γεγονοτα

Δελτίο τύπου, 21 Απριλίου 2004, Ομιλία Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αχαΐας στο Λαϊκό Παν/μιο της Ι.Σ.

Τη Δευτέρα 26 Απριλίου ε.έ. και ώρα 19.00 στην αίθουσα "Ιωάννου Δρακοπούλου" του Πανεπιστημίου Αθηνών (οδ. Πανεπιστημίου 30 -κεντρικό κτήριο), πραγματοποιήθηκε διάλεξη του "Λαϊκού Πανεπιστημίου" της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με φορέα διοργάνωσης την Ειδική Συνοδική Επιτροπή Πολιτιστικής Ταυτότητος.

Εισηγητής ήταν ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αχαΐας κ. Αθανάσιος, Διευθυντής του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με θέμα:

«Η επιβίωση της Ελληνορθοδόξου Ταυτότητος εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως».

Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ

(Ομιλία του Διευθυντή του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 26 Απριλίου 2004)

Ευχαριστώ τους υπευθύνους του προγράμματος του «Λαϊκού Πανεπιστημίου της Εκκλησίας της Ελλάδος» για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να συμμετάσχω στη λειτουργία του με το συγκεκριμένο θέμα. Είναι η πρώτη φορά που έχω την ευκαιρία να μιλήσω στην Αθήνα για ένα θέμα ευρωπαϊκού προβληματισμού από τότε που ανέλαβα την διεύθυνση του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίον ως γνωστόν εδρεύει στις Βρυξέλλες. Μέχρι σήμερα είχα την ευκαιρία να μιλήσω για τα Ευρωπαϊκά θέματα στο πλαίσιο συνεντεύξεων που ζήτησαν διάφορα ΜΜΕ, ελληνικά και ξένα. Το ερώτημα για την επιβίωση της Ελληνορθόδοξης Ταυτότητας συχνά προέκυπτε κατά τις συζητήσεις και χαίρω διότι μπορώ να παρουσιάσω τις απόψεις μου αναλυτικότερα σήμερα.

