γεγονοτα

Η υπογραφή της Συνταγματικής Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ρώμη: ένα βήμα πριν το τέλος ή ένα βήμα δίχως αύριο.

Την Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2004, οι αρχηγοί των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και των υπό ένταξη και υποψηφίων προς ένταξη κρατών υπέγραψαν την Συνταγματική Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ρώμη, στην αίθουσα της Αναγέννησης του Καπιτωλίου, στον ίδιο χώρο όπου πριν 47 χρόνια, στις 25 Μαρτίου 1957, είχε υπογραφεί η Συνθήκη της Ρώμης, η ιδρυτική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ημέρα αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ορόσημο για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν δεν την επισκίαζε τόσο το κλίμα σκεπτικισμού και προβληματισμού για την τύχη των δημοψηφισμάτων που θα λάβουν χώρα το προσεχές χρονικό διάστημα σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ, όσο και η πρωτοφανής θεσμική κρίση που ανέκυψε μεταξύ των οργάνων της ΕΕ, μετά την απόσυρση της πρότασης Μπαρόζο για την νέα Επιτροπή ενώπιον του κινδύνου να καταψηφιστεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Σύμφωνα με τον εμπνευστή του Βαλερί Ζισκάρ Ντ Εστέν το αποκαλούμενο "Ευρωπαϊκό Σύνταγμα" δεν είναι τέλειο, αλλά κατέστη αδύνατο να υπάρξει συμφωνία επί ενός καλυτέρου κειμένου. Σκοπός του κειμένου αυτού είναι να "βάλει μια τάξη στην Ευρώπη, ώστε να γίνει πιο κατανοητή, πιο αποτελεσματική και πιο δημοκρατική και στην οποία οι πολίτες, άνδρες και γυναίκες, θα λένε ο ένας στον άλλον ότι υπάρχουμε, μας υπολογίζουν, διαδραματίζουμε κάποιο ρόλο".

Τα βασικά σημεία της Συνταγματικής Συνθήκης

  1. Τερματίζεται πλέον η διαδικασία της εναλλασσόμενης προεδρίας κάθε έξι μήνες μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα εκλέγει με ειδική πλειοψηφία έναν πρόεδρο για δυόμισι χρόνια, ο οποίος δεν θα μπορεί να καταλαμβάνει άλλη εθνική θέση. Θα προετοιμάζει τις Διασκέψεις και τις συνόδους των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων και θα εκπροσωπεί την Ευρωπαϊκή Ένωση στην διεθνή σκηνή, σε συνεργασία με τον Υπουργό Εξωτερικών της ΕΕ.
  2. Δημιουργείται θέση Υπουργού Εξωτερικών της ΕΕ, ο οποίος θα εκλέγεται με ειδική πλειοψηφία από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και θα εκτελεί ταυτοχρόνως χρέη αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
  3. Ο αριθμός των μελών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μειώνεται, και από το 2014 θα ισούται με τα δύο τρίτα των κρατών μελών της ΕΕ, εκτός και αν οι αρχηγοί των κρατών μελών αποφασίσουν ομόφωνα την διατήρηση του καθεστώτος που υφίσταται σήμερα. Τα διάφορα κράτη μέλη θα εκπροσωπούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με ένα σύστημα "ισότιμης περιστροφής". Ο πρόεδρος της Επιτροπής θα εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με πλειοψηφία, ύστερα από πρόταση του Συμβουλίου.
  4. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα αυξήσει τις νομοθετικές του αρμοδιότητες αποκτώντας δυνατότητα συναπόφασης σε πολλούς τομείς. Ένας από αυτούς θα είναι και ο ευαίσθητος τομέας των θεμάτων της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα συμμετέχει μαζί με το Συμβούλιο Υπουργών στον έλεγχο του Ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.
  5. Η διαδικασία της λήψης αποφάσεων βάσει ειδικής πλειοψηφίας θα εφαρμόζεται ευρύτερα, δίνοντας την δυνατότητα παράκαμψης των αδιεξόδων που θα προκύπτουν από τις διαφωνίες μεταξύ των 25, κρατών μελών. Ωστόσο, η ομοφωνία θα διατηρηθεί σε τομείς όπως η Κοινή Εξωτερική Πολιτική, η Φορολογία, η Εκπαίδευση και η Υγεία.
  6. Η διαδικασία της ειδικής πλειοψηφίας απλουστεύεται, καθώς από το 2009 οι αποφάσεις θα λαμβάνονται εφόσον υπάρχει συμφωνία του 55% των κρατών μελών (15 κρατών σε μια Ένωση των 27), που θα αντιπροσωπεύει το 65% του Ευρωπαϊκού πληθυσμού.
  7. Στον τομέα της Άμυνας θα υπάρχει η δυνατότητα των ενισχυμένων συνεργασιών μεταξύ των κρατών μελών που θα επιθυμούν την συμμετοχή τους σε αυτές. Μια "ρήτρα αλληλεγγύης" τίθεται σε ισχύ μεταξύ των κρατών μελών για τον πόλεμο κατά των τρομοκρατικών επιθέσεων.
  8. Καθιερώνεται ειδικό δικαίωμα "λαϊκής πρωτοβουλίας", που προβλέπει ότι εφόσον ένα εκατομμύριο Ευρωπαίοι πολίτες (που θα έχουν την κατοικία τους σε διαφορετικά κράτη μέλη, ο αριθμός των οποίων θα καθορισθεί αργότερα) καταθέτουν σχετικό αίτημα, η Επιτροπή θα "καλείται να υποβάλει" νομοθετική πρόταση για το ζήτημα που αφορά σε αυτό το αίτημα.
  9. Το κείμενο της Συνταγματικής Συνθήκης ενσωματώνει τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης που διακηρύχθηκε στην Νίκαια το 2000. Πρόκειται για 54 άρθρα που περιγράφουν τα δικαιώματα του Ευρωπαίου πολίτη σχετικά με την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, την δικαιοσύνη κλπ.

