνεύμα του μύθου».[39]

Από πλευράς ιστορικής αλήθειας, ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει πως ο χαρακτήρας του έργου του δεν είναι ιστορικός αλλά μυθικός και συμβολικός. Ένα παράδειγμα απόκλισης από την ιστορική αλήθεια είναι τα πρόσωπα των Κωσταντή και Γιώργη Μαυρομιχάλη, θείου και ανηψιού κατά την ιστορία, αδελφών κατά το έργο, «για λόγους εσωτερικής αρμονίας», όπως λέει ο συγγραφέας.[40]

Χαρακτηριστικό, νομίζουμε, της ίσης θέσης που δίνει ο συγγραφέας σε καποδιστριακούς και αντικαποδιστριακούς είναι ότι αρχίζει το έργο του με μεγάλη σκηνή προλόγου με τους αντικαποδιστριακούς Κωσταντή και Γιώργη Μαυρομιχάλη να συνομιλούν, και στη συνέχεια, μαζί με «συνωμότες», να ορκίζονται υπέρ της ελευθερίας και εναντίον του Κυβερνήτη.

Στη συνέχεια (πρώτο επεισόδιο), έχουμε ένα χορικό, με τις Γυναίκες του Χορού να υμνούν τον Καποδίστρια, και κατόπιν εκείνος να μιλά με εμπιστοσύνη και πατρικότητα μαζί τους. Έρχεται κατόπιν ένας αγγελιαφόρος και λέει ότι κηρύχτηκε στην Ύδρα επανάσταση εναντίον του Κυβερνήτη, με διεκδικήσεις «τη λευτεριά του ανθρώπου, τη λευτεριά της πένας και τη λευτεριά της κάλπης». Του λέει επίσης ότι ο Μιαούλης έχει βάλει χέρι στα ελληνικά καράβια, πράγμα που ο Καποδίστριας δεν θέλει να πιστέψει.

Ακολουθεί το δεύτερο επεισόδιο, με τον Χορό να αναγγέλλει την καταστροφή του στόλου και τη σύλληψη του Ναυάρχου – που από την περιγραφή συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Μιαούλη. Καινούργια ιστορική ανακρίβεια, την οποία βρίσκουμε ενοχλητική, διότι όχι μόνο ο Μιαούλης δεν συνελήφθη ποτέ από τα όργανα της Κυβέρνησης του Καποδίστρια, αλλά και δεν θα μπορούσε να συλληφθεί, διότι η πράξη του αποτελούσε έγκλημα εσχάτης προδοσίας[41] και δεν θα μπορούσε να περάσει ατιμώρητο. Αυτό που ενοχλεί δεν είναι η προσβολή της ιστορικής αλήθειας, διότι αυτό το ξεκαθάρισε στην εισαγωγή του ο συγγραφέας (βλ. παραπάνω): ενοχλεί η προσβολή της αληθοφάνειας, διότι η τελευταία αποτελεί κανόνα του θεάτρου ήδη από τον 17ο αιώνα και δεν θα έπρεπε να την παραβιάζει ο συγγραφέας.[42] Ακολουθεί λοιπόν μια έντονη λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ Κυβερνήτη (ανθρώπου της στεριάς) και Ναυάρχου (ανθρώπου της θάλασσας). Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Καποδίστριας: Άνθρωπε της θάλασσας, άνθρωπε ανεμοτάραχε, άστατε κι ασυνάρτητε, οι Έλληνες με ψήφισαν για να θεμελιώσω το λεύτερο Κράτος τους απάνω στα καπνιστά κι αιματοστάλαχτα ερείπια της πατρίδας, για να καθιδρύσω το δίκαιο, την τάξη και τον πολιτισμό, για να τους λυτρώσω από τη ληστεία, την πειρατεία, την ανομία και την αναρχία. Αυτήν τη λευτεριά μου ζήτησαν, την πιο μεγάλη και πιο δύσκολη, και γι’ αυτήν πασχίζω νύχτα-μέρα και συνεχίζω μοναχός μου τον πόλεμο του έθνους ενάντια στους καινούργιους οχτρούς του, τους λυμεώνες του, τους αγύρτες, τους κλέφτες, τους μωροφιλόδοξους και τους λυσσιασμένους, και σ’ εσένα το Ναύαρχο της Ελλάδας που αλλαξοπίστησες κι έγινες τσιράκι τους κι όργανό τους!

Ναύαρχος: Άνθρωπε της στεριάς, άνθρωπε αλύγιστε, ανάλλαχτε, πεισματάρη και στενόκαρδε, δεν την πιστεύουμε πια και δεν τη θέλουμε αυτήν τη λευτεριά που μας γλωσσοκοπανάς. Είναι ψεύτικη, χάρτινη, φτιαγμένη με λόγια και με θεωρίες και καλή για τους δασκάλους και τα σκολιαρούδια. Εμάς η λευτεριά μας φυσομανά και μας τουμπανίζει σα θεομήνι και μας φουσκώνει την ψυχή κα μας μεθά ως μας μεθούν οι ανέμποδοι ορίζοντες του μεγάλου ωκεανού. Είναι πόνος μας η λευτεριά μας, είναι πάθος μας, είναι έρωτας, είναι ζωή και θάνατος. Μα πάψε να πασχίζεις, Καποδίστρια, γιατί τώρα που γευτήκαμε τη γλύκα της δε βολεί πια να γιατρευτούμε και να την ξεχάσουμε ποτές. Τώρα γίναμε σαν τ’ άγριο θεριό, εκειδά αντίκρυ στις χώρες της Ανατολής, που προτού δοκιμάσει τ’ ανθρώπινο αίμα σ’ αφήνει και περνάς από μπροστά του κι ούτε που στρέφει να σε κοιτάξει, μιας όμως και το δοκίμασε γίνεται διάβολος κι ολοένα γυρεύει κι άλλο.[43]

Το τρίτο επεισόδιο είναι η σκηνή της δολοφονίας. Εδώ ο χορός χωρίζεται σε δύο ημιχόρια. Με ίδιο αριθμό στίχων και τα δύο, το μεν πρώτο θρηνεί τον Κυβερνήτη, το δε δεύτερο τους Μαυρομιχαλαίους δολοφόνους. Ένα απόσπασμα:

Β΄ ημιχόριο:

Εδώ δεν πρέπουν κλάματα / μόν’ πρέπουν δυο ζυγιές βιολιά

και τουφεκιές πασχαλινές.

Ψηλοί είτανε σαν άγγελοι, / σαν κυπαρίσσια λυγεροί,

είχαν το Μάη στις πλάτες τους, / την άνοιξη στα στήθια τους,

τ’ άστρα και τον αυγερινό / στα μάτια και στα φρύδια τους,

και στην καρδιά τον πόλεμο, / στη σκέψη τους την αρετή,

στην πυρωμένη τους ψυχή / τον έρωτα της λευτεριάς.

Α΄ ημιχόριο:

Κυρ Γιάννη Καποδίστρια, / ρηγάρχη μου κι αφέντη μου,

αϊτέ μου και λεβέντη μου,

Κυρ Γιάννη μου, χρυσέ γονιέ, / ορμήνεια μου και συμβουλή

και σκέπη σαν τον ουρανό / στη δύστηνη πατρίδα μου,

Κύρ Γιάννη λατρεμένε μου, / αδικοσκοτωμένε μου,

καράβι μου βασιλικό / με τα κατάρτια τα ψηλά,

τσακίστηκες και βούλιαξες / στις ξέρες τις ελληνικές.

Αναρωτιόμαστε πόσο μπορεί να αντέξει στη συνείδηση του θεατή η τόσο ιδεαλιστική και εξιδανικευμένη εικόνα που δίνει ο Θεοτοκάς στους Μαυρομιχαλαίους δολοφόνους του Κυβερνήτη, όταν ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του λέει ότι δεν θα διέπρατταν τον φόνο, πρώτον αν δεν τους είχαν δώσει οι ξένες δυνάμεις ρητές υποσχέσεις για την ασφάλειά τους, και δεύτερον αν δεν τους είχαν τάξει πολλά χρήματα. Αυτές και άλλες ακόμα πιο μελανές περιγραφές για τους Μαυρομιχαλαίους στην ιστορία, όσον αφορά την πράξη της δολοφονίας του Καποδίστρια – και παρόλο που δεν λείπουν βέβαια και οι αναφορές σε αρκετές θετικές πλευρές τους[44], κάνουν δύσκολο να λειτουργήσει η μυθική και συμβολική διάσταση που είχε την πρόθεση να δώσει ο συγγραφέας.[45]

Τέλος, καμία αναφορά στο υπό εξέταση έργο για την ανάμειξη των ξένων δυνάμεων στη δολοφονία του Καποδίστρια, η οποία μαρτυρείται από τη μεγάλη πλειοψηφία των ιστορικών. Από την άποψη αυτή, τα έργα των Ζαμπέλιου, Φλώρου και Φραγκόπουλου είναι αξιέπαινα για την τόλμη τους.

Η Αντάρα στ’ Ανάπλι δεν είχε τύχη στη σκηνή.

5. Η κορύφωση, από τον υψιπετή οικουμενικό μας λόγιο: Καποδίστριας του Νίκου Καζαντζάκη, 1944

27 Σεπτεμβρίου 1831, Ναύπλιο. Ο Καποδίστριας έχει ξυπνήσει απ’ τα άγρια χαράματα (γύρω στις 4 π.μ.) και πιάνει δουλειά στο γραφείο του. Σε δυόμισυ ώρες θα δολοφονηθεί στην πόρτα της εκκλησιάς του Αγίου Σπυρίδωνα, όπου θα πάει με τα πόδια – λίγα μέτρα απόσταση από το γραφείο του.

«Κάπου κάπου ακούγεται θρηνητικό κλάψιμο σκυλιού. Κάποιος μπαίνει, ανάβει μια τρίφωτη προύντζινη λυχνία. (…) Ο Καποδίστριας καθίζει, σκύβει στις στοίβες χαρτιά, πιάνει την πένα. Τινάζεται!» Στη στοίβα των χαρτιών ξεχωρίζει ένα χαρτάκι με κόκκινα γράμματα.

Καποδίστριας:

«Κυβερνήτη της Ελλάδας, οι Μαυρομιχαλαίοι θα σε σκοτώσουν!»

Ποιο χέρι αθώρητο να χάραξε

με κόκκινη βασιλικιά γραφή το φοβερό μαντάτο;

Εμέ, το δούλο τον πιστό Σου να σκοτώσεις!

Μα κοίτα, Θέ μου, εδώ τι φτώχεια και τι γύμνια

κι αγνότητα! Σκληρή ζωή, βαρύς αγώνας…

Πεινώ, και ντρέπομαι να φάω, / τι τα παιδιά τρογύρω μου πεινούν.

Νυστάζω, και ντρέπομαι να κοιμηθώ: / εμπήκα βίγλα, πρέπει ν’ αγρυπνώ,

και τρεις και πάνω χρόνους έχω να γελάσω…

Σε λίγους στίχους, ένα μεγάλο σύνολο πληροφοριών: Η θρησκευτικότητα του Καζαντζάκη – μιλάει με τον Θεό, θα αναφερθεί στον Θεό γύρω στις 20 φορές μέσα στο έργο. Η ευγενής καταγωγή του προσώπου που έστειλε το γραπτό μήνυμα: σύμφωνα με αρκετές πηγές, πρόκειται για τη Μαντώ Μαυρογένους αλλά ο Καζαντζάκης δεν νοιάζεται για το όνομα αλλά για τη «βασιλικιά γραφή»: μεγάλη ικανότητα αφαίρεσης. Η φτώχια και η γύμνια και η αγνότητα του λαού, για τον οποίο νοιαζόταν πάνω απ’ όλα ο Κυβερνήτης. Η ταύτιση με τον λαό: «πεινώ και ντρέπομαι να φάω», «νυστάζω και ντρέπομαι να κοιμηθώ». Η ζοφερότητα της εικόνας συμπληρώνεται από την αποχή του Καποδίστρια ακόμα και από το γέλιο. Στίχοι-σαΐτες που χτυπούν κατευθείαν στην καρδιά.

