Συνεργατών

Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου: Η συμβολή της παιδείας στην Εθνική Παλιγγενεσία

Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου

Δρ. Φιλολογίας ΕΚΠΑxrisa

       συγγραφέας

« Η συμβολή της παιδείας στην Εθνική Παλιγγενεσία»

«Ὅλοι, χωρὶς ἐξαίρεσιν, ἔχουν χρέος νὰ ἠξεύρουν γράμματα. Ἡ πατρὶς ἔχει νὰ καταστήσῃ σχολεῖα εἰς ὅλα τὰ χωρία διὰ τὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ παιδία.Ἐκ τῶν γραμμάτων γεννᾶται ἡ προκοπή, μὲ τὴν ὁποίαν λάμπουν τὰ ἐλεύθερα ἔθνη»[1].

         Οι Έλληνες προηγήθηκαν ως προς την εθνική τους αποκατάσταση έναντι των άλλων εθνών, που ήταν υπόδουλα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και η κύρια αιτία της ελληνικής πρωτοπορίας θεωρείται πλέον η παιδεία. Η ιστορικός Μαρία Ευθυμίου σημειώνει: «είχαν την πιο διαδεδομένη και σημαντική παιδεία στα Βαλκάνια και μια γλώσσα με θαυμαστά χαρακτηριστικά πλούτου και διάρκειας. Είχαν τα περισσότερα και καλύτερα σχολεία από κάθε άλλον Χριστιανικό Ορθόδοξο λαό στη Βαλκανική τις παραμονές της Επανάστασης»[2]. Αυτή όμως η πνευματική κατάκτηση δεν έγινε ξαφνικά, ο δρόμος για την αποτίναξη του ζυγού της αμάθειας υπήρξε μακρύς, επίμονος και δύσκολος.

       Η αγωνία για την εκπαίδευση του υπόδουλου γένους εκδηλώνεται αμέσως μετά την Άλωση, καθώς η φυγή των λογίων στη Δύση και η έσχατη ένδεια του πληθυσμού εξαιτίας του απόλυτου μαρασμού της αστικής τάξης κάνουν έκδηλη την πνευματική παρακμή. Ο Γεννάδιος Σχολάριος (1400-1473) πολύ νωρίς παρατηρεί: «οὕτω τῆς λόγων τέχνης ἀμελουμένης, μή μόνον σοφίας κινδυνεύομεν στερηθῆναι καί μαθημάτων, ἀλλά καί τήν φωνήν αὐτήν ἡμῶν ἀγνοῆσαι»[3] και ο λόγιος Μιχαήλος Αποστόλης (1420-1478) με φόβο επισημαίνει «τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης…κινδυνευούσης ἀποβαλεῖν ὅσον οὐκ ἤδη, μή ὅτι λόγους ἀλλά καί τήν γλῶτταν αὐτήν»[4].

     Αυτές οι διαπιστώσεις και οι φόβοι οδηγούν στις διάσπαρτες προσπάθειες, άνισες και αρχικά ασυντόνιστες, που αποβλέπουν να καλύψουν κυρίως άμεσες παιδευτικές ανάγκες προσφέροντας τις πλέον στοιχειώδεις γνώσεις. Στους νάρθηκες των εκκλησιών ή σε κάποιο μικρό οίκημα συναντάμε από τις πρώτες δεκαετίες μετά την Άλωση σχολεία υποτυπώδους μορφής με αυτοσχέδιες παραδόσεις των δασκάλων, όταν αυτοί ευκαιρούσαν από τις άλλες τους κύριες εργασίες. Επίσης, όσοι Βυζαντινοί λόγιοι παρέμειναν στην τουρκοκρατούμενη Ανατολή ανέπτυξαν κάποια διδακτική δραστηριότητα κυρίως στην Κωνσταντινούπολη ή σε κάποια ισχυρά μοναστήρια. Οι Τούρκοι πάντως δεν φαίνεται να απαγόρευσαν τη λειτουργία αυτών των υποτυπωδών σχολείων, αφού δεν έχουμε κανένα παράδειγμα απαγόρευσης ή βίαιου κλεισίματος.