Τα "θρησκευτικά ζητήματα" της Συνταγματικής Συνθήκης

Έως την ύστατη στιγμή των διαπραγματεύσεων για την μορφή που θα λάμβανε το τελικό κείμενο του Συντάγματος, ένα από τα θέματα που δημιουργούσε έντονο προβληματισμό ήταν και εκείνο της αναφοράς των χριστιανικών ριζών της Ευρώπης στο Προοίμιό του. Τόσο οι συντονισμένες προσπάθειες των περισσοτέρων Χριστιανικών Εκκλησιών της Ευρώπης, όσο και το σχετικό γραπτό αίτημα δέκα κρατών μελών, το οποίο υποστηρίχθηκε και από την Ελλάδα, απέβησαν άκαρπες. Στην τελική του μορφή το Προοίμιο κάνει μόνο μια γενική αναφορά στην "πολιτιστική, θρησκευτική και ανθρωπιστική κληρονομιά" που ενέπνευσε τους συγγραφείς της Συνταγματικής Συνθήκης. Να σημειωθεί ότι από το κείμενο του Προοιμίου απαλείφθηκε τελικά και η ρήση του Θουκυδίδη για τον ορισμό της δημοκρατίας, καθώς δημιουργούσε προβλήματα ερμηνείας, όπως υποστήριξε η Αντιπροσωπεία της Πορτογαλίας.

Από την άλλη πλευρά θεωρείται επιτυχία η συμπερίληψη του άρθρου 51 στο Σύνταγμα, σχετικά με το "Καθεστώς των Εκκλησιαστικών και μη-Ομολογιακών οργανισμών". Με αυτό το άρθρο, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να σέβεται το καθεστώς των Εκκλησιών, όπως αυτό αναγνωρίζεται από τα εθνικά δίκαια και να αναλαμβάνει την υποχρέωση να διατηρεί έναν διάλογο, ανοικτό, διαφανή και τακτικό μαζί τους.

Επιπλέον, σχετική με τις θρησκευτικές ελευθερίες είναι και η διάταξη του Άρθρου 10 του Δεύτερου Τίτλου του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, το οποίο κάνει αναφορά στο δικαίωμα του "φρονήματος, της συνείδησης και της θρησκείας". Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της αλλαγής θρησκεύματος και πίστης, την ελευθερία, ατομικά ή σε ένωση με άλλους, ιδιωτικώς ή δημοσίως, της διακήρυξης της θρησκείας ή πίστης μέσω λατρείας, διδασκαλίας και τελετών.

Η διαδικασία επικύρωσης της Συνταγματικής Συνθήκης

Για τα τεθεί σε ισχύ η Συνταγματική Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να επικυρωθεί χωριστά από κάθε κράτος μέλος, σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται από το εσωτερικό τους δίκαιο. Ωστόσο το κείμενο της Συνθήκης δεν προβλέπει τίποτε σχετικά με την περίπτωση κατά την οποία αυτό απορριφθεί από ένα κράτος μέλος. Ειδικοί αναλυτές και διπλωμάτες αναφέρουν ότι η τύχη του Ευρωπαϊκού Συντάγματος θα εξαρτηθεί από το "μέγεθος" του κράτους που ενδεχομένως θα την απορρίψει. Διαφορετικός κατά την άποψή τους, και όχι άδικα, θα είναι ο πολιτικός αντίκτυπος και το βάρος απόρριψης εκ μέρους για παράδειγμα της Μάλτας και διαφορετικό εκ μέρους της Μεγάλης Βρετανίας. Στην περίπτωση που μια μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη καταψηφίσει τελικά την Συνταγματική Συνθήκη, τότε πιθανότατα θα σημάνει και το τέλος της σύντομης σταδιοδρομία της.