Και να σου, προβάλλει ακάλεστος ο Μακρυγιάννης. Πρώτη μεγάλη πρωτοτυπία και μεγάλη σύγκρουση στο έργο. Σε κανένα άλλο από τα έργα που διαβάσαμε δεν υπάρχει ρόλος Μακρυγιάννη. Ο Καζαντζάκης είχε πρόσφατα δανειστεί από τον Θεοτοκά τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Ολόκληρες σκηνές του έργου έχουν βγει ατόφιες από αυτά, μετουσιωμένες βέβαια από την πένα του Καζαντζάκη. Και μόνο αυτή η εκλογή του τελευταίου να βάλει στη σκηνή τον Μακρυγιάννη, και όχι απλώς ως ένα από τα ενδιαφέροντα πρόσωπα, αλλά ως το αμέσως επόμενο σε βαρύτητα και έκταση κειμένου μετά από τον ίδιο τον Καποδίστρια, θα αρκούσε να διαφοροποιήσει τον Καποδίστρια του Καζαντζάκη από όλα τα υπόλοιπα έργα που έχουν γραφεί για τον Κυβερνήτη και να μετριάσει – αν όχι απαλείψει –τις κατηγορίες εναντίον του για λογοκλοπή.[46]

Η σκηνή με τον Μακρυγιάννη χαρακτηρίζεται από έντονη σύγκρουση – τα λέει έξω από τα δόντια στον Κυβερνήτη ο Ρουμελιώτης αγωνιστής:

Κατά γκρεμού μάς σπρώχνεις, Κυβερνήτη!

Λαγούμι όλο μπαρούτι βρήκα την Ελλάδα,

και τον δαυλό κρατάς εσύ – και δε με νοιάζει

του λόγου σου αν χαθείς, μα χάνεται η Πατρίδα.

Και παρακάτω:

Σε σπίτι ξέσκεπο γεννήθηκα. Ανοιχτά είναι

τα λόγια μου πολύ, μα δεν τα παίρνω πίσω.

Κάμε ό,τι θες – εγώ ξετέλεψα το χρέος.[47]

Θα παρελάσουν με τη σειρά τους, στο μισόφωτο πριν από το χάραμα, ο σπιούνος από τη Μάνη, ο εξομολογητής του Κυβερνήτη Παπα-Γιώργης, ο Αστυνόμος του Ναυπλίου που τον ειδοποιεί για τον κίνδυνο της ζωής του, και στη συνέχεια δυο πρόσωπα πολύ σημαντικά για την Ελληνική ιστορία και για το έργο. Πρώτος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τα χαρακτηριστικά του ο Καζαντζάκης θα παρουσιάσει ανάγλυφα την αρχηγική του στόφα, την αφοβιά, τη θυμοσοφία, την πονηριά, αλλά και την άνεσή του να μιλάει με τον ίδιο τον Θεό:

Παπα-Γιώργης:

Όταν σε λούσει ιδρώτας κρύος του θανάτου,

θε να φωνάξεις τότε τον παπά με τρόμο.

Κολοκοτρωνης:

Εγώ θα κράξω το Θεό να ξηγηθούμε.

Τα κρίματά μου θα του πώ, κι Αυτός, γελώντας,

μέγα θα πάρει ευθύς σφουγγάρι να τα σβήσει.

Ε, δε βαριέσαι, Θοδωράκη μου, ένα χρέος

εσύ είχες – θα μου πει, να σώσεις την Ελλάδα!

Κι αν κάπου βούτηξες και πλιάτσικα, κι αν κάπου

κρυφά και μια γυναίκα αγκάλιασες, να μη σε νοιάζει.

Χαλάλι σου, έμπα μέσα, Γέρο του Μοριά μου!

Παπα-Γιώργης:

Ξέρω της αφεντιάς σου κρίματα, που μήτε

κι ο πολυεύσπλαχνος Θεός θα τα συχώρναγε.

Κολοκοτρωνης:

Ξέρω κι εγώ πολλά για σένα, Δέσποτά μου!

Παπα-Γιώργης:

Θεριά είμαστε κι οι δυό – ο Θεός να μας σχωρέσει!

Τελευταίος και αναπάντεχος επισκέπτης στο γραφείο του Καποδίστρια στην πρώτη πράξη, ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, που στην τρίτη πράξη θα τον δολοφονήσει. Δεν υπάρχει παρόμοια σκηνή σε κανένα από τα έργα που εξετάζουμε. «Έρχεται η Μοίρα μου, καλώς τη! Σα λεβέντης. / (…) Τέτοιος βαθιά λαχτάριζα κι εγώ, ο γραφιάς, να γίνω (…)». Δικαιολογημένα, ο θεατής διερωτάται: θα γίνει άραγε τώρα η δολοφονία; το ίδιο φοβάται κι ο Κυβερνήτης αλλά παρ’ όλ’ αυτά λέει στον Υπηρέτη να επιτρέψει την είσοδο στον Γ. Μαυρομιχάλη.

Γ. Μαυρομιχαλης:

Σαράντα μήνες σ’ ακλουθώ και περιμένω.

Τους γέρους καπετάνιους μας εσύ περγέλας,

τους πέρφανούς μας κοτσαμπάσηδες χτυπούσες,

τη Μάνη στη ντροπή την έριχνες, στην πείνα,

και την αρχοντικιά ταπείνωνες γενιά μου·

μα σώπαινα, έλεγα: Κρατάς κρυφές δυνάμεις,

εσύ το γένος είσαι το ξανθό, Πατέρα,

κι απ’ το βοριά κινάς για να μας πας στην Πόλη…

Μα αργείς!

Καποδιστριας:

(…) Το παραμύθι που μου ιστοράς εγώ δεν είμαι.

Είμαι ένας Έλληνας απλός, μοχτώ να βάλω

λίγα γερά, χοντρά θεμέλια στην Ελλάδα:

σκολειά, δικαιοσύνη κι αρετή και τάξη. (…)

Τα σπίτια μας οι Τούρκοι τά 'καψαν, κι ανάγκη

καινούρια να χτιστούν, να μπούνε τα παιδιά μας.

Με αυτή τη δυνατή σκηνή όπου ο νεαρός Μαυρομιχάλης (31 ετών η πραγματική του ηλικία) προσπαθεί να εκμαιεύσει από τον Καποδίστρια το μυστικό του Ελληνικού Αγώνα αλλά δεν τα καταφέρνει (Καποδίστριας: «Αόρατη είναι Αρχή, σου ορκίζομαι, η ψυχή μας· άλλη καμιά στη γης μην προσδοκάς, δεν έχει!»), σκηνή που καταλήγει με τον Μαυρομιχάλη να φιλά το χέρι του Καποδίστρια, και τον Καποδίστρια να του φιλά με τη σειρά του «τον ώμο το δεξό, σαν να 'σουν γιος μου», τελειώνει η πρώτη πράξη. Τι πιο ωραίος τρόπος να στείλει το έργο τους θεατές σε διάλειμμα!

Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει τη δεύτερη και την τρίτη πράξη. Η Β΄ πράξη διαδραματίζεται στην στολισμένη για τη γιορτή του Κυβερνήτη αυλή του Κυβερνείου, και κυριαρχείται από τα ίδια πρόσωπα, προστίθενται όμως και καινούργια. Πρώτα-πρώτα, ο πανταχού παρών, από εδώ και πέρα, Χορός των Γυναικών, αποτελούμενος από Μεσολογγίτισσες, Μοραΐτισσες, Σουλιώτισσες και Ψαριανές, χαροκαμένες μάνες ή αδελφές αγωνιστών οι οποίες, κατά το πρότυπο της αρχαίας τραγωδίας, εκφράζουν την κοινή γνώμη του λαού και παρεμβαίνουν, συνομιλώντας και απευθείας με τον Κυβερνήτη και με τα άλλα πρόσωπα. Ο λόγος τους, σε αντίθεση με άλλα εξεταζόμενα εδώ έργα, είναι προσαρμοσμένος στην καθημερινή γλώσσα, όμως ο συγγραφέας προσθέτει κι έναν υπέροχο λυρισμό:

Αχ, ως πότε θ’ ανοίγω φωνάζοντας

αδειανή την αγκάλη μου;

Κουραστήκαμε εφτά να παλεύουμε χρόνια!

Στα βουνά σαν αγρίμια σκαλώνοντας

δίχως άντρες παλεύαμε

την τρομάρα, την πείνα, τη γδύμνια, τα χιόνια!

Το άλλο σημαντικό πρόσωπο της δεύτερης πράξης είναι ο θαλασσόλυκος και πρώην πειρατής Γκίκας από την Ύδρα. Ο συγγραφέας, σε αντίθεση με τον Θεοτοκά, είχε την πρόνοια να μη βάλει στη σκηνή τον Μιαούλη, αφού ο τελευταίος είχε, μόλις πριν, ανατινάξει τον ελληνικό στόλο και άρα δεν θα ήταν εφικτό – ούτε ποιητική αδεία, θα λέγαμε – να συναντηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον Κυβερνήτη ύστερα από τέτοιο έγκλημα.[48] Μεταφέρει την ατμόσφαιρα και τα γεγονότα της Ύδρας αφενός ο Γκίκας, αφετέρου ένας άλλος ναυτικός, ο Παυλής που μπαίνει στη σκηνή κρατώντας ένα αποκαΐδι από καμένο ελληνικό καράβι.

Έντονες οι αποχρώσεις του ρόλου του Γκίκα. Από τη μια η ισχυρή διεκδίκηση της ελευθερίας χωρίς όρια – «ελευτεριά θα πει να μπαίνεις στο καράβι, / να σπας το μπλόκο, να πουλάς και ν’ αγοράζεις, σκλάβους γιομώνοντας τ’ αμπάρια και πραμάτειες· / και μερτικό ποτέ μη δίνεις σε κανένα» – και η άμεση σύνδεσή του με τα τραγούδια του Ρήγα Φεραίου, που τα έφερε από το Τριέστι χωνιασμένα στ’ αμπάρια του – «Και δε μου βάζεις χαλινάρι εμένα, κόντε! / Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, / παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!» Από την άλλη μια φλογισμένη καρδιά για τον Ελληνικό αγώνα:

Τα λόγια σου το νού μου παίρνουν, Κυβερνήτη. (…)

Μια μέρα, αδέρφια, στο καράβι μου ήρθε ο Ρήγας. (…)

Νύχτωνε πια, τα φώτα στο Τριέστι ανάψαν.

Κι εμείς (…) σιγά σιγά, μη μας ακούσουν οι σπιούνοι,

μιλούσαμε και κλαίγαμε αγκαλιά, με γλύκα,

της λευτεριάς κρυφά τραγούδια κελαηδώντας. (…)

Ακέρια η θάλασσα μαζί μας τραγουδούσε. (…)

Κι ο Ρήγας μ’ άρπαξε, με φίλησε κι αρχίζει

να τραγουδάει τα πέντε αδέρφια στα Μπαλκάνια

και την καρδιά τους την πεντάμορφη, την Πόλη. (…)

Μεγάλωνε η πατρίδα και νογούσα, πρώτη

φορά, πως Λευτεριά κι Ελλάδα κάνουν ένα!

Ποιος θα μπορούσε να συναγωνιστεί αυτόν τον υψιπετή ποιητικό και θεατρικό λόγο; Παραθέτουμε και απόσπασμα της διήγησης, από τον Υδραίο Παυλή, της καταστροφής του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη:

Λίγα ήταν τα καράβια μας· οι Σπέτσες ξάφνου,

η φουμιστή κορβέτα, χάνει τα κατάρτια

κι ευτύς μια ρούσικη την πλεύρισε φρεγάδα.

Δε θα πατήσεις πάνω μου, φωνάζει (…) ο καπετάνιος· (…)

Μια νύχτα βάσταξε το πάλεμα· χαράματα

οι στόλοι οι ρούσικοι αρμενίζοντας μπλοκάραν

ολούθε ακόμα πιο σφιχτά, τους εδικούς μας.

Παραδοθείτε! Ξαναπρόσταξεν ο Ρούσος,

στην καπετάνα ακροζυγώνοντας Ελλάδα.

Δεν ξέρω ο λόγος τι θα πει· με λεν Μιαούλη!

Σέρνει φωνή, κι αρπώντας το δαυλό, τον ρίχνει

μες στη μπαρουτοθήκη ο ναύαρχος, κι οι φλόγες

στον ουρανό με τη φρεγάδα τιναχτήκαν.