     Από το 1570 περίπου αρχίζει να υποχωρεί σταθερά ο πνευματικός μαρασμός, καθώς διαμορφώνονται νέες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, οπότε και εμφανίζεται στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα μια μικρή αστική τάξη, εμπόρων κυρίως, που είναι πρόθυμη να υποστηρίξει σχολεία, να χρηματοδοτήσει δασκάλους ή να μετακαλέσει λογίους από την Ιταλία και από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές. Ας σημειωθεί ότι κατά την Τουρκοκρατία η παιδεία αναπτύσσεται παράλληλα με την αστική τάξη, η οποία με τη συμπαράσταση, συνήθως, της Εκκλησίας υπήρξε ο κύριος φορέας δραστηριοτήτων που αποσκοπούσαν στην πνευματική και εθνική αναγέννηση του Ελληνισμού.

     Η Χίος αναδεικνύεται, αυτή την περίοδο, σημαντικό παιδευτικό και πνευματικό κέντρο και προσφέρει στην κοινωνία και το Πατριαρχείο μορφωμένα στελέχη, ακριβώς γιατί οι Χιώτες παίρνουν στα χέρια τους μεγάλο μέρος του εμπορίου της Ανατολής. Την ίδια περίοδο (1556) ιδρύεται στην Πόλη το πρώτο Πατριαρχικό Σχολείο, ο πρόδρομος της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Η Αθήνα επίσης «ἔχει διδασκαλεῖα πολλά, ὅπου διδάσκονται τήν ἑλληνικήν γλῶσσαν»[5], πληροφορούν τον Γερμανό Ουμανιστή Μαρτίνο Κρούσιο δύο Έλληνες που φθάνουν το 1586 στην Τυβίγγη (Tuebingen).

       Δεν μπορεί, βέβαια, να γίνει λόγος για διδακτικά προγράμματα και μεθόδους διδασκαλίας, τα δε αποτελέσματα της παρεχόμενης εκπαίδευσης ήταν πενιχρά ιδίως για όσους παρακολουθούσαν μαθήματα σε τόπους απομακρυσμένους. Όμως, οι εκ περιστάσεως δάσκαλοι σε αυτές τις απόμακρες περιοχές, μαζί με τα «κολλυβογράμματα» που δίδασκαν, μιλούσαν για τους σπουδαίους προγόνους, σοφούς και ήρωες, για τα μεγαλεία που τα σφετερίστηκαν άλλοι, και βοηθούσαν να συνειδητοποιηθεί το απώτερο ιστορικό παρελθόν και οι συνεκτικοί δεσμοί της θρησκείας, της γλώσσας και των παραδόσεων. Να γίνει αυτή η γνώση κτήμα όχι των ολίγων αλλά του ανώνυμου πλήθους των αφανών.

     Κατά τον επόμενο αιώνα, τον 17ο, η κατάσταση της παιδείας παρουσίασε βελτίωση, ιδιαίτερα κατά τη περίοδο 1613-1670, οφειλόμενη στις προσπάθειες του φωτισμένου Πατριάρχη Κυρίλλου Λουκάρεως (1572-1638) και στη διδακτική και συγγραφική δράση του Αθηναίου Θεοφίλου Κορυδαλλέως (1570-1645), ο οποίος θεωρείται ο πρώτος Νεοέλληνας φιλόσοφος. Ο Κορυδαλλεύς ασχολήθηκε με την ερμηνεία και τον σχολιασμό των Αριστοτελικών συγγραμμάτων δίνοντας έτσι έναν νέο εκπαιδευτικό προσανατολισμό στην παιδεία που ονομάστηκε «θρησκευτικός ανθρωπισμός»[6]. Ακολουθούν πολλοί μαθητές του Κορυδαλλέα που δρουν σε διάφορες περιοχές της επικράτειας και η αλυσίδα καταλήγει κατά τον επόμενο αιώνα (18ο) στον θερμό κήρυκα πνευματικού διαφωτισμού, κοινωνικής αλληλεγγύης, δικαιοσύνης και ελευθερίας τον Κοσμά τον Αιτωλό (1714-1779). Πάντως, είναι βέβαιο ότι και κατά τον 17ο αιώνα η συνειδητοποίηση της ανάγκης για τη διάδοση της εκπαίδευσης υπήρξε περιορισμένη και ως προς την προέλευση και ως προς την ακτινοβολία. Από την πλευρά των φορέων το βάρος πέφτει σε άτομα, εμπόρους, φωτισμένους ιερωμένους και ηγεμόνες, όπως ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος. Δεν βλέπουμε να δραστηριοποιείται κάποιο συλλογικό όργανο και η εκπαιδευτική διαδικασία δεν έχει καθολικό χαρακτήρα. Υπάρχουν μόνο εστίες παιδείας, αποτέλεσμα του ζήλου «φιλογενών» αρχόντων και της Εκκλησίας.