Οσάκις μου τίθεται το ερώτημα αυτό όπως π.χ. σε συζήτηση που ακολούθησε διάλεξή μου στην Λευκωσία προς την Παγκύπρια Ένωση Θεολόγων τον Δεκέμβριο 2003 διαπιστώνω μια ανησυχία μπροστά σε έναν ενδεχόμενο κίνδυνο ή μια απειλή κατά του «τζιβαϊρικού πολυτίμητου» που είναι η Ελληνορθόδοξη Ταυτότητα. Είναι ένα συναίσθημα που νομίζω ότι οφείλεται κατ αρχήν στο γεγονός ότι οι Ορθόδοξοι δεν ξεπερνούν το 3% των πολιτών της ΕΕ, την στιγμή που οι Καθολικοί είναι 57% και οι Προτεστάντες 24%. Οι Μουσουλμάνοι πλησιάζουν το 6% και οι Εβραίοι το 1,1%. Το ποσοστά αυτά βέβαια θα μεταβληθούν με την ένταξη των 10 νέων κρατών στην ΕΕ και το ποσοστό των Ορθοδόξων ασφαλώς θα μειωθεί. Το 2007, αν πληρωθούν ορισμένες προϋποθέσεις, αναμένεται να ενταχθούν στην ΕΕ η Ρουμανία και η Βουλγαρία, δυο χώρες οι κάτοικοι των οποίων είναι στην πλειονότητά τους Ορθόδοξοι. Στην Ρουμανία το 85% των 24.000.000 κατοίκων της έχουν στενό δεσμό με την Ορθόδοξη παράδοση, τον οποίον διατήρησαν και κατά την περίοδο του Κομμουνιστικού καθεστώτος. Αντίθετα στην Βουλγαρία κατά το 1962 μόνο το 25% των 9.000.000 κατοίκων δήλωναν ότι είχαν Ορθόδοξη συνείδηση. Στην χώρα αυτή τα πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία 15 χρόνια, αλλά το κύριο χαρακτηριστικό που επικρατεί για την ώρα είναι η σύγχυση που ταλανίζει την εσωτερική οργάνωση και μαρτυρία των Ορθοδόξων. Ας σημειωθεί ακόμη εδώ ότι πολλές χιλιάδες Ρώσων και Σέρβων κυρίως Ορθοδόξων μεταναστεύουν σε χώρες της δυτικής Ευρώπης. Επίσης αρκετοί είναι οι Ορθόδοξοι μετανάστες από την Γεωργία. Το χαρακτηριστικό όλων αυτών είναι ότι δεν έχουν οργάνωση επαρκή για να αντιμετωπίσει τις θρησκευτικές ανάγκες τέτοιων αριθμών πιστών που κατά κύματα εμφανίζονται συχνά με ελάχιστη ή καμιά χριστιανική κατήχηση ως εφόδιο. Είναι σαφές ότι καλύτερη οργάνωση έχουν στις χώρες της ΕΕ οι Ελληνορθόδοξες Κοινότητες, που τελούν υπό την δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το τελευταίο αυτό σημείο παραπέμπει στην ανάγκη οργάνωσης για την εξασφάλιση της ομαλής εσωτερικής λειτουργίας των Ορθοδόξων ενοριών και κοινοτήτων. Το χαρακτηριστικό τους πρέπει να τονισθεί εδώ είναι ότι δεν παραμένουν ποτέ κλειστές στον πολιτιστικό και κοινωνικό τους περίγυρο, αλλά συμμετέχουν στη δημόσια ζωή με ποικίλους τρόπους. Ειδικά όταν πρόκειται για ικανό αριθμό Ελλήνων Ορθοδόξων, που έχουν την υπηκοότητα του κράτους όπου έχουν εγκατασταθεί, οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι της Ελλάδος συνήθως ενθαρρύνουν τους ομογενείς να διεκδικήσουν δημοκρατικά δημόσια αξιώματα, πράγμα που καθιστά ασφαλώς εμφανέστερη την ύπαρξη της ομογενειακής μειονότητας και προωθεί καλύτερα κάποια αιτήματά τους. Πάντως το ενδιαφέρον προς την κατεύθυνση αυτή είναι μικρό και λίγοι είναι οι ομογενείς κάτοχοι δημοσίων αξιωμάτων. Επί πλέον δεν θεωρώ ότι έχουν οι λίγοι προβεβλημένοι ομογενείς πάντοτε την ετοιμότητα να υποστηρίξουν θέσεις με έμπνευση από την Ορθόδοξη παράδοση. Θα έλεγα πάντως ότι οι Ελληνορθόδοξοι, όταν το επιδιώκουν, βρίσκουν ερείσματα και υποστήριξη σε αιτήματα όπως η οικοδόμηση ναών, οργάνωση σχολείων γλώσσας, διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων κλπ. αφ ενός από την ελληνική κυβέρνηση και τους εκπροσώπους της, αλλά και αφ ετέρου από τοπικούς παράγοντες, οι οποίοι φροντίζουν για την οικονομική και νομική κάλυψη ομογενειακών δραστηριοτήτων. Από πολιτιστική άποψη, όταν πρόκειται για καλά οργανωμένες εκδηλώσεις, αυτές ελκύουν το ενδιαφέρον του τύπου και αναπτύσσεται ένας γόνιμος πολιτιστικός διάλογος από την συνάντηση ανθρώπων με διαφορετικές γλώσσες και παραδόσεις. Αναφέρω εδώ την συμμετοχή αλλοδαπών σε παραδοσιακούς ομογενειακούς ομίλους, αλλά και την επιτυχία που έχουν καλά οργανωμένες συναυλίες βυζαντινής μουσικής κατόπιν επαρκούς διαφήμισης που διοργανώνονται σε ευρωπαϊκές πόλεις.