Βρόντος ακούστη τρομερός, κι ώς πέρα ο Πόρος

και τα ψηλά βουνά τριγύρω αντιλαλήσαν. (…)

Και τώρα, Κυβερνήτη, ο στόλος της Ελλάδας

ξύλα και κάρβουνα ντροπής στο κύμα πλέει…[49]

Ένα άλλο αξιόλογο πρόσωπο που εισάγει ο Καζαντζάκης στη δεύτερη πράξη, με κορύφωση στην τρίτη, είναι ο Τραγουδιστής Γερο-Δήμος. Η περίπτωσή του είναι χαρακτηριστική της μετεπαναστατικής εποχής, διότι πρόκειται για αγωνιστή της Επανάστασης που έχει καταντήσει σε πλήρη ένδεια και αναγκάζεται να ζητιανεύει. Ιδού πώς τον περιγράφει σε μια ανατριχιαστική ατάκα ο Μακρυγιάννης:

Το γέρο αυτόν τυφλό, τον βλέπεις, Κυβερνήτη μου;

Είν’ ο λαός ο σκοτεινός της Ρωμιοσύνης! (…)

Τον πιάσαν με σαράντα σύντροφους οι Τούρκοι·

τους πήγαν στην Τροπολιτσά, μες στην πλατέα,

και πέντε πέντε πελεκούσαν τους σα βόδια,

τρεις μέρες· κι έστεκεν ορθός ο γερο-Δήμος

και κλέφτικους, λεβέντικους σκοπούς τραγούδαε

με αλύγιστη αψηλή φωνή, να τους γκαρδιώνει.

Τους ξέφυγε την τρίτη νύχτα στο σκοτάδι

και στάθη στο βουνό, περεχυμένος αίματα

κι αρχίνισε ξανά να τραγουδάει: Ραγιάδες,

ραγιάδες! Κι η φωνή του αχούσε σαν καμπάνα (…)

Και τώρα, να, πεινάει, τυφλώθηκε απ’ το κλάμα.

Δε φίλησε ποδιές, ψωμοζητάει στους δρόμους.

Θαυμάζουμε στο απόσπασμα αυτό την ποίηση, το συναίσθημα, τη στηλίτευση της κοινωνικής αδικίας, τη θεατρικότητα. Ο Γερο-Δήμος είναι το τελευταίο πρόσωπο που θα συναντήσει ο Καποδίστριας στο δρόμο του προς την εκκλησία όπου τον περιμένουν και θα τον σκοτώσουν οι δολοφόνοι του. Στην τελευταία ατάκα του, όταν ο Κυβερνήτης θυμώνει από τη φωνή που έσυρε «για να ξεπλαντάξει»,[50] και του λέει «στενό πολύ 'ναι το μυαλό σου και δε νιώθει, / και τι 'ναι ελευτεριά, πολεμιστή, δεν ξέρεις», ο Γερο-Δήμος ξεσπάει: «Εγώ με το αίμα, τον ιδρώτα και το κλάμα μου, / εγώ την έπλασα, και λες πως δεν την ξέρω;»

Πριν όμως από τον πολεμιστή, στον μοιραίο δρόμο του προς τους δολοφόνους, ο Καποδίστριας θα συναντήσει άλλα δύο πρόσωπα: Αρχικά τη Σουλιώτισσα. Δημιούργημα της φαντασίας του Καζαντζάκη, η Σουλιώτισσα είναι η μόνη που γλίτωσε στο Χορό του Ζαλόγγου. Είναι ξορκίστρα και έχει την ικανότητα, με τα ξόρκια της, να επικοινωνεί με τους νεκρούς. Μακάβρια η εικόνα – και ακόμα πιο μακάβρια στην παράστασή μας των Βρυξελλών της 12-15 Μαΐου 2022, διότι παίζεται από μία κυρία που έχει μπει για καλά στην ένατη δεκαετία της ζωής της και έχει τιμήσει το θέατρο και με άλλους σημαντικούς ρόλους στο παρελθόν. Απαραίτητη εικόνα, για να προετοιμάσει τον θεατή για το τραγικό γεγονός του τέλους. Όταν τη ρωτούν, ο Μακρυγιάννης πρώτα και η Κορυφαία του Χορού μετά, πώς ήταν οι αγωνιστές που τους είδε νοερά στον κάτω κόσμο, εκείνη απαντάει:

Φαρμακωμένο πικραπήγανο κρατούσαν,

κι όλοι τις άδειες κόχες των ματιών στηλώναν,

ασάλευτα, λαχταριστά, κατά τ’ Ανάπλι.

Κι οι χήρες κι ορφανά, με πράσινες λαμπάδες,

κάποιον τρανό θαρρείς, απάντεχαν να φτάσει. (…)

[Και] μια ξωθιά με πράσινο χορτάρι

σγουρό στην κεφαλή, με χείλια παπαρούνες,

στα φρόχειλα γερτή του πηγαδιού τραγούδαγε

και σα νερό έφεγγε στα σκοτεινά ο λαιμός της…

Καποδιστριασ

Γερόντισσα, ανατρίχιασα…

Του τραγουδιού τα λόγια τα πικρά θυμήσου!

Σουλιωτισσα (μάχεται να θυμηθεί)

Ένα παλιό σερτό τραγούδι τραγουδούσε,

γλυκά σουρίζοντας σα φίδι στο φεγγάρι. (Σιγοτερερίζει, θυμάται)

Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει·

και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,

παρά τον Πρωτομάστορα…[51]

Τελευταία πριν από τον Γερο-Δήμο συνάντηση του Καποδίστρια είναι ένα κοριτσάκι εννιά ετών, η Φωτεινούλα. Τα παιδάκια στο θέατρο δεν εμφανίζονται συχνά, διότι είναι δύσκολο να βρεθούν παιδιά που να μπορούν να είναι συνεχώς στις παραστάσεις ενός επαγγελματικού θεάτρου – υπάρχουν και νομικοί περιορισμοί. Όταν λοιπόν γίνεται μια εξαίρεση από τους συγγραφείς, υπάρχει αποχρών λόγος, ο οποίος στην περίπτωση της Φωτεινούλας του Καποδίστρια είναι το ότι ο συγγραφέας θέλει να υπάρξει η εναλλαγή, από το σκοτάδι του Άδη της Σουλιώτισσας στο φως που θα φέρει η Φωτεινή, όχι μόνο με το φωτεινό όνομά της αλλά και με την όλη φωτεινή παρουσία της. Η Φωτεινή θα είναι η τελευταία γλυκιά στιγμή για τον Κυβερνήτη. Θα του προσφέρει μια ανθοδέσμη με γαζίες. «Το σπίτι μου το πατρικό με τις γαζίες! / Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου· πιο γλυκιά αναγάλλια / την ώρα τούτη η γης δεν μπόραε να μου στείλει.»

Ο χώρος δεν μας επιτρέπει να σχολιάσουμε εκτενώς τους υπόλοιπους σύντομους ρόλους: Τον ευαίσθητο Υπηρέτη του Καποδίστρια, τον πιστό Σπιούνο, τον χαρακτηριστικό Διαλάλη, τον νομοταγή Αστυνόμο, τον Κ. Μαυρομιχάλη – αποφασιστικός εκείνος πλάι στον διστακτικό ανηψιό του Γιωργάκη. Είναι γραμμένοι και αυτοί με τη μαεστρία του Καζαντζάκη.

Παρατήρηση ως προς τη διάρκεια του έργου: Ο Καποδίστριας του Καζαντζάκη είναι από τα σπάνια έργα στο παγκόσμιο δραματολόγιο όπου ο θεατρικός χρόνος (δύο περίπου ώρες) είναι ίσος με τον πραγματικό χρόνο των γεγονότων. Όντως, αυτά αρχίζουν από τις 4.30 περίπου το πρωί, που μπαίνει ο Καποδίστριας στο γραφείο του, μέχρι τις 6.34΄ που έγινε η δολοφονία, ήτοι διαρκούν δύο ώρες.

Συμπερασματικά, η εντύπωσή μας για τον Καποδίστρια του Καζαντζάκη είναι ότι πρόκειται για έργο-αριστούργημα. Σκηνές και περιγραφές που κόβουν την ανάσα· ικανή ιστορική ακρίβεια – και όπου τυχόν δεν υπάρχει, η έλλειψή της δεν ενοχλεί, όπως στο προηγούμενο έργο που σχολιάσαμε. Ο Καποδίστριας του Καζαντζάκη παριστάνει τον Κυβερνήτη να έχει τα πόδια του στο βούρκο, όπως συνέβαινε με τους περισσότερους Έλληνες της μετεπαναστατικής εποχής. «Είμαστε όλοι μέσα στο βούρκο, όμως μερικοί έχουν στραμμένο το βλέμμα προς τα αστέρια», λέει ένας άλλος στοχαστής.[52] Έτσι είναι ο Καποδίστριας του Καζαντζάκη: ένα μείγμα ρεαλισμού και πτερόεσσας φαντασίας. Μερικοί, δίπλα στη γενική εικόνα, κατέκριναν ή απλώς διαπίστωσαν, με βάση το πρόσωπο του Παπαγιώργη, ισχυρά αντικληρικά στοιχεία στο έργο:[53] Θα μπορούσε πράγματι να διερωτηθεί κανείς πώς μπορεί να συμβιβαστεί με ένα ελάχιστο επίπεδο χριστιανικότητας για τον εξομολόγο Παπαγιώργη, να εξομολογεί τον Κυβερνήτη, να του δίνει άφεση αμαρτιών με πραγματικά ψυχοσωτήρια λόγια,[54] να του λέει μετά ότι τον περιμένει για να τον κοινωνήσει, και στη συνέχεια, σε λιγότερο από μία ώρα, αντί θείας κοινωνίας, να του φράζει το δρόμο προς το εσωτερικό της εκκλησίας, και να παροτρύνει έντονα στην πόρτα τους Μαυρομιχαλαίους που καιροφυλακτούν στην πόρτα: «Ελευτεριά ο Θεός, κι ο τύρρανος οχτρός του. / Σκοτώστε τον οχτρό για να σωθεί η ψυχή σας.»[55] Βλέπουμε ένα φανερό διχασμό προσωπικότητας στο πρόσωπο του κληρικού, και φρονούμε ότι η σκηνοθεσία, λαμβάνοντας υπόψη τη σκηνική ιστορία και τις κριτικές του έργου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι καμιά ιστορική μαρτυρία, καθόσον γνωρίζουμε, δεν επιβεβαιώνει τα στοιχεία αυτά, θα μπορούσε να τα μετριάσει.

Μια άλλη κριτική παρατηρεί ότι ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται ως πονηρός συμφεροντολόγος, ενώ ο Μακρυγιάννης ως τύπος του αγαθού πολεμιστή.[56] Πράγματι η μορφή του Κολοκοτρώνη στο έργο απέχει πολύ από την απόλυτη ηρωοποίηση που του γίνεται σε ορισμένα βιβλία ιστορίας ή θεατρικά έργα.[57] Πολλοί όμως από τους ιστορικούς και από τους θεατρικούς συγγραφείς (π.χ. Παύλος Φλώρος) παραδέχονται ότι στην προσωπικότητα του Γέρου του Μοριά, δίπλα στη φιλοπατρία υπήρχαν και ωφελιμιστικά στοιχεία. Το λέει άλλωστε ο ίδιος στο έργο: «Να ζεις καλά και να βολεύεις και το χρέος», εκφράζοντας και τη θυμοσοφία του, που προκαλεί και το σχόλιο του Καποδίστρια: «Αθάνατη της ράτσας μας ψυχή, Οδυσσέα!» Δεν νομίζουμε λοιπόν ότι υπάρχει πρόβλημα Κολοκοτρώνη στο έργο, αλλά ούτε και Μακρυγιάννη, και είναι ορθή η παρατήρηση ότι στο έργο ο τελευταίος «αντανακλά την εικόνα που είχε η γενιά του '30 για τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη,[58] μια εικόνα που τον εξιδανίκευε. Άλλωστε ο συγγραφέας χρειαζόταν ένα πρόσωπο στο οποίο να βάλει όλες τις αρετές του καλού Έλληνα της Επανάστασης, και πιο κοντά στο πρότυπό του βρήκε τον Μακρυγιάννη.

