Συνεργατών

Καθ. Παναγιώτης Γιαννόπουλος : Η αθέατη πλευρά της προετοιμασίας της ελληνικής επανάστασης

Η προετοιμασία της ελληνικής επανάστασης έχει μελετηθεί τόσο από πολιτικής, όσο και από πολιτιστικής πλευράς. Διεθνείς παράγοντες, όπως οι ανταγωνισμοί των μεγάλων δυνάμεων, η προβλεπόμενη κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ιδεολογικά κινήματα όπως ο Διαφωτισμός, η γαλλική επανάσταση και η αμφισβήτηση της μοναρχίας δεν είναι άσχετοι με τα προδρομικά κινήματα της επανάστασης. Εκτός από τους εξωγενείς αυτούς παράγοντες, η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων, ο πλουτισμός των νησιών από το εμπόριο, η Εκκλησία και η διασπορά συνέβαλαν στην προετοιμασία της. Όλα αυτά είναι γνωστά και αποτελούν την ορατή πλευρά της προετοιμασίας της επανάστασης, η οποία όμως δεν δίνει πειστικές απαντήσεις στο ερώτημα: πώς και για ποιο λόγο ένας αριθμητικά μικρός λαός, χωρίς στρατό, χωρίς οπλισμό, χωρίς εξωτερικές συμμαχίες, χωρίς πολιτικούς αρχηγούς ξαφνικά επαναστατεί κατά μίας  πανίσχυρης αυτοκρατορίας,  της οποίας επί πλέον την εδαφική ακεραιότητα εγγυόνταν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Ποια είναι η ιδεολογική βάση αυτού του ξεσηκωμού και ποια είναι η συνεκτική ύλη αυτού του λαού. Είναι η αθέατη πλευρά του ζητήματος που έχει λιγότερο προβληθεί, αφού δεν αναφέρεται σε ηρωισμούς, αυτοθυσίες, μάχες,  “γεγονότα βιτρίνας”.  

Ως τον 18ο αι. δεν υπήρξαν πραγματικές επαναστάσεις. Όσες αποκαλούνται επαναστάσεις ήταν στάσεις που αποσκοπούσαν σε δυναστικές αλλαγές. Και η γαλλική επανάσταση, παρά το κοινωνικό της περιεχόμενο, αποτελεί στάση που αποσκοπούσε στην κατάργηση της μοναρχίας. Στη γραμμή της γαλλικής επανάστασης κινείται το ουτοπικό όραμα του Ρήγα: ένα είδος πολυεθνικού και πολυπολιτισμικού κρατικού σχήματος, μια μεταλλαγμένη μορφή της βυζαντινής ή της οθωμανικής αυτοκρατορίας, χωρίς αυτοκράτορα ή σουλτάνο. Η αμερικανική επανάσταση προχώρησε ένα βήμα περισσότερο: ξεκινώντας από ένα είδος αμφισβήτησης της μοναρχίας, κατέληξε στο πρώτο μη μοναρχικό κράτος. Όμως και στην περίπτωση αυτή, όπως και σε αυτή άλλων επαναστάσεων στη λατινική Αμερική, δεν πρόκειται για απελευθερωτικούς αγώνες, αλλά για διεκδίκηση ανεξαρτησίας ήδη ελευθέρων λαών. Η  ελληνική επανάσταση δεν έχει ιστορικό προηγούμενο: πρόκειται για την πρώτη στην ιστορία εθνική επανάσταση ενός λαού με σκοπό την απελευθέρωσή του από ένα κατακτητή. Το μόνο κίνητρο ήταν ο πόθος της ελευθερίας, κίνητρο που δεν ήρθε εκ των έξω, που δεν ήταν  ούτε  ιδεολόγημα, ούτε φιλοσόφημα ή κοινωνικό αίτημα, αλλά η βιωματική ανάγκη ενός λαού που δεν έπαψε ποτέ να θεωρεί την ξένη κατοχή ως πρόσκαιρη. Αναρωτιέμαι τί ήταν αυτό που κρατούσε ζωντανή την “αποσταμένη ελπίδα”, όπως την ονόμασε ο ποιητής. 