Ως εδώ έδωσα λίγες γενικές πληροφορίες για την παρουσία των Ελλήνων Ορθοδόξων στην Δυτική Ευρώπη. Δεν είπα όμως τίποτε για την Ελληνορθόδοξη Ταυτότητα και το εννοιολογικό περιεχόμενό της. Το θέμα που μου προτάθηκε να αναπτύξω είναι η επιβίωση της Ελληνορθόδοξης Ταυτότητας και επομένως οφείλω να περιγράψω κάπως τον βιωματικό χαρακτήρα της στην τρέχουσα ιστορική πραγματικότητα. Στην προσπάθεια αυτή διαπιστώνω ότι είναι αδύνατη η πειστική τουλάχιστον σε μένα προσέγγιση της Ελληνορθόδοξης Ταυτότητας χωρίς την ανάμνηση προσωπικών βιωμάτων. Πρώτα θυμάμαι την ιερή στιγμή της προσευχής πάνω από τα Άγια των Αγίων, ενώ ο χορός των ψαλτών την καλύπτει απαλά και κατανυκτικά με τους πιστούς να συμμετέχουν παρακολουθώντας στα «μυστικά» λόγια χαραγμένο το μονοπάτι που οδηγεί στην μυστική πηγή της ζωής. Θυμάμαι ακόμη εκκλησίες που οικοδομήθηκαν πάνω στα θεμέλια αρχαίων ελληνικών ναών σημαδεύοντας ανεξίτηλα το μυστικό πέρασμα από τον αρχαιοελληνικό κόσμο στον χριστιανισμό. Ο πρώτος πεθαίνοντας σημάδεψε την αρχή της πορείας και εξέλιξης της Ορθοδοξίας. Ακόμα θυμάμαι τα κείμενα που στην διάρκεια δεκαετιών διαβάζοντας και μελετώντας είδα να αποτυπώνουν με τον ελληνικό λόγο το μήνυμα του Ευαγγελίου, την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας, τους ύμνους των μελωδιών, την ποίηση του Παλαμά, του Σεφέρη, του Ελύτη&

Η ανάμνηση αυτή δεν παραπέμπει σε μια άχρονη, υπεριστορική και αναλλοίωτη οντότητα. Τονίζω το σημείο αυτό για να μην θεωρηθεί εδώ ότι η Ελληνορθόδοξη Ταυτότητα είναι έννοια εξιδανικευμένη. Ταυτότητα χωρίς ιστορικό αντίκρισμα δεν νοείται. Τα τρία στοιχεία, πολύ χαρακτηριστικά για την Ορθοδοξία, που ενδεικτικά ανέφερα η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, οι τόποι λατρείας των Ορθοδόξων μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία της παραδοσιακής Ορθόδοξης τέχνης και τέλος η γλώσσα σημαδεύουν το Ορθόδοξο βίωμα μέσα στον χρόνο και παραμένουν ως βάση ή αρχή διαλόγου με τον σύγχρονο κόσμο. Θεωρώ ότι θα ήταν αλαζονικό να τις προβάλω ως απρόσβλητες αλήθειες μέσα στην αυτάρκεια και την τελείωσή τους την στιγμή που μέσα από αυτά τα στοιχεία ο Μεγάλος Θεός επικοινωνεί με έναν κόσμο που ούτε μονοσήμαντος ούτε μονολιθικός ούτε υπερχρονικός ούτε εύκολος στην περιγραφή του είναι. Και όμως ο κόσμος αυτός μέσα στις συνθήκες που υπάρχει γίνεται αποδέκτης όχι αντιφατικών ή αφηρημένων μηνυμάτων, αλλά της φανέρωσης της αγάπης του Θεού. Ο Έλληνας Ορθόδοξος δεν είναι απομονωμένος από τις αντιφατικές συνθήκες του κόσμου τούτου, αλλά πασχίζει να προσδιορίσει την ταυτότητά του μέσα από την φανέρωση της αγάπης του Θεού στη ζωή του με στοιχεία όχι εξιδανικευμένα, αλλά στοιχεία που έχουν ιστορικό αντίκρισμα, ρίζες μέσα στον χρόνο, χρόνο που σημαδεύει τη ζωή του.