Τέλος, ούτε στον Καποδίστρια του Καζαντζάκη υπάρχει αναφορά για ανάμειξη των ξένων στα προβλήματα της χώρας και του Κυβερνήτη, και στη δολοφονία του. Και όμως υπήρχε ασφαλώς τέτοια ανάμειξη.

Κλείνουμε εδώ τον σχολιασμό μας για τον Καποδίστρια του Καζαντζάκη με μια από τις πιο μεγαλόπνοες ατάκες, που βρίθει από αυτές το έργο, και που του δίνουν προμηθεϊκές διαστάσεις:[59]

Καποδίστριας:

Πάθη, ντροπές, παλικαριές τυφλές, τιτάνες

αόμματοι, της άγριας ράτσας μας οι ρίζες.

Μα αντάμα, από τις λάσπες τούτες, η λαχτάρα

για το αψηλό, σκληρό της λευτεριάς λουλούδι. (…)

Παλεύουν τρεις χιλιάδες χρόνια οι δυό μεγάλες

αθάνατες Ελλάδες τούτες και σπαράζουν.

Κι έρχεται πάντα, στου γκρεμού τα χείλια, η Νίκη,

αιματωμένη κι αυστηρή, γιομάτη λάμψη –

κι αυτό το αληθινό 'ναι πρόσωπό σου, Ελλάδα!

Ω Μοίρα μου, σ’ ευχαριστώ που μου εμπιστεύτης,

στην επικίνδυνη στιγμή που ο νους παλεύει

μες στο άγιο αλώνι αυτό ξανά με τους Τιτάνες,

να βάλω τάξη όσο μπορώ στο χάος![60]

6. Θέατρο για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση: Καποδίστριας του Δ. Χρονόπουλου, 1977

Για τα διακόσια (συν ένα) χρόνια από τη γέννηση του Καποδίστρια (1776-1976), ο Δημήτρης Χρονόπουλος (1907-1992) έγραψε έναν ακόμα Καποδίστρια. Ένα από τα σημαντικά καινούργια στοιχεία που εισάγει είναι το πρόσωπο της Ρωξάνδρας Στούρτζα-Έντλινγκ, δεσποινίδας της αυλής του Τσάρου Αλεξάνδρου Α΄ και αγαπημένης του Καποδίστρια.[61] Πλατωνική η σχέση τους και το πιο συχνά επιστολική, δεδομένου ότι ζούσαν τον περισσότερο καιρό σε διαφορετικές πόλεις ή και χώρες, σχέση όμως ισχυρή και μακρόχρονη.[62] Οι άλλοι συγγραφείς, στα προαναφερόμενα έργα τους, δεν την αναφέρουν καν – με μία εξαίρεση.[63]

Επίσης εισάγει στη σκηνή πέντε πρόσωπα της Φιλικής Εταιρείας: τον αρχηγό Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, Αθανάσιο Τσακάλωφ, Παναγιώτη Σέκερη και Εμμανουήλ Ξάνθο.

Το έργο υποδιαιρείται σε δέκα εικόνες: 1 Φιλική Εταιρεία, στο σπίτι του Ξάνθου στην Οδησσό· 2 Ο Αρχηγός (εδώ πρωτοεμφανίζεται η Ρωξάνη σε διάλογο με τον Καποδίστρια, στο σπίτι του στην Πετρούπολη)· 3 Αγώνας, στον ίδιο τόπο, παραμονές του 1821· 4 Μήνυμα, στο σπίτι του Καποδίστρια στη Γενεύη, με τον τραπεζίτη και φιλέλληνα Εϋνάρδο· 5 Κυβερνήτης 1828, στο γραφείο του στην Αίγινα, πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας, με τους Κολοκοτρώνη, Μαυροκορδάτο, Πετρόμπεη κλπ.· 6 Ύδρα – Ιούλιος 1831, με πρόσωπα τους Λάζαρο Κουντουριώτη, Μαυροκορδάτο, Μιαούλη· 7 Πόρος – Αύγουστος 1831, με την καταστροφή του Ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη, ύστερα από μάχη με τον Ρίκορντ· 8 Κολοκοτρώνης – 25 Σεπτεμβρίου 1831, διάλογος μεταξύ Κολοκοτρώνη και Καποδίστρια, με τον πρώτο να δίνει συμβουλές στον δεύτερο· 9 Φευγαλέο όνειρο – 26 Σεπτεμβρίου 1831, τελευταία εμφάνιση της Ρωξάνδρας σε όνειρο, στο Ναύπλιο, στο γραφείο του Κυβερνήτη. Μετά από το όνειρο θα επισκεφθεί τον Καποδίστρια ο Ρίκορντ και θα του ζητήσει την απελευθέρωση του Πετρόμπεη, ο οποίος επίσης εμφανίζεται στη σκηνή· 10 Αστροπελέκι – 27 Σεπτεμβρίου 1831, ήτοι η σκηνή της δολοφονίας, που τελειώνει, κλείνοντας και το όλο έργο, με έναν Αγωνιστή να απευθύνεται στους Έλληνες:

Ετούτος που έφυγε από κοντά μας τόσο ξαφνικά ήταν μεγάλος άνθρωπος, ένας μεγάλος πατριώτης. Μα σαν άνθρωπος έκανε σφάλματα που τα πλήρωσε ακριβά, όπως κάναμε σφάλματα και εμείς οι άλλοι… Η Ιστορία θα τον κρίνει και θα τον εκτιμήσει. (…) Ο σημερινός νεκρός ας είναι ο τελευταίος του αλληλοσπαραγμού μας. Ας δώσουμε τα χέρια πάνω στο σώμα του. (…) Ο κυβερνήτης πέθανε μα η Ελλάδα είναι μεγάλη. (…) Θα κρατήσει πάντα… Και η Ελλάδα και η ελευθερία… (…)

Στο έργο του σεβαστού Καθηγητή WalterPuchner,[64] αναφέρεται ως επίκεντρο του έργου ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Καποδίστρια προς τη Ρωξάνδρα. Είναι αλήθεια ότι το έργο αυτό ήταν το μόνο μέχρι τότε που ανέβαζε τη Ρωξάνδρα στη σκηνή. Παρατηρούμε πάντως ότι τα κομμάτια των τριών σκηνών με τη Ρωξάνδρα (2, 3 και 9) καταλαμβάνουν μόνο 8 από τις 89 σελίδες του έργου. Εξάλλου, οι «ρωσικές σκηνές», όπου βασικά εκείνη εμφανίζεται σε 6 σελίδες, αποτελούνται συνολικά από 37 σελίδες, από τις οποίες οι περισσότερες πραγματεύονται κυρίως τα της Φιλικής Εταιρείας. Παρομοίως, η τελευταία εμφάνισή της, που είναι στην εικόνα 9, στις 26 προς 27 Σεπτεμβρίου 1831 (τη νύχτα πριν από τη δολοφονία) είναι φευγαλέα, ενώ το βασικό θέμα της εικόνας 9 είναι η προσπάθεια συμφιλίωσης με τον Πετρόμπεη, στην οποία πρωτοστατεί ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ.

Ποιο είναι λοιπόν, σύμφωνα με την έκφραση του συγγραφέα, το κύριο «αίτιο» που τον οδήγησε στη συγγραφή του Καποδίστρια; Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος στον πρόλογό του:[65] «η ανάγκη να δοθούν οι πραγματικές διαστάσεις της μορφής του Κυβερνήτη, γιατί (…) η φυσιογνωμία του παραμένει αμφιλεγόμενη». Στην ίδια σειρά σκέψεων, χαρακτηρίζει τους Κωνσταντή και Γιωργάκη Μαυρομιχάλη όχι δολοφόνους αλλά τυραννοκτόνους. Και συνεχίζει: «Δεν αδίκησα κανένα. Ούτε τον Κυβερνήτη ούτε τους αντιπάλους του. Όλοι ήταν Έλληνες και για το καλό της Ελλάδας πάσχιζαν.» Και καταλήγει δηλώνοντας ότι μόνο όποιος δει έτσι την προσωπικότητα του Καποδίστρια «δεν υπηρετεί (…) σκοπιμότητες και μόνο τότε δεν παραποιεί την ιστορία.»[66] Έχουμε την εντύπωση ότι ο συγγραφέας, όσο και αν ακούμε με προσοχή τη γνώμη του, συγχέει το υποκειμενικό με το αντικειμενικό, επιχειρώντας να περάσει ως σύνολο αντικειμενικών αληθειών την προσωπική του γνώμη, ενώ είναι γνωστό ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ιστορικών δεν συμμερίζεται την εκδοχή της τυραννοκτονίας στην περίπτωση των φονιάδων του Ιωάννη Καποδίστρια. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να καταλογίσει κανείς λάθη και στον Κυβερνήτη ή ότι η πράξη των δύο Μαυρομιχαλαίων εξάλειψε τη μνήμη της μεγάλης και ανδρείας προσφοράς τους στον Ελληνικό αγώνα σε άλλες στιγμές της Επανάστασης.[67] Και τέλος, ενώ ο συγγραφέας κάνει μια ισορροπημένη παρουσίαση του χαρακτήρα του Ρώσου ναυάρχου Ρίκορντ, δεν λέει ούτε αυτός λέξη για την εμπλοκή ή όχι, άμεση ή έμμεση, των άλλων δύο δυνάμεων, επίσης εγγυητριών της ανεξαρτησίας της Ελλάδας.

Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε από το ραδιόφωνο του ΕΙΡ, σε σκηνοθεσία Μήτσου Λυγίζου, με τον Θάνο Κωτσόπουλο στον επώνυμο ρόλο και με πολλούς από τους μεγάλους του θεάτρου μας στους άλλους ρόλους.[68] Στην τελική του μορφή παίχτηκε στην τηλεόραση της ΥΕΝΕΔ το 1977. Στη μορφή αυτή αντιστοιχεί και το κείμενο της έντυπης έκδοσης.

7. Καποδίστριας χωρίς τον Ιωάννη Καποδίστρια: Θεόφιλου Δ. Φραγκόπουλου, Καποδίστριας, 1959.

Στους αντίποδες της εκδοχής της τυραννοκτονίας τοποθετείται το έργο του Θεόφιλου Φραγκόπουλου Καποδίστριας που γράφτηκε το 1954 και εκδόθηκε το 1959.[69] Τα πρόσωπα του έργου είναι ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος,[70] ο υπηρέτης του Φίλιππος, ο Αφηγητής, ο Καρατζάς,[71] ο Μουστοξύδης[72] και ο Γεώργιος-Ιωάννης Καποδίστριας.[73] Παραδόξως, δεν υπάρχει στο έργο ρόλος Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη.

Το έργο ανοίγει ο Αφηγητής.

Όταν ανοίγει η αυλαία, παρουσιάζεται ο Αφηγητής, που τον παρακουθεί ένα φως κινητό. Κατά τα άλλα, η σκηνή μένει στο σκοτάδι.