     Μέχρι το 1774 (Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή) όλες οι γενικότερες πνευματικές συνθήκες ορίζουν τη λεγόμενη προδρομική περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού με λαμπρούς εκφραστές τον Σαμουήλ, Δεσπότη Δέρκων (1700-1775), τον Ευγένιο Βούλγαρη (1716-1806) και τον προαναφερθέντα Κοσμά τον Αιτωλό. Έλεγε ο Κοσμάς ο Αιτωλός: «Δέν βλέπετε ὅπου τό γένος μας ἀγρίευσεν ἀπ’ τήν ἀμάθεια κι ἐγίναμε ὅλοι ὡσάν θηρία; Διά τοῦτο σᾶς συμβουλεύω να κάμετε σχολεῖα. Να σπουδάζετε κι ἐσεῖς ἀδελφοί (…)Το σχολεῖο φωτίζει τους ἀνθρώπους»[7]. Από το 1775, μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, πολλοί Έλληνες τρέπονται στη ναυσιπλοΐα και το εμπόριο, με αποτέλεσμα την επικοινωνία και τη γνωριμία με τα ελεύθερα Ευρωπαϊκά κράτη, τη συσσώρευση πλούτου και την επιθυμία για ελευθερία και καλύτερη ζωή. Τώρα η ανάγκη για γνώση και παιδεία γίνεται καλύτερα αντιληπτή. Ο Κοραής στο Ὑπόμνημά του (1803) γράφει: «καί οἱ νησιῶται, οἵτινες κατά τό πλεῖστον μέρος ἦσαν οἱ ἀμαθέστεροι τοῦ ἔθνους, ἀρχίζουν ἤδη νά αἰσθάνωνται τήν χρείαν καί τήν ἀξίαν τῶν φώτων, καί σπεύδουσι προθύμως ἁμιλλώμενοι νά συστήσωσι σχολεῖα καί γυμνάσια εἰς τάς πατρίδας των»[8].

     Αυτό το κλίμα συντηρείται ώς την έναρξη του Αγώνα, επιδρώντας στο κεφάλαιο «παιδεία-εκπαίδευση» και διαμορφώνοντας νέες συνθήκες που έχουν τη σφραγίδα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Ο Άγγλος Τζων Λοκ, ο Βολταίρος, οι Εγκυκλοπαιδιστές και οι άλλοι πολιτικοί στοχαστές στη Γαλλία και τη λοιπή Ευρώπη, με την προσήλωσή τους στη σημασία της καθολικής παιδείας και του ορθού λόγου, στις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας, εμπνέουν τους Έλληνες που έρχονται σε επαφή με αυτό το πνευματικό περιβάλλον, ώστε να διαμορφώσουν τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό[9].

     Στις ακμάζουσες ελληνικές παροικίες, από τη Βενετία, τη Βιέννη, το Παρίσι μέχρι τη Βουδαπέστη, την Οδησσό και τη Λειψία «… διδάσκαλοι καί φιλόλογοι, ἰατροί ἔμπειροι, ἔμποροι, ἐκκλησιαστικοί ἐλλόγιμοι ἔζων ἐν τῇ ἐκλεκτῇ ταύτῃ κοινωνίᾳ καί εἰργάζοντο καί ἐνήργουν εἰς τήν ἀληθινήν ἀναγέννησιν τῶν Ἑλλήνων»[10], σημειώνει ο Αναστάσιος Παλλατίδης (1778-1848), Έλληνας γιατρός εγκατεστημένος στη Βιέννη.

       Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός ωθεί την παιδεία σε νέο προσανατολισμό που περιλαμβάνει τη μελέτη των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας και την ανανέωση της θεωρητικής σκέψης. Ο Αθανάσιος Ψαλίδας (1767-1829) , ο Βενιαμίν Λέσβιος (1759-1824), ο Θεόφιλος Καΐρης (1784-1853) δίδαξαν τις φυσικές επιστήμες και τα φιλοσοφικά συστήματα και «στάθηκαν στο ύψος της ευρωπαϊκής επιστήμης και το ξεπέρασαν με πρωτότυπες θεωρίες»[11]. Συγχρόνως, ανοίγουν στις παροικίες τυπογραφεία, εκδίδονται εφημερίδες και περιοδικά, μεταφράζονται και τυπώνονται ξενόγλωσσα βιβλία. Όλη αυτή η αναγεννητική πνοή επηρεάζει τη γνώση και τον κύριο φορέα της την παιδεία. Δημιουργείται ενδιαφέρον τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τη μέθοδο της εκπαιδευτικής διαδικασίας και προσεγγίζονται τα παιδαγωγικά συστήματα της Ευρώπης. Ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ (1725-1800), επιφανής δάσκαλος του Γένους, δημοσιεύει στη Βενετία το 1779 την πραγματεία του «Περί παίδων ἀγωγῆς ἤ Παιδαγωγία».

       Παράλληλα με την τάση των Ελλήνων να παρακολουθήσουν τα κελεύσματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού ενδυναμώνεται και η τάση να συνδεθούν πνευματικά με την αρχαιότητα. Μελετούν και θαυμάζουν τους αρχαίους συγγραφείς, εντρυφούν στη γλώσσα που είναι ικανή να εκφράσει τη γνώση και τα αισθήματα, δίνουν αρχαία ελληνικά ονόματα στα παιδιά τους και τα καράβια τους. Ο Ν. Σπηλιάδης (1785-1862) σχολίαζε: «εἶναι παράδοξον ἡ μανία, ἥτις ἐκυρίευσε τους Ἕλληνας νά δίδωσιν εἰς ἑαυτούς καί εἰς τά παιδία τους τά ὀνόματα τῶν προπατόρων τους(…) εὑρίσκει τις σήμερον τούς Σωκράτας, τούς Πλάτωνας, τούς Ἀριστείδας»[12]. Ακόμα κι ο Αλή Πασάς είχε παρατηρήσει το γεγονός κι έλεγε: «Ἐσεῖς, Ἕλληνες, μπρέ, κάτι μεγάλο ἔχετε στό κεφάλι σας. Δέν βαφτίζετε τά παιδιά σας Γιάννη, Πέτρο, Κώστα, παρά Λεωνίδα, Θεμιστοκλῆ, Ἀριστείδη! Σίγουρα κάτι μαγειρεύετε»[13].