Ο Έλληνας Ορθόδοξος δεν μπορεί να νοηθεί ως υπερχρονικό ή μυθοποιημένο σύμβολο, αλλά ως τρόπος υπάρξεως. Δεν αναπτύσσεται σε περιβάλλον αποστειρωμένο. Αναπτύσσεται σήμερα σε μια χώρα που παράγει χίλια περίπου άσματα το χρόνο έτοιμα να διοχετευθούν στην αγορά και να καταναλωθούν νύχτα-μέρα είτε σε μαγαζιά είτε με την μορφή ηχογραφήσεων αμφιβόλου προέλευσης και ποιότητας. Αυτός είναι που γίνεται δέκτης αμφιβόλου ποιότητας τηλεοπτικών προγραμμάτων. Αυτός ακούει προτάσεις ανασύνθεσης της νέας ελληνικής κοινωνίας και καθορισμού της ταυτότητάς της σύμφωνα με ξένα πρότυπα, που παρουσιάζονται με φανταχτερά επιφανειακά στοιχεία. Ο αντιθρησκευτικός χαρακτήρας της γαλλικής επανάστασης και του δυτικού Διαφωτισμού είναι διάχυτος καθημερινά στα ΜΜΕ, χωρίς ευτυχώς να είναι ακόμα καταλυτικός ή αποκλειστικός. Ο Έλληνας Ορθόδοξος ψάχνει να βρει και να προσδιορίσει την ταυτότητά του προσπαθώντας να λύσει κυρίως στην εκπαίδευση, αλλά και σε άλλους χώρους, θεωρητικά και μεθοδολογικά προβλήματα που θέτει η ανεπιφύλακτη αποδοχή δυτικών προτύπων. Αυτό δημιουργεί μια δυσκολία πρόσληψης και ουσιαστικής κατανόησης όχι μόνο της αρχαίας ελληνικής, αλλά και της Ορθόδοξης παράδοσης, η οποία αν δεν γίνει βίωμα και δεν έχει ρίζες σε προσωπικές εμπειρίες μπορεί να καταλήξει σε έναν άγονο θαυμασμό για την «αθάνατη» και «απαράμιλλη» κληρονομιά των προγόνων μας ή σε έναν αντιδραστικό και στείρο εθνικισμό. Με τις σκέψεις αυτές περιγράφω ένα βασικό πρόβλημα του Έλληνα Ορθοδόξου σήμερα: την δυσκολία του να διαλεχθεί με σιγουριά και πραότητα με τους διαμορφωτές των ευρωπαϊκών ιδεών.

Πριν προχωρήσω σε έναν σχολιασμό αυτού του τελευταίου σημείου θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα γεγονός που συνέβη στον τόπο προ διετίας. Το ΑΣΕΠ προκήρυξε διαγωνισμό για πρόσληψη πτυχιούχων θεολόγων στην Μέση Εκπαίδευση. Το 74% των διαγωνισθέντων βαθμολογήθηκαν με βαθμό κάτω από την βάση. Αρκετοί από το υπόλοιπο 26% κινήθηκαν γύρω στη βάση και ελάχιστοι διακρίθηκαν βαθμολογικά. Στην συνέχεια ακούστηκαν φωνές έντονης διαμαρτυρίας για την αδικία που έγινε στους διαγωνισθέντες από τους βαθμολογητές. Δεν άκουσα καμιά φωνή περίσκεψης για την εκπαίδευση που παρέχεται στους πτυχιούχους αυτούς. Δεν είμαι σε θέση να παίξω τον ρόλο ενός αποστασιοποιημένου κριτή, αφού είμαι τοποθετημένος στο κέντρο ενός συστήματος που είναι άμεσος δέκτης του προβλήματος. Αναφέρω απλά ότι είμαι συχνά ο ίδιος δέκτης επιστολών νεώτερων πτυχιούχων Θεολογίας, οι οποίες προδίδουν από τις πρώτες γραμμές την ελλιπή γνώση του συντακτικού, της γραμματικής και του λεξιλογίου της ελληνικής γλώσσας. Το να επιρρίπτεται και ευθύνη γι αυτό στους εξεταστές που βαθμολογούν προδίδει και έλλειψη ορθής κρίσης.

Με την αναφορά μου αυτή επιθυμώ να κάνω μια νύξη στην αδυναμία του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Μιλώντας πρόσφατα με την Υπουργό Παιδείας κα Γιαννάκου την άκουσα να εκφράζει ως πολιτικός την ανησυχία της για την γλωσσική εκπαίδευση στην χώρα μας. Η ανησυχία της δεν εντοπίζεται βέβαια μόνο στην γνώση των εξωτερικών μορφών της, αλλά κυρίως στο περιεχόμενο των νοημάτων, που το βάθος και η σπουδαιότητά τους κρύβεται κάτω από τα εξαρτήματα του εργαλείου αυτού της γλώσσας, όσο όμορφη και αν φαίνεται εξωτερικά. Πόσες γενιές Ελλήνων ταλαιπωρήθηκαν με το σκληρό κέλυφος της ελληνικής γλώσσας και δεν προχώρησαν μέχρι το σημείο να γευθούν το περιεχόμενο του καρπού! Χωρίς συνείδηση του περιεχομένου και του νοήματος, με επιφανειακή μόνον γνώση της γλώσσας, το αποτέλεσμα είναι να μην μπορεί κανείς να κάνει διάλογο ουσιαστικό και γόνιμο με τον σύγχρονο κόσμο. Έτσι όμως καταντά ο Έλληνας Ορθόδοξος να κάνει συνθηματολογία ή να προσφεύγει σε αφορισμούς. Σαν να διαφεύγει της προσοχής του ότι η εντολή του Ιησού «μαθητεύσατε πάντα τα έθνη& διδάσκοντες» (Ματθ. 28, 19-20) δεν παραπέμπει στο μέσον της αραμαϊκής ή της ελληνικής γλώσσας, αλλά στο περιεχόμενο του κηρύγματος της Αναστάσεως και της φανέρωσης της αγάπης του Θεού στον κόσμο ολόκληρο με κάθε πρόσφορο μέσον που εξασφαλίζει πληρότητα επικοινωνίας και κατάθεση πειστικής μαρτυρίας.