Αφηγητής: Ναι, αυτό εδώ είναι το μέρος… Ανάψετε τα φώτα… (Τα φώτα ανάβουν. Φανερώνεται ένα γραφείο-σπουδαστήριο, πολλές βιβλιοθήκες, πολυθρόνες, καναπές, δυό παράθυρα […]. Έπιπλα λιγάκι βαριά και άχαρα, σκεπασμένα με καλοκαιρινά ντυσίματα γραμμωτά.) Βρισκόμαστε στην Αίγινα, στο σπίτι του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, το καλοκαίρι του 1856. Αυτό το δωμάτιο είναι, όπως βλέπετε, το γραφείο του. Άβολο μέρος, άχαρο και κάπως παραμελημένο. Δεν είναι πλούσιος ο Μαυροκορδάτος. Έξι φορές πρωθυπουργός, κι όμως μόλις καταφέρνει να συντηρεί τον εαυτό του κι έναν υπηρέτη. Οικογένεια; Όχι, δεν έχει. Δεν παντρεύτηκε ποτέ του. Όχι πως του λείψαν οι ευκαιρίες. [Προχωράει στο δωμάτιο. Δείχνει μια προσωπογραφία] Να μιά απ’ αυτές: Η Σοφία deBarbé-Marbois, Δούκισσα της Πλακεντίας. Τι όμορφη, γύρω στα 1830 – τι χοροί στα παλάτια της, τι εύκολα μεθούσε η σαμπάνια της – και τώρα ένα γραΐδιο κάπου, σε κάποιο Σπα της Γαλλίας, ένα κουβάρι κόκαλα – αυτή με το γυαλιστερό δέρμα, με τα υγρά μάτια και το παιχνιδιάρικο χαμόγελο… [Προχωράει παρακάτω] Κι αυτός… είναι ένας φίλος. Ένας πιστός φίλος, ο Γιώργης Κάνιγκ, και το πορτραίτο του είναι το πιο μεγάλο μέσα στο σπίτι. (…) Το κόμμα του ήταν αγγλικό, οι υποστηρικτές του Άγγλοι. Περίεργο δεν είναι; δεν υπάρχει καμιά εικόνα του Όθωνος. Κι όμως είναι 1856 ακόμα. Ο Όθωνας θα βασιλέψει άλλα έξι χρόνια.[74]      

Κοινό χαρακτηριστικό της περιόδου του 1831 με αυτή της μετά τον εμφύλιο δεκαετίας του 1950, που γράφτηκε το έργο, είναι η παρέμβαση του αγγλικού παράγοντα στις εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις. Επομένως, το κατάλληλο πρόσωπο που βρήκε ο συγγραφέας για να ενσαρκώσει τις παρεμβάσεις του αγγλικού παράγοντα είναι ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, καθότι αρχηγός του αγγλικού κόμματος στην επαναστατική και μετεπαναστατική Ελλάδα. Βρισκόμενος στην Αίγινα το 1856 ο Μαυροκορδάτος, πάμπτωχος και σχεδόν τυφλός, ξαναφέρνει στη μνήμη του σαν σε όνειρο την καποδιστριακή περίοδο, μεταμελούμενος για την ενοχή του ως ηθικού αυτουργού στην ανταρσία της Ύδρας η οποία κατέληξε στην ανατίναξη του εθνικού στόλου από τον Ανδρέα Μιαούλη. Μετανοεί επίσης για άλλα γεγονότα της επαναστατικής περιόδου, όπως για το ότι, με πρόθεση τότε την επικράτησή του στη Δυτική Ελλάδα, οδηγεί αλόγιστα Έλληνες και Φιλέλληνες στην καταστροφική ήττα του Πέτα τον Ιούλιο του 1822.

Φίλιππος: Το ότι αφήσατε τις ανέσεις σας και την προσωπική σας ασφάλεια για να ριχτείτε στον Αγώνα, λίγο το βρίσκετε αυτό;

Αλέξανδρος: Ναι, Φίλιππε, λ ί γ ο. (…) Η πρωταρχική αρετή ενός πολιτικού είναι μία: η θυσία. Κι εγώ… την απέφυγα όσο μπορούσα. Είμαι αριστοκράτης, είπες. (…) Πότε με χτύπησαν στο πρόσωπο, και το ξέχασα; Πότε μου πρόσφεραν την εξουσία, και την αρνήθηκα; Πότε με πρόδωσαν οι φίλοι μου, και τους βοήθησα; Πότε με δολοφόνησαν οι άνθρωποι που ευεργετούσα, την ώρα που πήγαινα να προσευχηθώ; [Παύση] Τώρα, τουλάχιστον, έχω τη δυσμένεια του Όθωνος. Είναι κι αυτό μια βοήθεια, Φίλιππε. (…) Τώρα καταλαβαίνω γιατί εκείνος δεν δέχτηκε ποτέ να γίει όργανο των Άγγλων…

Φίλιππος: Εκείνος πέθανε πιά, Εξοχώτατε.

Αλέξανδρος με ηρεμία: Ναι, πέθανε. Όσοι είναι διάσημοι, όσοι το αξίζουν, πεθαίνουν, Φίλιππε. Εμείς οι άλλοι είναι που γερνάμε και ξεφτίζουμε.»[75]

Μαθαίνουμε λοιπόν στο έργο, για τον Καποδίστρια, μέσω της μεταμέλειας του Μαυροκορδάτου.

Για τη δολοφονία του Καποδίστρια μιλάει κυρίως ο μικρός του αδελφός Γεώργιος-Ιωάννης. Χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Δεν μου ηταν καθόλου εύκολο να βρω το φταίχτη. (…) Μήπως και οι Μαυρομιχάληδες ακόμα δεν ήταν παρά μονάχα τα ό ρ γ α ν α του δράματος; (…) Ποιοι να ήταν αυτοί που τους έβαλαν τα φονικά όπλα στα χέρια, τη φονική σκέψη στην καρδιά; Για να γίνει ένα έγκλημα, μια δολοφονία και, ιδιαίτερα, μια πολιτική δολοφονία, πόσοι χρειάζονται να συνεργασθούν; Πόσοι απ’ αυτούς είναι υπεύθυνοι; Πού επιτέλους σταματάει η ευθύνη; Εελίνος που σπέρνει το κακό με τα λόγια του, φταίει; Εκείνος που εξάπτει τον άλλον; Αυτός που τον ενθαρρύνει με τη σιωπή του, αυτός που ξέρει ποιο δρόμο θα πάρουν τα πράγματα και δεν αντιδρά; Αυτός που αντιδρά αλλά χλιαρά και χωρίς ελπίδα επιτυχίας; Αυτός που μάχεται με όλη του τη δύναμη, μα δεν καταφέρνει να εμποδίσει το κακό; Αυτός που πιστεύει σε ριζωμένες συνήθειες – όπως, εδώ, η βεντέτα – ή αυτός που το ξέρει πως είναι βλαβερές, κι όμως δεν χρησιμοποιεί το κύρος του για να τις καταπολεμήσει; Αυτός που κολακεύει τα ένστικτα του πλήθους, αυτός που εκμεταλλεύεται τις δυσαρέσκειες και τα πάθη, αυτός που φαρμακώνει με τα λόγια του την απήχηση των έργων του άλλου στη συνείδηση του λαού – και των ταλαίπωρων δολοφόνων του;[76]

Ο Αφηγητής εξακολουθεί να παρεμβαίνει και κάπου-κάπου προσπαθεί να μετριάσει τις τύψεις του Μαυροκορδάτου. Όσο για τον εξάδελφο του τελευταίου, πρίγκιπα Κώστα Καρατζά, λέει ότι είναι περαστικός από την Ελλάδα – διότι είχε ήδη εγκατασταθεί στη Μικρά Ασία, και μιλάει για οράματα του αλύτρωτου ελληνισμού από την άλλη πλευρά του Αιγαίου.

Στο τέλος του έργου θα συνειδητοποιήσει ο αναγνώστης/θεατής ότι η συνάντηση με τα ιστορικά πρόσωπα και η όλη δράση συνέβησαν στη φαντασία του Μαυροκορδάτου.

Κάθε έργο αντικατοπτρίζει την προσωπικότητα του συγγραφέα του: Ο ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και θεατρικός συγγραφέας-κριτικός Θεόφιλος Φραγκόπουλος (1923-1998), με καταγωγή από τη Ζάκυνθο, νομικές σπουδές στην Αθήνα και οικονομικές στη Μεγάλη Βρετανία, χρημάτισε μεταξύ άλων διευθυντής του Εθνικού Οργανισμού Τουρισμού και δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στις ΗΠΑ και στη Γερμανία. Κοινωνικά ανήσυχος, δημιούργησε έργο που εκφράζει τις ιδεολογικές-πνευματικές ζυμώσεις της εποχής του. Ο λόγος του διακρίνεται για την κομψότητά του αλλά και για το δηκτικό του ύφος. Ένα από τα βραβεία για τα οποία τιμήθηκε είναι το Α΄ κρατικό βραβείο θεατρικού έργου (1958).[77]

8. Εντός των ορίων της γενέθλιας γης: Θεοδώρου Κωστούρου, Το φονικό του Κυβερνήτη, 1957.

Ο φαρμακοποιός και λόγιος από το Ναύπλιο Θεόδωρος Κωστούρος γράφει το 1957 το μονόπρακτο σε δύο εικόνες Το φονικό του Κυβερνήτη. Δεν διαθέτουμε τη στιγμή αυτή το κείμενο. Από τα σχόλια δύο λογίων του θεάτρου[78] συνάγουμε ότι το έργο ταυτίζει τον χλωμό κόμη Καποδίστρια με τον θυσιασθέντα Ιησού, ότι δεν κάνει καμία αλληγορική συσχέτιση με γεγονότα της εποχής της συγγραφής του, και ότι ρίχνει το βάρος στην τοπογραφία, μνημεία, ιστορία και θρύλους της γενέτειρας του συγγραφέα – περιοχή Ναυπλίου. Συνεπώς το έργο παρουσιάζει κυρίως τοπικό και δευτερευόντως αμυδρό θρησκευτικό ενδιαφέρον.

9. Μια σειρά νέων θεατρικών κειμένων με θέμα τον Καποδίστρια, για τα 200 χρόνια της Εθνικής Παλιγγενεσίας

Ο εορτασμός των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821 ήταν, στον τομέα του θεάτρου, το έναυσμα αφενός για την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για έργα που είχαν πολλά χρόνια να παιχθούν – όπως ο Καποδίστριας του Καζαντζάκη – και αφετέρου για τη συγγραφή νέων κειμένων που χρησίμευσαν ως υπόβαθρο νέων θεατρικών δημιουργιών. Αναφέρουμε ενδεικτικά:

Επίλογος

Η μορφή του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας ενέπνευσε, όπως είδαμε, ένα μεγάλο αριθμό θεατρικών συγγραφέων, μέχρι και τους πιο μεγαλόπνευστους, και με ποικίλες συλλήψεις, τοποθετήσεις και αποχρώσεις. Αυτό και μόνο το γεγονός τον αναβιβάζει σε κορυφαίο ήρωα του θεάτρου μας και εν τέλει σε εθνικό ήρωα.

Παραθέτουμε την ανάλυση της προσωπικότητας του Καποδίστρια την οποία έγραψε ο ίδιος ο Νίκος Καζαντζάκης στο πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου της 25 Μαρτίου 1946:[85]

« Ο Καποδίστριας είναι μια πολυσύνθετη τραγική μορφή της νέας ιστορίας μας, που άναψε πολλά πάθη, ξεσήκωσε πολλούς φίλους κι οχτρούς κι ακόμα δεν μπόρεσε να κατασταλάξει σε μιαν αρμονική ενότητα. Ήταν μια ασκητική υψηλή φυσιογνωμία που κατέβηκε στην αναρχούμενη Ελλάδα για να βάλει τάξη. Ήξερε πως είναι δύσκολο να μερώσει τόσα και τόσα θεριά, να χορτάσει τόσων χρόνων βουλημίες και να μετουσιώσει την ασύδοτη ελευτερία, σε πεθαρχούμενο Κράτος. Ήξερε καλά πως σαν τους άγιους μάρτυρες κατεβαίνει στο λάκκο των λεόντων· μα δε διστασε, γιατί αγαπούσε την πατρίδα και πίστευε στη θαματουργική δύναμη του φωτισμένου νου.

   Κατέβηκε στο λάκκο των λεόντων, στην Ελλάδα, κρατώντας, από την τσαρική παράδοση, από την ατομική του ιδιοσυγκρασία κι από ιστορικήν ανάγκη, στα χέρια του κνούτο. Οι Έλληνες του έστρωσαν δάφνες να πατήσει, τον κοίταζαν με μάτια εκστατικά κ’ έβλεπαν πίσω απ’ τους ώμους του το γένος το ξανθό, έβλεπαν στρατούς και στόλους που συντάζουνταν να κινήσουν και να τους παν στην Πόλη. Και μόνο ο Καποδίστριας ανάμεσα σε τόση μέθη παρέμεινε νηφάλιος – γιατί ήξερε το φοβερό μυστικό: πίσω του δεν υπήρχε καμμιά μυστηριώδης ξένη δύναμη, καμμιά αόρατη Αρχή· η Ελλάδα μονάχα θα σώσει την Ελλάδα.