       Παρά τις δυσκολίες και τις ελλείψεις που οπωσδήποτε χαρακτηρίζουν και κατά την περίοδο αυτή την εκπαίδευση, είναι σαφές ότι η πορεία της είναι σταθερά ανοδική και εξελικτική σε πλήρη σχέση με τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό και τις επιταγές του για ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη. Από το 1800 και ώς το 1821 και την έναρξη του Αγώνα η στροφή προς τα της παιδείας ζητήματα γίνεται εντονότερη. Ο Ανώνυμος στην Ελληνική Νομαρχία (1806) σημειώνει : « τά σχολεῖα δέν εἶναι πλέον ἔρημα ὡς καί πρότερον, ἀλλά τό καθέν περιέχει πενήντα καί ἑκατόν μαθητάς, οἵτινες ἀφοῦ ἀνέγνωσαν τόν ἡδύτατον Ξενοφῶντα, τόν νουνεχῆ Πλούταρχον καί τούς λοιπούς ἱστορικούς φιλοσόφους τῶν προγόνων μας, ἐγνώρισαν τόν βόρβορον τῆς τυραννίας και κλαίουσι πικρῶς διά την δυστυχίαν τῆς πατρίδος μας»[14]. Και ο λόγιος Μανουήλ Γεδεών για την ίδια περίοδο παρατηρεί σχετικώς: «... μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ φρονῶ ὅτι, οὐδεμία κωμόπολις ἐστερεῖτο σχολείου καὶ διδασκάλου»[15]. Ιδρύονται επίσης περισσότερα και ποιοτικότερα εκπαιδευτήρια, ενώ αναμορφώνονται τα ήδη υπάρχοντα. Η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, το Φιλολογικό Φροντιστήριο στη Βενετία, οι νέες σχολές στο Πήλιο (Μηλιές, Ζαγορά), στον Τύρναβο, τα Ιωάννινα, τις Κυδωνίες, τη Δημητσάνα και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες (Ιάσιο, Βουκουρέστι) υπηρετούν την πνευματική, πολιτιστική και πολιτική ανόρθωση του Έθνους, καθώς συντελούν στην αυτεπίγνωση και ενισχύουν την ανάγκη για εθνική ανεξαρτησία. Πολλά σχολεία λειτουργούν κοντά σε ναούς ή άλλους εκκλησιαστικούς χώρους, για να μπορούν να χρησιμοποιούν οι δάσκαλοι και οι μαθητές τις εκκλησιαστικές βιβλιοθήκες, κατά δε τον Μ. Γεδεών «πᾶσαι αἱ σχολαὶ ἔζων καὶ ἐλειτούργουν πλησίον ἢ ἐντὸς τῆς περιοχῆς τῶν ναῶν»[16].

       Όλοι οι λόγιοι και δάσκαλοι του Γένους πίστευαν ότι ο φωτισμός του Γένους είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αυτογνωσία και τη διεκδίκηση της ελευθερίας. Ο Κοραής (1748-1833), κατεξοχήν φορέας του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς και μόνιμος τρόφιμος του ευρωπαϊκού πνεύματος, υποστήριζε ότι η πνευματική καλλιέργεια του υπόδουλου γένους έπρεπε να προηγηθεί του αγώνα της ανεξαρτησίας, γιατί τη θεωρούσε βασική προϋπόθεση για την εθνική αφύπνιση. Ενώ κρίνει «δικαιοτάτη» την επανάσταση, γράφει το 1818 «ἤρχισα νά φοβοῦμαι ὄχι μή φωτσιθῇ τό γένος, ἀλλά μή πρίν ἀποκτήσῃ φῶτα ἀρκετά, κεφαλαί τινες ἐνθουσιαστικαί ἐπιχειρήσωσι πρό τοῦ πρέποντος καιροῦ τήν συντριβήν του ζυγοῦ»[17]. Συμβάλλει ο ίδιος αποφασιστικά στον φωτισμό του γένους με τη συστηματική εκδοτική του δραστηριότητα που περιλαμβάνει την έκδοση κειμένων των αρχαίων συγγραφέων και όχι μόνο. «Ἄν ἦτο δυνατόν(…) ἤθελα δημοσιεύσειν ἐνταυτῷ ὅλους τούς ἠθικούς και πολιτικούς συγγραφεῖς»[18], γράφει. Συναφής είναι και η δράση του αρχιμανδρίτη Άνθιμου Γαζή (1758-1828) που εκδίδει το 1811 στη Βιέννη το περιοδικό «Λόγιος Ἑρμῆς», με την επιθυμία να λειτουργήσει ως συνεκτικός δεσμός μεταξύ των απανταχού Ελλήνων. Το θεωρούν ως «…τό πρόχειρον καί καθημερινόν μέσον διά τοῦ ὁποίου οἱ πεπαιδευμένοι συνομιλοῦσι τρόπον τινά μέ τό ἔθνος»[19].

     Χρήσιμο για την αλήθεια είναι να σημειώσουμε ότι την εποχή αυτή της ακμής της ελληνικής παιδείας, παράλληλα προς τη μέση οδό που εκπροσωπεί ο Κοραής, εκδηλώνονται και ακραίες τάσεις, οι οποίες συχνά μάλιστα συγκρούονται με σφοδρότητα: από τη μια οι τελείως συντηρητικές και αντίθετες προς τον Διαφωτισμό και από την άλλη οι τελείως ριζοσπαστικές, αλλά αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος άρθρου.

