γεγονοτα

Επικαιρότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, 14-1-2004

Βρυξέλλες 14 Ιανουαρίου 2004

Στο ερώτημα εάν η Τουρκία δικαιούται ή όχι και υπό ποιες προϋποθέσεις να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν διάφορες απαντήσεις και ποικίλες απόψεις. Μπορούν βέβαια να συνοψισθούν σε δύο. Σε αυτήν που βλέπει την Τουρκία ως χώρα που μπορεί να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την προϋπόθεση της συμμόρφωσης της χώρας αυτής προς τα κριτήρια της Κοπεγχάγης.

Στη γραμμή της αντίθεσης στην ένταξη της Τουρκίας συντάσσονται πολλοί επώνυμοι. Μπορεί βέβαια, μέρος του ελληνικού τύπου να προβάλλει υπερβολικά τη γνωστή αντίθεση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. κ. Χριστοδούλου στην ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. , όμως η αλήθεια είναι ότι ήδη το Νοέμβριο του 2002, ο Πρόεδρος της Συνέλευσης για το Μέλλον της Ευρώπης κ. Giscard d Estaing έκανε τις γνωστές δηλώσεις του σύμφωνα με τις οποίες η Τουρκία δεν είναι ευρωπαϊκή χώρα ούτε γεωγραφικά ούτε πολιτιστικά και γι αυτό δεν έχει θέση μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ίδιος μάλιστα επανήλθε σε αυτές τις δηλώσεις του αρκετές φορές και κατήγγειλε τους Ευρωπαίους Ηγέτες για υποκρισία και διγλωσσία πάνω στο θέμα αυτό. Είπε μάλιστα ότι αυτός λέει φανερά αυτά που λέγονται από τους άλλους χαμηλόφωνα. Είπε ότι αν μπει η Τουρκία στην Ε.Ε. τότε θα είχε κάθε δικαίωμα και το Μαρόκο να υποβάλλει αίτηση ένταξης ή να γίνει διεύρυνση της Ε.Ε. και προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού! Χαρακτήρισε δε ενδεχόμενη ένταξη της Τουρκίας ως το τέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με πιο ήπιες δηλώσεις αλλά στην ουσία τους ταυτόσημες με του Προέδρου της Συνέλευσης εξέφρασαν την αντίθεσή τους ο Πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος κ. Poettering, ο πρώην Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ντελόρ και άλλοι. Αλλά και ο κατέχων θέση υπουργού εξωτερικών του Βατικανού κ. Ζαν Λουί Τοράν εξέφρασε, το Μάιο του 2003, την αντίθεσή του στην προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. διότι η χώρα αυτή διαφέρει από τις ευρωπαϊκές χώρες τόσο ως προς τις πολιτιστικές αξίες όσο και ως προς τη γεωγραφική της θέση. Το πόσο πολλοί άλλοι αξιωματούχοι της Ε.Ε. συμμερίζονται τα ίδια συναισθήματα αντίθεσης σε αυτήν την ένταξη χωρίς να τα εκφράζουν και δημόσια το γνωρίζουν πολύ καλά και οι διπλωμάτες μας και όσοι από εμάς τυχαίνει να ερχόμαστε σε επαφή με ευρωπαϊκούς κύκλους. Στο άκουσμα της ενδεχόμενης ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. η πιο ευγενής αντίδραση των περισσότερων είναι μια έκφραση επιφύλαξης. Ο αρμόδιος για τη διεύρυνση Επίτροπος κ. Verheugen εξέφρασε πολλές φορές τις επιφυλάξεις του για την πρόοδο που μπορεί να κάνει η Τουρκία. Τον Ιανουάριο του 2003 είπε πως αν μπει η Τουρκία στην Ε.Ε., θα μπει μόνο αν γίνει άλλη Τουρκία και όχι αυτή που γνωρίζουμε.