   Σιγά-σιγά οι Έλληνες άρχισαν να μαντεύουν την πικρήν αλήθεια· τα φανταχτερά φτερά που είχαν στολίσει τον Κυβερνήτη άρχισαν να μαδούν. Σκόρπισε η μαγεία. Ξέσπασε η αναρχία. Μονάχα ένας προφήτης θα μπορούσε τότε να κυβερνήσει την Ελλάδα· ένας ένοπλος προφήτης που θα επέβαλλε το σεβασμό και το δέος. Ο Καποδίστριας ήταν άοπλος· φώναξε, φοβέρισε και τέλος, όταν τα ζόρισε πολύ, τα θεριά άνιξαν το στόμα τους και τον κατάπιαν.

   Πέρασαν 115 χρόνια[86] κι ακόμα δεν μπορούμε να σταθούμε μπρος στην υψηλή αυτή μορφή με δικαιοσύνη. Οι αριστεροί τον κατηγορούν ως τύραννο, οι δεξιοί τον υμνούν ως μεγαλομάρτυρα. Είταν και τα δυό. Μα απάνω απ’ όλα είχε την ανώτατη τούτη αρετή που τον εξαγιάζει: α γ ν ό τ η τ α. Αγνότητα ασκητική, πύρινη.

   Τούτη την υψηλή αγέλαστη αρετή θέλησα να τονίσω στην τραγωδία μου, αναμερίζοντας όλες τις εφήμερες πολιτικές και κοινωνικές ιδεολογίες της εποχής μας. Είδα τον άνθρωπο που στέκεται ορθός, άοπλος μπροστά το χάος και το κοιτάζει. Και δε γυρίζει πίσω. Το εναντίον, αντρειέβει, ζητάει το αδύνατο. Ποιο αδύνατο; Να βάλει τάξη στο χάος. Κι όταν κατάλαβε πια πως όσο θα ζούσε, θάταν μονάχα το σύνθημα του εμφύλιου σπαραγμού, τότε τράβηξε σεμνά, αποφασιστικά, χωρίς μεγάλα λόγια, με κάποια μάλιστα ανυπομονησία, προς το θάνατο. Όχι γιατί αγαπούσε το θάνατο, παρά γιατί αγαπούσε την Ελλάδα.

           Όχι, δεν τον ζητώ το θάνατο, [μα αν έρθει,

καλώς να 'ρθει, μ’ ελιάς στο χέρι του κλωνάρι.

Ωιμένα, τώρα πια μια δούλεψη μονάχα

μπορώ να κάμω στην πατρίδα: να πεθάνω.

Διχόνοιας φλάμπουρο ανεμίζει τ’ όνομά μου·

και φίλιωση, όσο ζω, δεν θα χαρείτε, αδέρφια! (…)

Σε μια μεγάλη οικοδομή να μπεις θεμέλιο,

άλλη στη γης θαρρώ δεν είναι αθανασία!

Να πώς κι ο θάνατος, που αθάνατος καυκιέται,

μπαίνει κι αυτός] χτιστός στην 'κοδομή του ανθρώπου.[87]

   Μηνύματα ήρθαν απανωτά να τον αντισκόψουν απ’ το μοιραίο δρόμο· μα αυτός, ήσυχος, ξέροντας καλά το για πού και το γιατί, τράβηξε το αιματωμένο εκείνο πρωί της 27 Σεπτεμβρίου 1831, κατά την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, στο Ανάπλι, και σήκωσε τα χέρια: “Είμαι έτοιμος!”

ΝικοςΚαζαντζάκης »

«Θεμέλιο» είναι μια από τις βασικές λέξεις-κλειδιά για τον Καποδίστρια. Τέσσερις – ίσως και περισσότερες – φορές επαναλαμβάνεται η λέξη στο έργο.[88] «Θεμελιωτής» είναι μια από τις λέξεις του τίτλου δυο τουλάχιστον βιογραφιών του.[89] Όποιος δημόσιος άνδρας/γυναίκα κατορθώνει συνειδητά να εντάξει ως και τον θάνατό του στη θεμελίωση της πατρίδας του, χτίζοντάς τον «στην οικοδομή του ανθρώπου», πώς να μην είναι εθνικός ήρωας;

Η τραγωδία του Καζαντζάκη Καποδίστριας, το μόνο από τα εξεταζόμενα έργα που μπορεί να χαρακτηρισθεί τραγωδία, ήτοι η ανώτατη κλίμακα θεατρικής δημιουργίας κατά τον Αριστοτέλη, είναι πολύ λιγότερο μυθοποιητική σε σύγκριση με έργα άλλων συγγραφέων: διότι δεν αρνείται τα ελαττώματα του Κυβερνήτη και διότι πατάει τόσο γερά στην ιστορία ώστε δύσκολα μπορεί να ενταχθεί στους μύθους. Αυτό που την κάνει να υπερέχει σε σύγκριση με τα υπόλοιπα εξεταζόμενα έργα είναι το υψιπετές του λόγου και του πνεύματος, και το ότι η σκέψη του συγγραφέα της ξεπερνά τα σύνορα της Ελλάδας και γίνεται οικουμενική – όπως ήταν και ο ίδιος ο Καποδίστριας, ο βασικός συντάκτης του Συντάγματος της Ελβετίας που ισχύει μέχρι σήμερα, ο διασώστης τής μετά το Βατερλώ Γαλλίας από τον διαμελισμό, ο τελικός νικητής του Μέττερνιχ στη διάρθρωση της Ευρώπης.

Έχει υποστηριχθεί ότι, «όταν πλέον εγκαθιδρύεται οριστικά στην Ελλάδα το σύστημα της αβασίλευτης δημοκρατίας στη Μεταπολίτευση και επανέρχεται η κοινοβουλευτική ομαλότητα στη χώρα μετά την εκτροπή της απριλιανής δικτατορίας, τότε θα εκλείψουν και οι λόγοι συγγραφής δραμάτων με θέμα τον Καποδίστρια.»[90] Οι νέες θεατρικές δημιουργίες του 2021 με θέμα τον Καποδίστρια θεωρούμε ότι μετριάζουν αυτή την τοποθέτηση. Και μπορούμε ίσως από τώρα να προεξοφλήσουμε ότι θα υπάρξουν και νέα έργα για τον Καποδίστρια, για τα 200χρονα από την άφιξή του στην Ελλάδα (2028) και για τα 200χρονα της δολοφονίας του (2031).

Φρονούμε όμως ότι το μυστικό της διαιώνισης της προσωπικότητας του Καποδίστρια, στο θέατρο και στην ιστορία, είναι η εκ μέρους του αποδοχή της θυσίας, η οποία αποτελεί την πρωταρχική αρετή ενός πολιτικού[91] – και ασφαλώς και κάθε συνειδητού πολίτη.

Κολοκοτρώνης:

Γιατί στο λάκκο αυτό να μπεις με τα λιοντάρια;

Καποδιστριασ:

Ελεύτερα, τα πάντα ξέροντας, εμπήκα·

διάλεξα απ’ όλα το πιο δύσκολο, τι ξέρω

τούτος πως είναι ο δρόμος του Θεού, και πάω.»[92]  

Χαρακτηριστικό επίσης απόσπασμα, στο ίδιο τόνο, από το έργο του Παύλου Φλώρου (παραπάνω, παράγρ. 3). Το λόγο έχει ο Πρέσβυς της Μεγάλης Βρετανίας Ντώκινς.

Ντωκινς: Κάνετε μακρινούς περιπάτους. Θα σας συνιστούσα να προσέχετε. Τα πνεύματα είναι πολύ ερεθισμένα.

Καποδίστριας: Όποιος έχει ξεσταχιάσει, δε θωρακίζεται με χίλιες δυό προφυλάξεις. Ο κόσμος να χαλάσει, το δρεπάνι θα τον θερίσει. Μια μέρα και σεις θα νιώσετε το κεφάλι σας ώριμο, κι η θλίψη σας που δε θα ενδιαφέρεται γι’ αυτό κανένα δρεπάνι, θα 'ναι ίσως πιο πικρή παρ’ όσο στάθηκε η γλύκα της ζωής.[93]

 


[1]Βλ. μεταξύάλλων, Yves Lavandier, La dramaturgie, Les Impressions Nouvelles, 2019, σ. 42 επ.

[2]Βλ. μεταξύάλλων, τοεξαίρετοβιβλίοτουΚαθηγητήστοΠανεπιστήμιοτηςColumbia, Mark Mazower,μετονεύγλωττοτίτλο The Greek Revolution 1821 and the making of modern Europe, Penguin, 2021. Για άγνωστο λόγο, ο Έλληνας εκδότης-μεταφραστής απάλειψε το σημαδιακό δεύτερο μισό του τίτλου, περιλαμβανομένου και του «1821».

[3]Η εξέγερση των Βέλγων άρχισε στο ThéâtredelaMonnaie, όπου διακόπηκε βίαια η παράσταση της όπερας του Ωμπέρ, Η μουγκή του Πόρτιτσι, και αυτό συνέβη πάνω σε μια χαρακτηριστική ατάκα εναντίον της τυραννίας που ασκούσε ο βασιλιάς της Νάπολης. Οι θεατές βγήκαν στους δρόμους και έτσι άρχισε ο αγώνας της ανεξαρτησίας του Βελγίου. Αυτό μας επιτρέπει να λέμε στους επισκέπτες των Βρυξελλών, περνώντας από την PlacedelaMonnaie, ότι αυτή η χώρα γεννήθηκε ακριβώς εδώ, μέσα σ’ ένα θέατρο.

[4]Βρήκαμε την πληροφορία για την ύπαρξη του έργου αυτού στο WalterPuchner, Το 1821 και το θέατρο, εκδ. ΟΤΑΝ 2020, σ. 468. Στη συνέχεια αναζητήσαμε το δυσεύρετο σύνολο του κειμένου του έργου, στον τόμο Υπατίου Ζ. Αυγερινού, Πονήματα δραματικά, τυπογραφία Λόυδ,Τεργέστη 1849, σ. 91-159.

[5]Υ. Ζ. Αυγερινός, ό.π., σ. 113.

[6]Μηνυτής = στο υπό εξέταση έργο (Τρίτη πράξη, σκηνή Η΄), εκείνος που φέρνει μήνυμα, ενώ στην τωρινή μας γλώσσα είναι αυτός που υποβάλλει μήνυση.

[7]Ό.π., σ. 14.

[8]Ό.π.

[9]Βλ. Τραγωδίαι Ιωάννου Ζαμπελίου Λευκαδίου, έκδοσις Γεωργίου Χ. Ραφτάνη, Ηπειρώτου. Τόμος πρώτος, Ζάκυνθος 1860, σ. 6 κ.επ., και διατριβή του «περί του ιαμβικού των τραγωδιών μου στίχου», ό.π., τόμος δεύτερος, σ. 473 κ.επ.

[10]Βλ. παρακάτω.

[11]Πράξη πρώτη, σκηνή Α΄.

[12]Ό.π., σ. 95.

[13]Ό.π., σ. 159.

[14]Βλ. παρακάτω.

[15]Βλ. σε δύο τόμους, Τραγωδίαι Ιωάννου Ζαμπελίου Λευκαδίου, έκδοσις Γεωργίου Χ. Ραφτάνη, Ηπειρώτου, Ζάκυνθος 1860.

[16]Πρόκειται για τον επικεφαλής του τακτικού στρατού, από το 1829, Γάλλο στρατηγό FrançoisGérard.

[17]Όπως εμφαίνεται και από τη λέξη «Βυζάντιος», πρόκειται για έναν από τους Φαναριώτες, όπως ο Α. Μαυροκορδάτος, ο Α. Ρ. Ραγκαβής και άλλοι, οι οποίοι κατέβηκαν στην ελεύθερη Ελλάδα για να γίνουν, κατά την έκφραση του Ι. Ζαμπελίου, «συμπάρεδροι του Κράτους».

[18]Με τον ρόλο αυτό είμαστε βέβαιοι ότι υπονοείται ο νομικός και δημοσιογράφος Αναστάσιος Πολυζωΐδης, που ερχόμενος από τη θεωρούμενη ως πατρίδα των ελευθεριών Γαλλία, όπου σπούδαζε, δημοσιογραφούσε με σφοδρή επιθετικότητα εναντίον του Καποδίστρια, με την εφημερίδα «Απόλλων», από την Ύδρα. Είναι ο ίδιος που με τη σθεναρή στάση του αργότερα, επί Βαυαροκρατίας, ως Πρόεδρος του Δικαστηρίου στη δίκη του Κολοκοτρώνη του έσωσε τη ζωή.  