Χαρακτηριστικό της ευαίσθητης φύσης της Συνταγματικής Συνθήκης είναι ότι ήδη σε εννέα κράτη (Δανία, Ισπανία, Γαλλία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία, Τσεχία) έχει γίνει γνωστό ότι θα διεξαχούν δημοψηφίσματα. Στην Γερμανία, όπου παραδοσιακά ο Θεμελιώδης Νόμος της Χώρας δεν προβλέπει την διενέργεια δημοψηφίσματος, αναζητείται η σχετική φόρμουλα, ώστε στο ζήτημα της επικύρωσης της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης να καταστεί δυνατό να εκφράσουν την γνώμη τους άμεσα οι Γερμανοί πολίτες. Σχετικά αιτήματα έχουν κατατεθεί και στην Ελλάδα από διάφορες πολιτικές δυνάμεις της χώρας μας.

Μια κριτική ματιά στα γεγονότα

Η επικύρωση ή μη του Συντάγματος της Ευρώπης δεν είναι ένα ζήτημα αποκομμένο από τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα που αφορούν την μελλοντική μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις αρχές Οκτωβρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε την θετική της γνωμοδότηση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για το ζήτημα της έναρξης επισήμων ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια πλευρά της προβληματικής που γεννά η πιθανή ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον σχετίζεται άμεσα και με τα σχέδια των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης για το μέλλον της. Η προοπτική ομοσπονδιοποίησης, που οραματίζονται πολλοί πολίτες της Ευρώπης για τα κράτη μέλη που την συναποτελούν, βρίσκει ανυπέρβλητο εμπόδιο στην πολιτική των συνεχών διευρύνσεων. Τα νέα δέκα κράτη μέλη που εισήλθαν στην ευρωπαϊκή οικογένεια μόλις τον Μάιο του 2004 έχουν δώσει τροφή στα επιχειρήματα των Ευρωσκεπτικιστών, που βλέπουν μια Ευρώπη χωρίς σαφή προσανατολισμό. Πόσο μάλλον όταν η ενδεχόμενη ένταξη της Τουρκίας, λόγω του πληθυσμιακού της μεγέθους και μόνο, θα επιφέρει σημαντικές ανακατατάξεις στους συσχετισμούς δυνάμεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρώπης.

Άμεσα συνδεόμενο είναι και το ζήτημα της τεχνητής διόγκωσης της κρίσης που περνά η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τις εξελίξεις με την Επιτροπή Μπαρόζο. Για όσους επιθυμούν μια χαλαρή Ένωση, που το κύριο ζητούμενο είναι οι οικονομικές και εμπορικές συναλλαγές και συμφωνίες, η προβολή με μεγεθυντικούς φακούς της δήθεν αναποτελεσματικότητας και δυσλειτουργίας των Ευρωπαϊκών θεσμών σκοπεί στην δικαίωση όσων πιστεύουν ότι η Ευρώπη "δεν μπορεί να πάει παραπέρα".

Μια πιθανή επικύρωση της Συνταγματικής Συνθήκης, όσο δύσκολη και αν φαίνεται σήμερα, είναι αναμφισβήτητα ένα κρίσιμο βήμα προς μια Ευρώπη ενωμένη, μια Ευρώπη των λαών και των πολιτισμών. Το καινοφανές αυτό νομικό και πολιτικό γεγονός θα αποτελέσει τα θεμέλια πάνω στα οποία μπορεί με ασφάλεια να κτιστεί το μελλοντικό οικοδόμημα της Ενωμένης Ευρώπης. Η λέξη Σύνταγμα αν και νομικώς δεν είναι ορθό να χρησιμοποιείται στην προκειμένη περίπτωση, καθώς σημαίνει παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας και δικαιοδοσίας εκ μέρους των προσχωρούντων σε αυτό υποκειμένων, και στο οποίο φυσικά δεν στοχεύουν με την υπογραφή του εν λόγω κειμένου τα κράτη μέλη της ΕΕ, καταδεικνύει το ενδιάθετο φρόνημα των Ευρωπαίων να αποκτήσουν κοινή σκέπη, κοινό τόπο αναφοράς.

Ένα από τα πρώτα και πιο βασικά μαθήματα του Συνταγματικού δικαίου διδάσκει ότι το Σύνταγμα είναι ένα συμβόλαιο μεταξύ του λάου και της ηγεσίας του, με το οποίο ο πρώτος παραχωρεί εθελοντικώς στην δεύτερη την εξουσία να ρυθμίζει τομείς της κοινής κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό δεν θα πρέπει να το λησμονούν οι αρχηγοί των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η υπόθεση του Συντάγματος της Ευρώπης αφορά πάνω και πρώτα από όλα στους ίδιους τους Ευρωπαίους πολίτες και όχι στα εφήμερα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των κυβερνήσεων των κρατών μελών. Οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν κοινούς δεσμούς και αρχές, που βασίζονται στον ανθρωπισμό, την αλληλεγγύη, την δημοκρατία και το κοινωνικό κράτος δικαίου, αξίες οι οποίες, παρότι οι σημερινοί Ευρωπαίοι ηγέτες παρέλειψαν να αναφέρουν στο Προοίμιο της Συνταγματικής Συνθήκης, έχουν εν πολλοίς τις ρίζες τους στην Χριστιανική παράδοση και διδασκαλία.

Κωνσταντίνος Χατζηφώτης

Συνεργάτης