Όταν ο Έλληνας Ορθόδοξος διαλέγεται με τους Ευρωπαίους συνομιλητές του (πλέον) θα πρέπει να καταθέσει την πρότασή του με γνώση, με προετοιμασία, αλλά και σεβασμό προς τον συνομιλητή του. Θεωρώ ότι η προσφυγή στον αφορισμό της προς Τίτον Επιστολής του αποστόλου Παύλου (3,10) «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραυτού», που ακούω καμιά φορά, προδίδει μια πνευματική οκνηρία ντυμένη με το ένδυμα μια αλαζονικής αυτάρκειας. Μέσα στο πολυπολιτισμικό πολιτικό μόρφωμα της Ενωμένης Ευρώπης η καθημερινή συνάντηση του Έλληνα Ορθόδοξου με Ευρωπαίους ποικίλων πολιτιστικών αποχρώσεων επιβάλλει την αγωγή και την εμμονή στον διάλογο. Η Ελληνορθόδοξη Ταυτότητα δεν μπορεί να επιβιώσει με την οριοθέτηση μιας γραμμής αμύνης, πίσω από την οποία σπρώχνει την «ύποπτη» και «παράνομη» δραστηριότητα του «ξένου» πνευματικού σώματος. Θεωρώ ως βασική προϋπόθεση επιβίωσης οιασδήποτε πραγματικότητας και ταυτότητας την τοποθέτηση απέναντι στα προβλήματα όχι με αφοριστική, αλλά υπεύθυνη στάση.

Στο σημείο αυτό η Εκκλησία της Ελλάδος έχει μεγάλο έργο να επιτελέσει. Προσπάθειες αντιμετώπισης καταστάσεων και προβλημάτων αναμφισβήτητα γίνονται και καλή διάθεση υπάρχει από πολλούς. Σε ένα σημείο βλέπω ότι χρειάζεται να εστιασθεί η προσοχή μας. Στην ανάπτυξη ισορροπημένου και υγιούς πνεύματος διαλόγου, στον οποίον θα βρουν θέση όχι μόνο αυτοί που διαφημίζουν τις περγαμηνές και τα δημοσιεύματά τους, αλλά και αυτοί που μαζί με τις γνώσεις τους διαθέτουν σεμνότητα, εμπειρία να ασκούν και να αξιοποιούν τις γνώσεις του συνομιλητή τους όποιος και αν είναι αυτός και προ πάντων θα πρέπει να τους χαρακτηρίζει κάθετη απόρριψη του αντιδημοκρατικού εκείνου τρόπου απαξίωσης των αντιθέτων απόψεων που εκτρέφει ένα αυταρχικό και εξουσιαστικό μοντέλο συμπεριφοράς ασυμβίβαστο τόσο με το αρχαιοελληνικό πνεύμα όσο και με το Ορθόδοξο ήθος, το οποίο δεν μπορεί να φανερωθεί ολοκληρωμένα και αυθεντικά αν δεν είναι και αγαπητική σχέση.