[19]Τραγωδίαι Ιωάννου Ζαμπελίου Λευκαδίου, ό.π., τόμος πρώτος, Ζάκυνθος 1860, σ. 374-375.

[20]Για τη γλώσσα του Ι. Ζαμπέλιου βλ. τη διατριβή του «περί της νέο-ελληνικής γλώσσης», στο Τραγωδίαι Ιωάννου Ζαμπελίου Λευκαδίου, ό.π., τόμος δεύτερος, Ζάκυνθος 1860, σ. 489 κ.επ.

[21]Απόσπασμα από την πρώτη πράξη, πρώτη σκηνή.

[22]Απόσπασμα από το δεύτερο χορικό, που αποτελείται από 110 στίχους και είναι αφιερωμένο στον πόθο για την πατρίδα (5η πράξη, πρώτη σκηνή). Όσο για το πρώτο χορικό, έχει την ίδια περίπου έκταση και είναι αφιερωμένο στη δόξα (3η πράξη, πρώτη σκηνή).

[23]Κάναμε την αρχή μεταγράφοντας, το 2020, την τραγωδία του Ι. Ζαμπέλιου Γεώργιος Καραϊσκάκης στη σύγχρονή μας γλώσσα και ανεβάζοντάς την τον Ιούλιο 2021 στο Μοναστήρι της Κοιμήσεως του Θεοτόκου στη Σκουληκαριά Άρτας, μέρος όπου γεννήθηκε, κατά τη μεγάλη πλειοψηφία των ιστορικών, Ελλήνων και ξένων, ο Ήρωας. Η παράσταση έγινε στα πλαίσια του εορτασμού τη 200ετίας από την Ελληνική Επανάσταση, υπό την αιγίδα της Επιτροπής Ελλάδα 1821-2021, και επαναλήφθηκε στα Μηλιανά Άρτας τον Αύγουστο 2021. Η μεταγραφή αυτή, που είναι η πρώτη, καθόσο γνωρίζουμε, μεταγραφή έργου του εν λόγω συγγραφέα, θα εκδοθεί σε βιβλίο (υπό έκδοση). Βλ. την παράσταση στο YouTube:

https://www.youtube.com/watch?v=nB4bjSz1H1E&t=1072s  

[24]Τραγωδίαι Ιωάννου Ζαμπελίου Λευκαδίου, ό.π., τόμος πρώτος, Ζάκυνθος 1860, σ. 436.

[25]Μόλις 1354 στίχοι, έναντι περίπου 2300 στίχων του Καποδίστρια του Καζαντζάκη.

[26] Για μια ολοκληρωμένη ανάλυση του έργου του Ι. Ζαμπέλιου από πλευράς ιδεολογίας και αισθητικής, βλ. την αντιπροσωπευτική μονογραφία της Άννας Ταμπάκη, Η νεοελληνική δραματουργία και οι δυτικές της επιδράσεις (18ος-19ος αι.), Αφοί Τολίδη 1993, σ. 91 κ.επ.

[27] Το πιο πολυπρόσωπο από τα εδώ εξεταζόμενα: 29 πρόσωπα συν πολλοί βουβοί ρόλοι ή σύντομοι ρόλοι προσώπων χωρίς όνομα («ένας γέρος», «ένας προεστός», «μια μαυροφορεμένη», «αξιωματικός» κλπ.)

[28]Σύζυγός της ήταν ο Δήμαρχος Ναυπλίου Σπύρος Παπαλεξόπουλος.

[29]Ο τίτλος την εποχή εκείνη, για τον Πρέσβυ, ήταν Αντιπρέσβυς.

[30] Αν και ο τελευταίος σε κάποια στιγμή, παρασυρόμενος από την αντίπαλη μερίδα, έναντι αμοιβής, προσπάθησε να τον σκοτώσει με τσάι που περιείχε δηλητήριο.

[31] Αν και το μικρό του όνομα δεν αναφέρεται στο έργο, πρόκειται προφανώς για τον Κωνσταντίνο Ζωγράφο, πολιτικό από την Αχαΐα, ενοικιαστή φόρων, που αργότερα, επί Όθωνα, διετέλεσε και πρωθυπουργός για μια τριετία (1837-1840).

[32]Μπεϊζαντές = Ο γιος του Μπέη.

[33]Το ένα από τα έργα που μετέφρασε είναι Ο θάνατος του Εμπεδοκλή, του FiedrichHölderlin.

[34] Για περισσότερα, βλ. Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πατάκης, Αθήνα 2007, λήμμα «Φλώρος, Παύλος», σ. 2300.

[35]Η φράση επανέρχεται στον Καποδίστρια του Καζαντζάκη: «Καποδίστριας: Ε καπετάνιοι, βδέλλες της Ελλάδας, το αίμα της / ζητάτε να ρουφήξτε όλοι, να χορτάστε.» Νίκου Καζαντζάκη, Θέατρο – Τραγωδίες, Γ΄ τόμος, δευτέρα έκδοση, 1971, Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1971, σ. 22.

[36]Γιώργου Θεοτοκά, Θέατρο, εκδόσεις Άλφα, Αθήνα 1944, σ. 35.

[37]Γιώργου Θεοτοκά, ό.π., σ. 34.

[38]Ό.π., σ. 93.

[39]Ό.π., σ. 34.

[40]Ό.π., σ. 35. Είναι πάντως αλήθεια ότι ιστορικά η διαφορά ηλικίας μεταξύ του Κωσταντή και του Γιώργη Μαυρομιχάλη, θείου και ανηψιού, είναι μόνο τρία χρόνια, ενώ η διαφορά μεταξύ Κωσταντή και Πετρόμπεη, που είναι αδέλφια, 28 χρόνια. Συνεπώς, εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ως αδέλφια τους Κωσταντή και Γιώργη Μαυρομιχάλη.

[41]«Μεγαλουργόν έγκλημα» τη χαρακτήρισε εύστοχα ο Αλέξανδρος Ρίζος-Ραγκαβής.

[42]Βλ. PatricePavis, Λεξικό του Θεάτρου, μετάφρ. Αγνή Στρουμπούλη, Gutenberg, Αθήνα 2006, σ. 28 κ.επ., λήμμα «αληθοφανές, αληθοφάνεια» (γαλλ. vraisemblance, αγγλ. verisimilitude). Για να μη παραβιάσει αυτή την αληθοφάνεια, φρονούμε, ο Καζαντζάκης δεν φέρνει τον Μιαούλη στη σκηνή αλλά βάζει έναν άλλο Υδραίο ναυτικό, τον καπετάν Παυλή, να διηγηθεί την καταστροφή του στόλου από τον Μιαούλη. Βλ. παρακάτω, παράγρ. 5.

[43]Γιώργου Θεοτοκα, ό.π., σ. 75-76.   

[44]Βλ. μεταξύ άλλων, Ανάργυρου Κουτσιλιέρη, Μαυρομιχαλαίοι και Καποδίστριας (Η αιτία του φόνου), εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1982.

[45]Περιττό επίσης να υπενθυμίσουμε ότι, αντίθετα με το κείμενο του έργου, οι δύο Μαυρομιχαλαίοι δεν σκοτώθηκαν επί τόπου: ο Κωσταντής στην προσπάθειά του να διαφύγει πυροβολήθηκε από τον Κοζώνη, μονόχειρα συνοδό του Κυβερνήτη, και πέφτοντας κάτω τραυματισμένος, λυντσαρίστηκε από το αγριεμένο πλήθος· ο Γεώργιος διέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, όπου πράγματι τους είχαν υποσχεθεί προστασία, αλλά υπό την απειλή του πλήθους τον παρέδωσαν στις ελληνικές αρχές, οι οποίες, κατά τη λακωνική φράση του Μακρυγιάννη, «σε ολίγον καιρόν σκότωσαν κι᾿ αυτόν τον έκριναν δικοί τους και τον σκότωσαν».

[46]Φανερά τον κατηγόρησε για λογοκλοπή ο Θεοτοκάς. Και εμείς είμαστε οι πρώτοι, καθόσο γνωρίζουμε, που παρατηρήσαμε ότι την ομόνοια, προς την οποία τείνει ο Καποδίστριας του Καζαντζάκη και συχνά μιλά γι’ αυτήν ο Κυβερνήτης, την πήρε κατά πάσα πιθανότητα από το έργο του Υπάτιου Ζ. Αγαπητού (βλ. παραπάνω, παράγρ. 1). Υπάρχουν και δάνεια από τους άλλους συγγραφείς που προαναφέραμε. Στην πένα όμως του Καζαντζάκη αυτά τα δάνεια παίρνουν άλλη μορφή και χάρη.

[47] Ας μου επιτραπεί μια προσωπική αναφορά: Αν και το έργο περιέχει και άλλα αμέτρητα διαμάντια του λόγου, η ατάκα αυτή ήταν μια από τις κορυφαίες που με έκανε πριν από είκοσι χρόνια, τότε που ανακάλυψα το έργο, να αποφασίσω να το ανεβάσω μια μέρα στη σκηνή διότι, όπως ο και ο γεωγραφικά κοντινός μου σε δράση και καταγωγή Μακρυγιάννης, έτσι και εγώ, «σε σπίτι ξέσκεπο γεννήθηκα». Το όνειρό μου ήταν να ενσαρκώσω ο ίδιος τον Κυβερνήτη, τώρα όμως βρήκα ως πιο ιδανικό για τον ρόλο τον ηθοποιό Βασίλη Μάγνη.

[48]Βλ. παραπάνω, παράγρ. 4.

[49]Το παραπάνω είναι μόνο ένα απόσπασμα από τη διήγηση του Παυλή που λειτουργεί ως «άγγελος» αρχαίας τραγωδίας και, με τη μεγάλη τέχνη της γραφής του Καζαντζάκη, προκαλεί «τον έλεον και τον φόβον». Αυτό δεν αποκλείει, αντιθέτως συνεπάγεται και τη «μεγαλόπρεπη θλίψη, η οποία συνιστά όλη ηδονή από την τραγωδία», όπως το εξηγεί ένας άλλος μεγάλος κλασικός και ιδιοφυής δραματουργός, ο Ζαν Ρασίν, στον πρόλογό του στο έργο του Βερενίκη. Ας δούμε για σύγκριση ένα απόσπασμα από την αντίστοιχη διήγηση που δίνει ο Θεοτοκάς, με το στόμα ενός αξιωματικού: «Από στόμα σε στόμα ακούστηκε τότε στα στρατέματα η είδηση πως ένας Γάλλος καπετάνιος, άνθρωπος πονόψυχος και φίλος του έθνους μας, βλέποντας πως όλη τούτη η ιστορία έμελλε να καταλήξει, άδικα των αδίκων και χωρίς ωφέλεια για κανέναν, σε χαμό του ναυτικού μας και πολλών παλικαριών, μπήκε στη μέση κι άρχισε τη συνεννόηση για να γίνει η παράδοση των καραβιών για το καλό, να ησυχάσει ο τόπος και να μην προσβληθεί κ’ η Ευρώπη. (…) Εκεί λοιπόν που καθόμασταν άπραγοι κι αναπαμένοι και θαμάζαμε τις ομορφιές της θάλασσας και περιμέναμε πως σε λίγο θα σχολνούσαμε από τούτο το σεφέρι και θα γυρνούσαμε πίσω στα ταχτικά μας έργα, ακούσαμε αναπάντεχα το μπουμπουνιτό που έκαναν οι βροντές από το τίναγμα των καραβιών μας, ξεσπάνοντας απανωτές, κ’ είδαμε τα νερά του στενού ν’ αναταράζουνται σαν από σίφουνα και το στόλο μας να γίνεται χίλια κομμάτια ξύλο φλογισμένο, και τους επαναστάτες να φεύγουνε με τις βάρκες, σα να τους είχανε πάρει το κατόπι της Κόλασης οι διαβόλοι.» (Γιώργου Θεοτοκά, ό.π., σ. 69-70).