Στο  σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσω ότι πολλά από τα σήμερα αποδεκτά για την προεπαναστατική περίοδο, αλλά και την ίδια την επανάσταση, προέρχονται από την περίοδο του πρώτου νεοελληνικού κράτους και σχετίζονται με τον μεγαλοϊδεατισμό και με θρύλους που ήταν άγνωστοι στην προεπαναστατική περίοδο και που σκόπευαν στη σύνδεση του νέου ελληνισμού με το βυζαντινό παρελθόν. Πολλά από αυτά τα ιδεολογήματα έχουν εκκλησιαστική ή φαναριώτικη προέλευση και κέντρο την πτώση της Κωνσταντινούπολης, τον τελευταίο αυτοκράτορα, τη ρωμιοσύνη, την κόκκινη μηλιά κλπ. Τους θρύλους αυτούς μετέφεραν οι Φαναριώτες που πλαισίωσαν τις υπηρεσίες του ελληνικού κράτους και που σε ένα βαθμό εξαφάνισαν πολιτισμικά στοιχεία παγανιστικού χαρακτήρα, όπως το δημοτικό τραγούδι. Δεν συνάντησα αυτά τα στοιχεία στην προεπαναστατική περίοδο. Ο Διονύσιος Σολωμός π.χ. βλέπει την Ελευθερία να γεννιέται από τα “κόκκαλα των Ελλήνων” και ο Αθανάσιος Διάκος δηλώνει ότι γεννήθηκε “Γραικός” και όχι “Ρωμιός”. Οι Υδραίοι καλώντας τους νησιώτες να μετάσχουν στον αγώνα, τους αποκαλούν  “τέκνα του Μιλτιάδου και του Θεμιστοκλέους”. Κατά την πολιορκία των Αθηνών, όταν οι Τούρκοι γκρέμιζαν αρχαιοελληνικούς στύλους για να πάρουν το μολύβι να κάνουν βόλια, ο αγράμματος Καραϊσκάκης, για να σώσει τα μνημεία, τους έστειλε ένα φορτίο με βόλια, γιατί, όπως είπε, “γι’ αυτές τις παλιόπετρες πολεμάμε”. Ο  Λεωνίδας και ο Μεγαλέξανδρος ήταν το ίνδαλμα των αγωνιστών του ΄21 κι όχι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Υπάρχει συνεπώς ένα ιδεολογικό υπόβαθρο στον προεπαναστατικό ελληνισμό που είναι περισσότερο αρχαιοελληνικό και λιγότερο βυζαντινό. Γι’ αυτό ο Διαφωτισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος στην Ελλάδα και όχι στους άλλους βαλκανικούς λαούς. Θυμάμαι μία μελέτη του συνάδελφου και φίλου Λέανδρου Βρανούση για τα βιβλία που εκδόθηκαν κατά την προεπαναστατική περίοδο: σε κάθε 100 βιβλία, 87 ήταν ελληνικά και 13 στις άλλες βαλκανικές γλώσσες. Από αυτά, τα 90 στα εκατό αφορούσαν τον αρχαίο ελληνισμό. Ο  αείμνηστος καθηγητής μου στο πανεπιστήμιο Αθηνών και φιλόσοφος Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, έλεγε ότι οι αγωνιστές του ΄21 είχαν μια μυθική εικόνα της ελληνικής αρχαιότητας, αλλά δεν είχαν καμία  αμφιβολία ότι ήταν οι απόγονοί της.  Ο ελληνισμός είχε σαφή ιδέα της ιστορικής του συνέχειας και του ρόλου του ως θεματοφύλακα της αρχαιοελληνικής του παράδοσης, ότι αποτελούσε το ελληνικό “γένος”. Αυτή, η αμετάφραστη ελληνική λέξη, ενέχει ένα εθνικό περιεχόμενο που κανείς δεν μπορούσε να το αφαιρέσει από τον Έλληνα, ούτε καν ο κατακτητής που του αναγνώρισε το καθεστώς του “μιλέτ”. Στην ιδέα του γένους στηρίχτηκε όλο το οικοδόμημα της επανάστασης.