Στην προσπάθεια παρουσίασης της ταυτότητας του Ορθόδοξου Έλληνα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτό που μετράει είναι κυρίως η προετοιμασία του προσώπου, το οποίο δεν επιβεβαιώνει την αυθεντικότητά της ταυτότητάς του με κηρύγματα εθνικοφρόνου νεοελληνικής καθαρότητας, αλλά κυρίως με την φανέρωση του καρπού του Αγίου Πνεύματος, που είναι η «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Γαλ. 5, 22-23). Αυτά στοιχειοθετούν στη βάση της την ταυτότητα του Ορθοδόξου Έλληνα, που πριν από όλα πρέπει να είναι αυθεντικός χριστιανός. Αυτή την ταυτότητα του χριστιανικού προσώπου δεν την συντηρεί μόνο η ανθρώπινη προσπάθεια κατάρτισης προγραμμάτων οικονομικών, εκπαιδευτικών, νομικών ή άλλων. Την ταυτότητα αυτή την αναδεικνύει η χάρη του Παναγίου Πνεύματος, την οποία ματαίως αντιμάχονται άνθρωποι κενόδοξοι, προκλητικοί, φθονεροί και ακατάρτιστοι «εν πνεύματι» (πρβλ. Γαλ. 5, 26-6,1) τόσον ημεδαποί όσον και αλλοδαποί. Οι αντιθέσεις που ευνοούνται εδώ κατά συνέπεια δεν είναι σχετικές με την διαφορετικότητα της ταυτότητας, της φυγής, της παραδόσεως ή του πολιτισμού, αλλά είναι συνέπεια διαφοράς του πνεύματος.

Το πνεύμα του Ορθοδόξου Έλληνα αποδεικνύει την αντοχή του όχι με έμφαση στην αντίθεση Ανατολής Δύσης ούτε με την αντιμετώπιση διλημμάτων αποδοχής ή όχι του δυτικού προτύπου. Γι αυτό και δεν έχει να φοβηθεί ή να ταλαιπωρηθεί από θεωρητικά και μεθοδολογικά προβλήματα που δύσκολα ξεπερνιούνται. Οι αρχές στις οποίες στηρίζεται ο Ορθόδοξος Έλληνας είναι οικουμενικές πνευματικές αξίες που κατέγραψε ο Απόστολος Εθνών και αποτελούν αμετάθετες πέτρες και όχι καρυδότσουφλα στα κύματα αντιμαχόμενων τάσεων και αναμνήσεων των πνευματικών ρευμάτων των ευρωπαϊκών ιδεών. Έχουμε εδώ την αντίθεση του γνησίου χριστιανικού πνεύματος το οποίον επιβιώνει με την δύναμη της πίστεως προς την ετερογένεια των ευρωπαϊκών ιδεών. Η αντίθεση δεν είναι ανάγκη να καταλήξει σε απόρριψη, αλλά σε αξιολόγηση. Αυτή η διαδικασία όμως απαιτεί προετοιμασία με μικρά βήματα, όπως ακριβώς η ωριμότητα απαιτεί χρόνο και πρόοδο που δεν γίνεται αντιληπτή σε μια νύκτα.