     Επίσης, σημαντική για την υπόθεση της παιδείας είναι η στάση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απέναντι στις προσπάθειες φωτισμού του Γένους. Όπως μας πληροφορεί ο Νεόφυτος Βάμβας (1770-1856), «εἴτε ἀπό ἀδιαφορία εἴτε ὡς ἀρχή, ἡ Ὑψηλή Πύλη ποτέ δέν ἐναντιώθηκε στήν ἀναγέννηση τῶν γραμμάτων στήν Ἑλλάδα»[20].

       Τελικά, όπως γράφει ο Κοραής «ὁ ἔρωτας τῆς παιδείας ἔχει διαδοθῆ καί ἔχει ἐξαπλωθῆ μέ ὅλα τά συμπτώματα μιᾶς νόσου μεταδοτικῆς»[21]. Το ενδιαφέρον πλέον για την παιδεία και εκπαίδευση παίρνει καθολική έκφραση και αγκαλιάζει όλον τον Ελληνισμό. Συγχρόνως με την εξάπλωση της παιδείας βελτιώνονται οι χώροι εντός των οποίων παρέχεται, και από τους ταπεινούς νάρθηκες των εκκλησιών φτάνουμε σε διδακτήρια άνετα και λειτουργικά, το διδακτικό προσωπικό είναι συνεχώς και πιο καταρτισμένο, το πρόγραμμα, η ύλη και τα βιβλία ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή, τον τύπο του σχολείου και τον στόχο της παρεχόμενης εκπαίδευσης.

   Το βέβαιο είναι ότι τις παραμονές της Εθνεγερσίας αποτελεί κοινή συνείδηση και βιωμένη πρακτική ότι η παιδεία αποτελεί έναν από τους απαραίτητους όρους για τη διεκδίκηση της ελευθερίας και τη λειτουργία της κοινωνίας. Τό βάθεμα της παιδείας και η γνωριμία με τις ιδέες που έρχονται από τη Δύση μέσω των εμπόρων και των λογίων επηρεάζουν αισθητά τον υπόδουλο Ελληνισμό και τον παρακινούν να ζητήσει και να διεκδικήσει μέσα στον εθνικό του χώρο να αποκτήσει δική του υπόσταση, προς τούτο οργανώνεται και συμμετέχει στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα που θα επιτρέψει την εθνική αποκατάσταση των υπόδουλων και θα βάλει τον τόπο στον χάρτη των ανεξάρτητων και κυρίαρχων κρατών. Χωρίς τον «φωτισμό» του Γένους και τη σταθερή δράση των Μεγάλων Δασκάλων τόσο για την παιδεία και για την αφύπνισή του λαού όσο και για την κινητοποίηση των Ευρωπαίων λογίων και των ηγεμόνων[22], ώστε να στρέψουν το βλέμμα τους στην καταπιεσμένη πατρίδα του Σωκράτη, του Δημοσθένη και τόσων άλλων σοφών της αρχαιότητας, δεν θα ήταν δυνατή η Εθνική Παλιγγενεσία.

     Πριν το Γένος πιάσει τα άρματα για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού και την εθνική χειραφέτηση, είχε συνειδητοποιήσει ποιες ήταν οι ρίζες του, η ιστορική του διαδρομή ανά τους αιώνες και είχε προσδιορίσει την αναγκαιότητα του αγώνα για την «ανάσταση» και την αναβίωση της Ελλάδος. Αυτή η συνειδητοποίηση είχε συντελεστεί μέσα από την παιδεία και τις άοκνες και επίμονες προσπάθειες των Δασκάλων του Γένους, της Εκκλησίας, των «φιλογενών» αρχόντων, της αστικής τάξης, των αφανών δασκάλων, όλων όσοι κατανόησαν ότι ο Αγώνας για την ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία δεν μπορεί να τελεσφορήσει, αν δεν έχει δημιουργηθεί πρωτίστως το ισχυρό υπόβαθρο της εθνικής αυτογνωσίας, αν δεν είχε γίνει βαθύ βίωμα η γνώση του “τι είχαν, τι έχασαν και τι τους πρέπει”.