Καμία επανάσταση δεν έγινε χωρίς πρωταγωνιστές. Χωρίς τους ανθρώπους εκείνους που σε συγκεκριμένη στιγμή αποφάσισαν την έκρηξή της. Στο επίπεδο αυτό ο ρόλος της Φιλικής Εταιρείας ίσως δεν έχει εκτιμηθεί στις πραγματικές του διαστάσεις. Είναι γνωστό ότι η οθωμανική αυτοκρατορία κατά τον 18ο αι., υπό την πίεση των χριστιανικών δυνάμεων, υποχρεώθηκε σε περιορισμένης κλίμακας μεταρρυθμίσεις (tanzimat). Το 1756, μετά από τον κριμαϊκό πόλεμο, ο σουλτάνος υποχρεώθηκε να υπογράψει το χάτι χουμαγιούν ή χάτι σερίφ αναγνωρίζοντας τους ragia, δηλ. τους αλλόθρησκους των τριών “μιλέτ” (Ορθόδοξους χριστιανούς, Αρμένιους χριστιανούς και Εβραίους) ως πολίτες με δικαιώματα ανάλογα με αυτά των μουσουλμάνων. Αυτό είχε, μεταξύ άλλων, ως συνέπεια αφενός μεν τον εθελούσιο εξισλαμισμό μεγάλων εθνικών ομάδων, όπως π.χ. των Αλβανών, των Βοσνίων, των Πομάκων, κλπ,  αλλά και την προσέγγιση  χριστιανών και μουσουλμάνων στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, αφού η θρησκευτική διαφορά, βάση του οθωμανικού αστικού δικαίου, έπαψε να υπάρχει. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά από αυτό το διάταγμα αυξάνεται  ο αριθμός των γάμων μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών. Στους γάμους αυτούς ήταν το χριστιανικό μέλος που ασπαζόταν το ισλάμ. Μία, προ πεντηκονταετίας, μελέτη του ληξιαρχικού υλικού της περιοχής της Βοιωτίας έδειξε ότι στα τριάντα χρόνια πριν από την επανάσταση τελέστηκαν περισσότεροι γάμοι μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων από όσους είχαν τελεστεί καθ’ όλη την προ του 1790 περίοδο. Αυτός ο συγκρητισμός αποτελούσε άμεσο κίνδυνο για το “γένος”, που για να επιβιώσει όφειλε το ταχύτερο να μετασχηματιστεί σε “έθνος”, δηλ. σε ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος. Η  επανάσταση έπρεπε να γίνει το ταχύτερο, αλλιώς κινδύνευε να μην γίνει ποτέ. Οι αποφάσεις πάρθηκαν από τη Φιλική Εταιρεία, το δίκτυο της οποίας ήταν πολύ ευρύτερο από όσο συνήθως αναφέρεται. Γι’ αυτό ανέφερα ότι η ρόλος της Φιλικής Εταιρείας στην προετοιμασία και στην έκρηξη της επανάστασης δεν έχει αποτιμηθεί στο πραγματικό της εύρος.            

Υπάρχει μια ακόμα αθέατη πλευρά. Υπήρχε ένα είδος σιωπηρής συμφωνίας ότι η επανάσταση ήταν υπόθεση του σημερινού ελλαδικού χώρου και ειδικότερα του νότιου ελλαδικού χώρου. Η απόπειρα του Υψηλάντη και η άσκοπη θυσία του Ιερού Λόχου απέδειξε ότι η επανάσταση ήταν ελληνική υπόθεση και έχει ελπίδες να επιτύχει στον χώρο εκείνο όπου κι ο πιο φτωχός, άπειρος, απόλεμος κι αμόρφωτος άνθρωπος θεωρούσε ότι ο αγώνας τον αφορούσε προσωπικά και ήταν έτοιμος να εμπλακεί σε αυτόν. Άλλωστε στον χώρο αυτό έγιναν όλες οι προ του ΄21 απόπειρες επανάστασης με βαρύ φόρο αίματος, που όμως δεν κατάφερε να εξαλείψει από τη σκέψη των Ελλήνων την ιδέα της ελευθερίας. Ασφαλώς η απουσία αξιόλογων τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στον νότιο ελλαδικό χώρο διευκόλυνε τα εκεί επαναστατικά εγχειρήματα. Όμως αυτό δεν εξηγεί παρά μία πλευρά του θέματος. Είναι επίσης αλήθεια ότι ο νότιος ελλαδικός χώρος με τις δύο ενετοκρατίες έζησε για βραχύτερες περιόδους υπό τον τουρκικό ζυγό. Η γειτνίαση με τα ελεύθερα Επτάνησα, οι βάσεις των δυτικών δυνάμεων στα Ιόνια παράλια, η  επαφή με ευρωπαϊκή Δύση, που από την αναγέννηση δεν έπαψε να ασχολείται με τον ελληνισμό, διατήρησαν στο υπόδουλο γένος ζώσα την επαφή με το ιδεώδες της ελευθερίας. Το “ανήκουμε στη Δύση” δεν είναι πρόσφατο εφεύρημα. Οι Έλληνες ήταν και παρέμειναν ευρωπαϊκός λαός. Η ελληνική διανόηση αποτέλεσε το υπόβαθρο της ευρωπαϊκής σκέψης. Η Ευρώπη επιβεβαίωσε, με τη μορφή του φιλελληνισμού, αυτόν τον πολιτιστικό δεσμό. Υπ’ αυτό το πρίσμα η ελληνική επανάσταση είναι ταυτόχρονα η ευρωπαϊκή απάντηση στη μοιρολατρική αποδοχή της δουλείας που για αιώνες καλλιέργησε το οθωμανικό ισλάμ.   

 

Βρυξέλλες, 25η Μαρτίου 2021, 200 χρόνια Ελλάδα