Η Εκκλησία της Ελλάδος αναλαμβάνοντας υπεύθυνα πρωτοβουλία παρουσίασης της Ελληνικής Ορθοδοξίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση εγκαινίασε τον Οκτώβριο 2003 το Γραφείο τής Αντιπροσωπείας της στις Βρυξέλλες. Μεταξύ των στόχων του Γραφείου είναι η προετοιμασία στελεχών που θα έχουν κρυστάλλινη αντίληψη των αρνητικών συνεπειών του πνευματικού απομονωτισμού, που μεταβάλλουν την κοινωνία σε γκέτο. Πιστεύω ότι η προετοιμασία αυτή αποτελεί εθνική προσφορά και χρέος. Η προετοιμασία αυτή εστιάζει την προσοχή της στην κατανόηση του πνεύματος της Ελληνικής και της Ορθοδόξου γραμματείας και τον μετασχηματισμό του σε τρόπο ζωής, ήθος και βίωμα. Αν αυτό ακούγεται μεγαλόστομο ή ρητορικό, έχω την ευκαιρία και από αυτή την θέση να μιλήσω για ένα μικρό βήμα που επίμονα προτείνω να γίνει όταν βρω την ευκαιρία. Πιστεύω ότι ο πλούτος των βιβλικών κειμένων δεν ωφελεί τον πιστό που προσέρχεται στις ακολουθίες μας για να προσευχηθεί, αλλά και για να κατηχηθεί χριστιανικά και για να καθοδηγηθεί πνευματικά. Ο πιστός μας χρειάζεται να ακούσει τα κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης στη γλώσσα του, στη γλώσσα που επικοινωνεί με τους άλλους. Στην αντίρρηση ότι ο πιστός μπορεί να διαβάσει κείμενα μεταγλωττισμένα στο σπίτι του θα απαντήσω με έμφαση ότι η λειτουργική εμπειρία θα παραμείνει πάντοτε για τον Ορθόδοξο η μυστική δίοδος για την βαθύτερη κατανόηση της ταυτότητάς του και της φανέρωσής της στον κόσμο. Δεν ομιλώ εδώ για μεταγλώττιση όλων των λειτουργικών κειμένων πράγμα που θα προκαλούσε διατάραξη της ισορροπίας που νιώθει ο έμπειρος Ορθόδοξος Έλληνας στην λειτουργική θαλπωρή της παράδοσής του. Ομιλώ για τον εμπλουτισμό της λειτουργικής πράξης του Ορθοδόξου φρονήματος με την ρεαλιστική προσέγγιση των κειμένων που είναι θεμελίωση για την πίστη μας, χωρίς μορφολογικές αγκυλώσεις. Είναι δυνατόν να μη έχουμε αντίληψη των γλωσσικών περιορισμών που υφίστανται όχι μόνον μεταξύ των νεοτέρων, αλλά και μεταξύ των παλαιοτέρων πλέον για την κατανόηση των πρωτοτύπων ιερών κειμένων; Το λειτουργικό άκουσμα των βιβλικών κειμένων στην γλώσσα επικοινωνίας του σύγχρονου Έλληνα πιστεύω ότι θα συμβάλει στην εμβάθυνση της Ορθόδοξης συνείδησης σε συνδυασμό κα με την προσεγμένη και μεταγλωττισμένη προβολή της πατερικής σκέψης, όπως αποτυπώθηκε στα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας. Η διάνθιση πολλών θρησκευτικού περιεχομένου δημοσιευμάτων με πατερικά χωρία στο πρωτότυπο με πολύ χαλαρή νοηματική αλληλουχία είναι στοιχείο ενδεικτικό του θριάμβου της μορφοπληξίας έναντι της ανάγκης σαφούς παρουσιάσεως των στοιχείων και νοημάτων που συνιστούν την Ορθόδοξη Ελληνική ταυτότητα.

Τέλος για το σημείο που ανέφερα στην αρχή σχετικά με τον λανθάνοντα φόβο μήπως ο Έλληνας Ορθόδοξος χάσει την πολύτιμη ταυτότητα του στην χοάνη της σύγχρονης Ευρώπης θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το ερώτημα είναι παλιό και πολλοί το έχουν προσεγγίσει. Θυμίζω τον στίχο του Διονυσίου Σολωμού από την «Γυναίκα της Ζάκυνθος»: «στο φιλιατρό του πηγαδιού έσκυψα να δω αν ήταν πολύ νερό». Ο εθνικός μας ποιητής εκφράζει εδώ ένα φόβο μήπως στερέψει το πηγάδι, κοιτάζει να δει αν υπάρχει ακόμη «πολύ νερό», αν υπάρχουν ακόμη δυνάμεις αμφέβαλε δηλαδή για την αντοχή του Ελληνισμού, είχε την γνώση και την αγωνία μιας ενδεχόμενης (έστω και πρόσκαιρης) αποδυνάμωσης. Ο Σεφέρης στο ποιητικό του κείμενο «Στέρνα» δεν αμφιβάλλει, αλλά είναι σίγουρος ότι η στέρνα έχει και αιωνίως θα έχει νερό: «μια στέρνα / μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει». Η απάντηση που δίνω, λοιπόν, στο ερώτημα που τέθηκε αρχικά είναι ότι το μέλλον της πολύτιμης ταυτότητάς μας εξαρτάται από τις αντοχές μας έναντι των σύγχρονων πολιτιστικών πιέσεων, αλλά και από την ευαισθησία μας να εκφράζουμε σταθερά και πειστικά τα βιώματα της Ορθοδοξίας με πίστη και ακατάπαυστο διάλογο, με όλες τις προϋποθέσεις υποδομής που αυτός απαιτεί, με πνεύμα δυνάμεως και σοφίας αποκλείοντας σταθερά από την σκέψη μας την απόρριψη της ελπίδας ότι μια μικρή πολιτιστική παρουσία έχει ρόλο και δύναμη στην σύγχρονη πολυπολιτισμική πραγματικότητα.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική γεγονοτα 2004 Δελτίο τύπου, 21 Απριλίου 2004, Ομιλία Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αχαΐας στο Λαϊκό Παν/μιο της Ι.Σ.