 


[1] Ρήγας Βελεστινλής, Τα δίκαια του ανθρώπου, άρθρο 22, στο Ρήγα Βελεστινλή, Τα Επαναστατικά, Αθήνα   1994, σ. 27.

[2] Ευθυμίου Μ., https://insidestory.gr/article/ixeres-mono-deka-pragmata-gia-tin-elliniki-epanastasi

[3] Φειδᾶς Bλ. (2014), Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. Γ’, Ἀθῆναι, σ. 241.

[4] Πατρινέλης Χ.,(1974), « Από την Άλωση ώς τις απαρχές της πρώτης αναγεννήσεως της παιδείας» στην Ιστορία του Ελληνικού έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. Ι΄ σ. 367.

[5] Πατρινέλης Χ., ό.π., σ.374.

[6] Παπανούτσος Ε., (1956) Νεοελληνική Φιλοσοφία, Αθήνα, τ. Α΄ σ.17.

[7] Νημάς Θ., (2020) Η Εκπαίδευση στη Θεσσαλία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Σχολεία - Θεσσαλοί δάσκαλοι και λόγιοι. Συμβολή στη μελέτη του Θεσσαλικού Διαφωτισμού, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κ. & Μ. Σταμούλη, σ. 62, και Σάθα, Κωνσταντίνου Ν.,(1868) Νεοελληνική Φιλολογία. Βιογραφίαι τῶν έν τοῖς γράμμασι διαλαμψάντων Ἑλλήνων, ἀπό τῆς καταλύσεως τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας μέχρι τῆς Ἑλληνικής Ἐθνεγερσίας (1453-1821) Ἀθῆναι, σ. 492. Για τη γενικότερη δράση του Κοσμά του Αιτωλού βλ. Βακαλόπουλου Απ., Ιστορία Μακεδονίας, σσ. 340-348.

[8] Δημαράς Κ., (1953) Ο Κοραής και η εποχή του, Αθήνα, σ.13

[9] Ο πρώτος ελληνικός διαφωτισμός τοποθετείται στην εποχή των Σοφιστών, τον 5ο π.Χ. αιώνα. Περί του Νεοελληνικού Διαφωτισμού βλ. Κ.Θ. Δημαρά, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1977, Π. Κονδύλης, Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Οι φιλοσοφικές Ιδέες, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1988, Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 19992.

.

[10] Βώρος Φ.- Ξ. Οικονομοπούλου- Β. Ασημομύτης, (1998), Θέματα Νεότερης Ιστορίας από τις πηγές,

     Αθήνα, σ.54

[11] Βώρος Φ, ό.π., σ.57.

[12] Δημαράς Κ., (1975) , «Το σχήμα του Διαφωτισμού», στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ΄,

   Εκδοτική Αθηνών, σσ. 328-359, σ. 340.

[13] Δημαράς Κ.,(1975), ό. π. σ. 341.

[14] Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος, Ἑλληνική Νομαρχία, Ἤτοι λόγος περί ἐλευθερίας, εκδ. Κάλβος, Αθήνα

   1977, σ. 167.

[15] Αγγέλου Αλ., (1975) , «Η εκπαίδευση [1669-1821]», στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ΄,

   Εκδοτική Αθηνών, σσ. 306- 328, σ. 307.

[16] Αγγέλου Αλ., ό.π., σ. 311.

[17] Πολίτης Αλ., (2008), «Ἄν ἤρχιζε μετά εἴκοσι χρόνους…», Ο Κοραής, οι κοινωνικές ιδέες του

   διαφωτισμού και η Ελληνική Επανάσταση, Ο Ερανιστής (26), σσ. 241-254, σ.242.

   http://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/eranistis.

[18] Δημαράς Κ.,(1975), ό. π., σ. 357.

[19] Βώρος Φ. ό.π., σ. 57.

[20] Αγγέλου Αλ., ό.π., σ. 308.

[21]ΚοραήςΑδ.(1803), Ὑπόμνημα (Memoire sur l’ état actuel de la civilisation dans la Grèce), Paris.

[22] βλ. για παράδειγμα Υπομνήματα του Ευγένιου Βούλγαρη προς την Αικατερίνη Β΄.

 

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Συνεργατών Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου: Η συμβολή της παιδείας στην Εθνική Παλιγγενεσία