Το θέμα αυτό είναι πιο επίκαιρο τελευταία λόγω της αλλαγής πολιτικής μάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρά της Τουρκίας. Όμως το θέμα τη υποψηφιότητας της Τουρκίας δεν είναι καθόλου καινούργιο. Η Τουρκία έχει δηλώσει την επιθυμία της να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήδη από το 1958! Αλλά το θέμα βρισκόταν σε στασιμότητα έως το 1999 οπότε η Σύνοδος Κορυφής του Ελσίνκι αποφάσισε πως η Τουρκία μπορεί πλέον και επίσημα να έχει το καθεστώς του υποψήφιου για πλήρη ένταξη στην Ε.Ε. κράτους. Από τότε παρακολουθείται στενά η πρόοδος της Τουρκίας σε τομείς όπως της Οικονομίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της εμβάθυνσης της Δημοκρατίας στη χώρα αυτή, του σεβασμού των δικαιωμάτων των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων κλπ. Η ελπίδα της Τουρκίας είναι να μπορέσει να αποσπάσει μία ημερομηνία έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων και προς αυτήν την κατεύθυνση πίεσε και επίσημα και παρασκηνιακά κυρίως κατά τη Σύνοδο Κορυφής της Κοπεγχάγης στις 12 Δεκεμβρίου του 2002. Ο ίδιος ο προεδρεύων τότε του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Δανός Πρωθυπουργός κ. Anders Fogh Rasmussen δήλωσε ότι δέχθηκε σχετικές πιέσεις έως και από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ κ. George Bush. Αλλά και αρκετοί από του Ευρωπαίους ηγέτες είχαν δηλώσει στον Τούρκο Πρωθυπουργό ότι ήταν υπέρ του καθορισμού ημερομηνίας έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων σε εκείνη τη Σύνοδο της Κοπεγχάγης. Τελικά, αυτό που επιτεύχθηκε είναι να δοθεί στην Τουρκία «ημερομηνία για την ημερομηνία» έναρξης των διαπραγματεύσεων. Έτσι καθορίστηκε η Σύνοδος Κορυφής του Δεκεμβρίου 2004 (υπό Ολλανδική Προεδρία) ως ο κατάλληλος χρόνος για να αξιολογηθεί η μέχρι τότε πορεία της Τουρκίας και στην περίπτωση που εκτιμηθεί ότι τα βήματα που έκανε η Τουρκία είναι ικανοποιητικά να καθοριστεί μία ημερομηνία για την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Επομένως, όπως και αν αξιολογεί κανείς την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο δρόμος που οδηγεί τη χώρα αυτή στην Ευρωπαϊκή Οικογένεια είναι ακόμη μακρύς και ανηφορικός.

Από τους πλέον θερμούς υποστηρικτές της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. είναι ο Ιταλός Πρωθυπουργός κ. Silvio Berlusconi, ο οποίος θεωρεί ότι και το Ισραήλ μπορεί στο μέλλον να ενταχθεί στην Ένωση! Η Μεγάλη Βρετανία επίσης είναι παραδοσιακά υπέρ της ένταξης της Τουρκίας. Ένα θερμό υποστηρικτή της ένταξής της βρήκε η Τουρκία στο πρόσωπο του Γερμανού Καγκελάριου κ. Σρέντερ! Αξίζει να δει κανείς την Γερμανική πολιτική πάνω σε αυτό το ζήτημα. Μόλις πριν ένα χρόνο και παρά τις φιλοφρονήσεις του προς τον Τούρκο Πρωθυπουργό ο Γερμανός Καγκελάριος δεν υποστήριξε τον καθορισμό ημερομηνίας έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Μάλιστα, το Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών τον Ιανουάριο του 2003 είχε δηλώσει πως εάν η Τουρκία δεν αλλάξει, θα σημάνει το τέλος της πορείας της προς την Ευρώπη. Οι δηλώσεις αυτές έγιναν μετά από δίωξη που άσκησαν οι Τουρκικές αρχές εναντίον Γερμανικών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Τελευταία όμως, ο Γερμανός Καγκελάριος έχει μετατραπεί σε θερμότατο υποστηρικτή της τουρκικής υποψηφιότητας. «Χρειαζόμαστε την Τουρκία μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση», δήλωσε πρόσφατα στη Ομοσπονδιακή Βουλή και κατηγόρησε έντονα τη χριστιανοδημοκρατική αντιπολίτευση για τη σταθερή αντίθεσή της στην ένταξη της Τουρκίας. Το θέμα έχει πάρει χροιά έντονης εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στους δύο μεγάλους πολιτικούς σχηματισμούς της Γερμανίας. Ο Πρωθυπουργός της Βαυαρίας και υποψήφιος για την Καγκελαρία κ. Stoiber δήλωσε ότι δεν βλέπει κανέναν λόγο για τον οποίο η Τουρκία πρέπει να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ είπε πως θα μπορούσε να υπάρξει κάποιο ειδικό καθεστώς σχέσεων σύνδεσης με τη χώρα αυτή που θα αποτελούσε και προηγούμενο για τον καθορισμό των σχέσεων της Ένωσης και με την Ουκρανία ή τη Λευκορωσία. Για τη στάση του Γερμανού Καγκελάριου ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Χριστιανοκοινωνικού Κόμματος της Γερμανίας κ. Michael Glos δήλωσε ότι είναι για καθαρά ψηφοθηρικούς λόγους, δεδομένου ότι ο κ. Σρέντερ αναμένει να τύχει της υποστήριξης των 500.000 ψηφοφόρων τουρκικής καταγωγής στις βουλευτικές εκλογές.