[50]Το ρήμα «πλαντώ» εμφανίζεται τρεις φορές στο έργο: τις δυο πρώτες από τον Καποδίστρια («Κουράστηκα, σιχάθηκά τους, δεν τους θέλω / τους Έλληνες! Συφέροντα, ατιμίες, / προδοσίες, ψευτιές – πλαντώ!» και «Θεριά με ζώνουν λιμασμένα, / πλαντώ! Ούτε μια ψυχή αγνή μες στην Ελλάδα») και την τρίτη από τον Γ. Μαυρομιχάλη «Δε με χωρά η Ελλάδα σου, πλαντώ! Η καρδιά μου / αϊτίσια μιά φωλιά | έχει μοναχά, | την Πόλη!». Έχουμε λοιπόν και μια τέταρτη, από τον Γερο-Δήμο, με άλλη ρηματική μορφή: «Φωνή θα σύρω, για να ξεπλαντάξω!» Είναι επομένως ακόμα μια λέξη-κλειδί στο έργο, την οποία διάλεξε ο συγγραφέας για να δείξει την κατάσταση «μεγάλης, έντονης στενοχώριας, δυσφορίας που οφείλεται σε οργή, αγανάκτηση, ταραχή», που κάνει τον άνθρωπο να «ασφυκτιά» Λεξικά Τριανταφυλλίδη και Μπαμπινιώτη, λήμμα «πλαντάζω». Είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν «πλαντάξει» και οι δυο πλευρές: και ο Καποδίστριας και οι αντίπαλοί του.

[51]Η Αλέκα Κατσέλη διακρίθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο αυτό, σύμφωνα με τις κριτικές, στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου το 1982. Διαθέτοντας την ηχογράφηση της παράστασης εκείνης, θαυμάζουμε τη φωνή της ηθοποιού, και παρατηρούμε μόνο ότι το τραγούδι του Πρωτομάστορα του γεφυριού της Άρτας το απήγγειλε αλλά δεν το τραγούδησε. Στην παράστασή μας, η κυρία Δέσποινα Σαλτουρίδου θα τραγουδήσει το εν λόγω τραγούδι.

[52] «We are all in the gutter, but some of us are looking at the stars». Oscar Wilde, Lady Windermere's Fan, Λονδίνο 1892 (Ατάκατου Lord Darlington, στηντρίτηπράξη).

[53]WalterPuchner, ό.π., σ. 470. Προς την ίδια κατεύθυνση, με έξαρση, και ορισμένες κριτικές μετά από τις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου το 1944, 1977 και 1982.

[54]«Σήκωσε πια απ’ τις μαύρες έγνοιες το κεφάλι· / αγάπησε, ν’ αγαπηθείς· και σκύψε, κοίτα / με καλοσύνη τα θεριά, για να μερώσουν». Ν. Καζαντζάκη, Καποδίστριας, ό.π., σ. 38.

[55]Αρχή τρίτης πράξης.

[56]W. Puchner, ό.π.

[57]Βλ. π.χ. το λαμπρό έργο Κολοκοτρώνης του Βασίλη Ρώτα.

[58]Ό.π., σ. 470, υποσ. 1314.

[59] Το απόσπασμα μιλάει για τους Τιτάνες και, ως γνωστόν, στην ελληνική μυθολογία, ο Προμηθέας, που συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση του ανθρώπινου γένους, ήταν Τιτάνας, θεός της φωτιάς.

[60]Για περισσότερα για το σύνολο του θεατρικού έργου του Νίκου Καζαντζάκη και για το υπό εξέταση έργο του βλ. μεταξύ άλλων, Θεοδώρα Παπαχατζάκη-Κατσαράκη, Το θεατρικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη, Δωδώνη, Αθήνα 1985 και εκτενέστερα Κυριακή Πετράκου, Ο Καζαντζάκης και το Θέατρο, Μίλητος, Αθήνα 2005.

[61]Ο συγγραφέας αποκαλεί τη Ρωξάνδρα με το όνομα «Ρωξάνη».

[62]Βλ. μεταξύ άλλων, Ελένη Ε. Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Στούρτζα, δ΄ έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1998, 652 σελίδες· επίσης, πρόσφατα, Λένα Διβάνη, Το πικρό ποτήρι – Ο Καποδίστριας, η Ρωξάνδρα και η Ελλάδα, Πατάκης, Αθήνα 2020.

[63]Η εξαίρεση είναι το έργο του Παύλου Φλώρου, Κυβερνήτης Καποδίστριας, ό.π., σ. 31. Το 2021 και 2022 προστέθηκαν και άλλα έργα που ανεβάζουν στη σκηνή τη Ρωξάνδρα Στούρτζα. Βλ. παρακάτω, παράγρ. 9.

[64]Ό.π., σ. 471.

[65]Δ. Χρονόπουλου, Καποδίστριας, Επτάλοφος ΑΒΕΕ, χ.χ., σ. 8.

[66]Υπό το φως των επισημάνσεων αυτών, η παρατήρηση για τον Καποδίστρια (W. Puchner, ό.π., σ. 471) «και εδώ είναι ασφαλώς εθνικός ήρωας» είναι ίσως υπερβολική, στο μέτρο που ο Δ. Χρονόπουλος τον θεωρεί έμμεσα τύραννο, αφού χαρακτηρίζει τους φονείς του τυραννοκτόνους, και ούτε φαίνεται να θεωρεί τον ίδιο πράγματι εθνικό ήρωα.

[67]Για παράδειγμα, πρωταγωνιστής στη νικητήρια εναντίον του Ιμπραήμ κρίσιμη μάχη των Μύλων ήταν ο Κωσταντής Μαυρομιχάλης (μαζί με τους Μακρυγιάννη και Δημήτριο Υψηλάντη), έντονη δε στρατιωτική και πολιτική δραστηριότητα είχε αναπτύξει κατά την Επανάσταση ο Γιωργάκης.

[68]Όλο το κείμενο ακούγεται στο YouTubehttps://www.youtube.com/watch?v=XWrzxdLFfqc. Η βερσιόν αυτή περιλαμβάνει ρόλους που δεν υπάρχουν στο τυπωμένο κείμενο που διαθέτουμε. Π.χ. ο πατέρας της Ρωξάνδρας Κόμης Στούρτζας, ο αδελφός της Αλέξανδρος Στούρτζας, ο ναύαρχος Τσιτσαγκώφ, Τσάρος Αλέξανδρος Α΄ και η σύζυγός του, Μέττερνιχ και η σύζυγός του, υπουργός Εξωτερικών Νέσελροντ. Αντίθετα, λείπουν οι τρεις Φιλικοί Αναγνωστόπουλος, Τσακάλωφ και Σέκερης.

[69] Θ. Δ. Φραγκόπουλος, Καποδίστριας, Θέατρο, τυπογραφική φροντίδα Εμμανουήλ Κάσδαγλη, Αθήνα, 1959. Επισταμένη ανάλυση κάνει η Αρετή Βασιλείου, «Το μετέωρο βήμα της Δημοκρατίας: η μορφή του Κυβερνήτη Καποδίστρια στο νεώτερο ελληνικό θέατρο του 19ου και 20ού αιώνα», στο Θέατρο και δημοκρατία : με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων από την αποκατάσταση της δημοκρατίας : αφιερωμένο στον Βάλτερ Πούχνερ : πρακτικά Ε’ Πανελλήνιου Θεατρολογικού Συνεδρίου, Κεντρικό Κτήριο Πανεπιστημίου Αθηνών, 5-8 Νοεμβρίου 2014 / επιμέλεια Αλεξία Αλτουβά, Καίτη Διαμαντάκου, σ. 145-147. Βλ. επίσης, WalterPuchner, ό.π., σ. 470-471.

[70]Στην πρώτη παρουσίαση, η οποία έγινε με θεατρική ανάγνωση στο σπίτι του Κωνσταντίνου Τσάτσου στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 1954, τον ρόλο του Μαυροκορδάτου ενσάρκωσε ο ίδιος ο συγγραφέας.

[71]Πρόκειται για τον εξάδελφο του Μαυροκορδάτου πρίγκιπα Κώστα Καρατζά.

[72]Πρόκειται για τον λόγιο και πολιτικό των Επτανήσων του 19ου αιώνα Ανδρέα Μουστοξύδη, ο οποίος επί Καποδίστρια ασχολήθηκε με την οργάνωση της εκπαίδευσης.

[73]Πρόκειται για τον αδελφό του Κυβερνήτη, Ιωάννη-Γεώργιο Καποδίστρια – παρόλο που δεν ήταν εν ζωή το 1856 – απεβίωσε το 1841 στην Αλεξάνδρεια. Ήταν ο μόνος αδελφός του Κυβερνήτη από τον οποίο συνεχίστηκε μέχρι σήμερα η αρρενογονία.

[74]Θ. Δ. Φραγκόπουλοσ, ό.π., σ. 11-12.

[75]Θ. Δ. Φραγκόπουλοσ, ό.π., σ. 15-16.

[76]Θ. Δ. Φραγκόπουλοσ, ό.π., σ. 36-38.

[77]Βλ. μεταξύ άλλων, Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ό.π., σ. 2313. Η μητέρα του Θ. Δ. Φραγκόπουλου ήταν αδελφή του ποιητή Κωνσταντίνου Θεοτόκη και μικρανεψιά του Ιάκωβου Πολυλά. Ενδιαφέρον έχει και η υπόθεση του πατρικού του παππού, καθώς εκείνος έμεινε στην ιστορία ως ο δικαστικός που δε δίστασε να αθωώσει τον Χαρίλαο Τρικούπη, για το περίφημο άρθρο του «Τις Πταίει;».

[78]Α. Βασιλείου, ό.π., σ. 144. W. Puchner, ό.π., σ. 470.

[79]https://www.ertnews.gr/perifereiakoi-stathmoi/kerkira/kerkyra-theatriko-ergo-gia-ton-ioanni-kapodistria/

[80]https://www.elculture.gr/blog/kapodistrias-monodrama-mias-mystikis-zois-tis-kalliopis-tsoupaki-stin-enallaktiki-skini-tis-ethnikis-lyrikis-skinis/

[81]Πηγή: https://www.drt915.gr/i-theatriki-parastasi-iliko-kapodistrias-filoxenithike-sto-theatro-alsous-agiou-georgiou-ph-vd/

[82]https://1gym-serron.ser.sch.gr/?p=1118

[83]https://www.ilovestyle.com/article/130097/aimilios-haralampidis-mas-milise-gia-theatriko-analogio-poy-anevazei

[84] Mémoires de la Comtesse Edling (née Stourdza), demoiselle d’honneur se Sa Majesté l’Impératrice Élisabeth Alexéevna, Imprimerie du Saint Synode, Moscou 1888.

[85]Από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου. Βλ. www.nt-archive.gr/viewfiles1.aspx?playID=761&programID=600&programFileDisk=Y1946PL06PR1PG004_sc.jpg . Διατηρούμε την ορθογραφία του πρωτοτύπου, εκτός από το πολυτονικό σύστημα.

[86]Σήμερα θα πούμε: Πέρασαν 191 χρόνια. (Α.Λ.)

[87]Το απόσπασμα αυτό είναι από το τέλος της δεύτερης πράξης. Βλ. Νίκου Καζαντζάκη, Θέατρο – Τραγωδίες, Γ΄ τόμος, δευτέρα έκδοση, 1971, Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1971, σ. 124. Στο άρθρο του στο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου ο Καζαντζάκης παραλείπει τους εντός [ ] στίχους του έργου του. Τους επαναφέρουμε για την πλήρη κατανόηση του άρθρου. (Α.Λ.)

[88]Π.χ. «Αφήστε με στη γης να κατεβώ θεμέλιο». Ό.π., σ. 123.

[89]Βασίλη Σπανού, Ιωάννης Καποδίστριας, ο θεμελιωτής του Ελληνικού Κράτους, 1998. Κρίστοφερ Γουντχάουζ, Καποδίστριας – Ο θεμελιωτής της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας, 2020.

[90]Α. Βασιλείου, ό.π., σ. 148.

[91]Βλ. και παραπάνω (παράγρ. 7), απόσπασμα για τη θυσία ως πρωταρχική αρετή ενός πολιτικού, στο έργο του Θ. Δ. Φραγκόπουλου.

[92]Ν. Καζαντζάκη, Καποδίστριας, ό.π., σ. 62.

[93]Παύλου Φλώρου, ό.π., σ. 75.