Πάντως, ελπίδα και προσδοκία όλων είναι ότι η ελπίδα της μελλοντικής ένταξής της θα αναγκάσει την Τουρκία να προχωρήσει σε μεγάλες αλλαγές για το καλό και του λαού της αλλά και γενικότερα της περιοχής. Βλέπουμε μάλιστα τις ημέρες αυτές να υπάρχει πίεση προς την Άγκυρα για ουσιαστική συμμετοχή της στην προσπάθεια λύσης του προβλήματος (που η ίδια δημιούργησε) της Κύπρου. Και στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. στις Βρυξέλλες αλλά και σε πολλές πρόσφατες δηλώσεις ευρωπαίων αξιωματούχων δίδεται σαφές μήνυμα προς την Τουρκία ότι μόνο με λύση του Κυπριακού προβλήματος μπορεί να έχει κάποιες ελπίδες να της δοθεί το Δεκέμβριο η πολυπόθητη ημερομηνία έναρξης των διαπραγματεύσεων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και με σκοπό να ενθαρρύνει την Τουρκία στην πορεία των μεταρρυθμίσεων ο κ. Prodi επισκέφθηκε τη χώρα αυτή στις 14 και 15 Ιανουαρίου 2004. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του o Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξέφρασε «τη σταθερή επιθυμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υποδεχθεί την Τουρκία ως ισότιμο και σεβαστό μέλος της». Ασφαλώς, ο κ. Prodi γνωρίζει πολύ καλά τα προβλήματα που θέτει η Τουρκική υποψηφιότητα καθώς και τις αντιδράσεις που προκαλεί. Σε μία συνέντευξη που παραχώρησε στην τηλεόραση του CNN Turk, ο κ. Prodi είπε: «Μερικοί υποστηρίζουν ότι η Τουρκία δε μπορεί να εισέλθει στην Ευρωπαϊκή Ένωση γιατί δεν είναι χριστιανική χώρα. Δεν είναι αλήθεια. Το πρόβλημα με την Τουρκία είναι το ότι είναι πολύ μεγάλη»! Μια σοβαρή ανάλυση θα μπορούσε να μας δείξει ότι δημιουργεί όντως πολλά ζητήματα ο πληθυσμός μιας χώρας υποψήφιας για ένταξη στην Ε.Ε. Αλλά ο κ. Prodi προτίμησε να αρκεσθεί, όπως αναφέρεται στην Turkish Daily News, σε μία διευκρίνιση άκρως διπλωματική μα ελάχιστα διαφωτιστική : «Όταν μία χώρα είναι μεγάλη, τα προβλήματα είναι επίσης μεγάλα».

Πρωτοπρεσβύτερος Παναγιώτης Μοσχονάς

Γραμματέας