Συνεργατών

Κυριάκος Ρέβελας:Ελληνική ομογένεια

                                                                                                                  revelas Copy

 

 

Ελληνική διασπορά - μια προσωπική αναδρομή και σκέψεις για το μέλλον

Έχουν περάσει 30 χρόνια από τότε που ασχολήθηκα εθελοντικά με θέματα του απόδημου ελληνισμού. Μια ομάδα Eλλήνων της διασποράς από πολλά μέρη του κόσμου ιδρύσαμε το 1988 το Διεθνές Κέντρο Απόδημου Ελληνισμού (ΔΙΚΑΕ) με σκοπό την επιστημονική έρευνα της ελληνικής διασποράς, την προαγωγή των ελληνικών σπουδών, τη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας, την προβολή των αξιών του Ελληνισμού και τη σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ όσων συμμερίζονται τις αξίες αυτές. Διοργανώσαμε συναντήσεις και συνέδρια που έφεραν κοντά ανθρώπους που ζούσαν μακριά από την πατρίδα. Διαπιστώθηκε η ανάγκη αλληλογνωριμίας, επικοινωνίας και ανταλλαγής εμπειριών καθώς και η επιθυμία να αναπτυχθεί στενότερη συνεργασία. Η οργανωτική δομή προέβλεπε την λειτουργία περιφερειακών γραμματειών σε ΗΠΑ, Καναδά, Ν. Αμερική, Ευρώπη και Αυστραλία. Υπήρξε μεγάλος ενθουσιασμός και κινητοποίηση σε μια περίοδο ριζικών ανακατατάξεων στον διεθνή χώρο, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, με την πτώση του τείχους του Βερολίνου, τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας, το τέλος του διπολισμού και την ένταξη χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι κοινοί προβληματισμοί απετέλεσαν το κεντρικό θέμα δύο συνεδρίων σε Βερολίνο και Κοζάνη το 1992. Οι δυσχέρειες και το κόστος των επικοινωνιών την εποχή εκείνη υπήρξαν η κύρια αιτία που το εγχείρημα του ΔΙΚΑΕ δεν μπόρεσε να αντέξει στον χρόνο.

Η ελληνική διασπορά είναι συνυφασμένη με την νεώτερη ιστορία μας ήδη από τα μέσα του 15ου αιώνα. Οι ακμάζουσες ελληνικές παροικίες στην ιταλική χερσόνησο, την Αυστροουγγαρία, την Οδησσό και τη Ν. Ρωσία έπαιξαν πολλαπλώς σημαντικό ρόλο στην αφύπνιση των συνειδήσεων και την προετοιμασία της εθνικής παλιγγενεσίας. Και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους οι ξενιτεμένοι Έλληνες συνέχισαν να ενδιαφέρονται για τις περιπέτειες και την ανάπτυξη της Ελλάδος και να συμμετέχουν εμπράκτως ή νοερώς στην ιστορική πορεία της. Δεν είναι εδώ η θέση να επεκταθούμε στην ιστορία της μετανάστευσης από τον ελληνικό χώρο στους νεώτερους χρόνους, άλλωστε υπάρχουν άλλοι αρμοδιότεροι εμού. Όμως οι στενοί δεσμοί και η συνεχής διάδραση των αποδήμων με την πατρίδα δικαιολογούν την ανάπτυξη από την πολιτεία θεσμών και δραστηριοτήτων για την καλλιέργεια των σχέσεων με τις ελληνικές παροικίες και τους ομογενείς.

Ήδη στο Σύνταγμα του 1975 υπάρχει πρόβλεψη για τον απόδημο ελληνισμό. Το άρθρο 108, εδάφιο 1 του Συντάγματος του 2001 προβλέπει: «Το Κράτος μεριμνά για τη ζωή του απόδημου ελληνισμού και τη διατήρηση των δεσμών του με τη μητέρα Πατρίδα. Επίσης μεριμνά για την παιδεία και την κοινωνική και επαγγελματική προαγωγή των Ελλήνων που εργάζονται έξω από την επικράτεια». Το 1983 ιδρύθηκε η Γενική Γραμματεία του Απόδημου Ελληνισμού (ΓΓΑΕ) ως υπηρεσία υπαγόμενη στο Υπουργείο Εξωτερικών, ενώ σήμερα λειτουργεί ως Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διπλωματίας και Απόδημου Ελληνισμού. Το 1995 συστάθηκε το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ) με διάρθρωση σε γραμματείες ανά ήπειρο. Το ΣΑΕ κατέστη ανενεργό το 2010, με κύρια προβλήματα την εξάρτηση από την κρατική χρηματοδότηση και την αμφισβήτηση της αντιπροσωπευτικότητας της σύνθεσης του θεσμού. Επανασυστάθηκε με το Ν.4781/2021, όργανά του αποτελούν το Προεδρείο και η Γενική Συνέλευση που επονομάζεται «Κοινό του Απόδημου Ελληνισμού». Στη Βουλή των Ελλήνων λειτουργεί Ειδική Μόνιμη Επιτροπή του Ελληνισμού της Διασποράς. Με πρωτοβουλία της Ελληνικής Κυβέρνησης συστάθηκε το 1996 η Παγκόσμια Διακοινοβουλευτική Ένωση Ελληνισμού (Πα.Δ.Ε.Ε.), στην οποία συμμετέχουν ελληνικής καταγωγής νυν και πρώην μέλη Νομοθετικών Σωμάτων και Πολιτειακών Κοινοβουλίων άλλων χωρών.

Το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού ιδρύθηκε το 1992 με ομόφωνη απόφαση της Βουλής με σκοπό τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού σε ολόκληρο τον κόσμο. Περιέργως το 1997 μετονομάστηκε σε Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, η αρχική υπαγωγή του στο Υπουργείο Εξωτερικών άλλαξε με την υπαγωγή του στο Υπουργείο Πολιτισμού και επίσης εμφάνισε τα συνήθη προβλήματα δυσλειτουργιών και κακοδιαχείρισης που χαρακτηρίζουν ελληνικούς κρατικούς φορείς. Τελευταία φαίνεται πως γίνονται κάποια θετικά βήματα (παραρτήματα και εστίες σε διάφορες χώρες, συνεργασίες με πολιτιστικά ιδρύματα Ιταλίας και Γαλλίας καθώς επίσης στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών δικτύων EUNIC(European Union of National Institutes for Culture) και Ίδρυμα AnnaLindt).

Είναι φυσικό το ελληνικό κράτος να καλλιεργεί τις σχέσεις με την ομογένεια. Το κράτος εξασφαλίζει την παροχή προξενικών υπηρεσιών, την κάλυψη εκπαιδευτικών αναγκών και την προώθηση της ελληνομάθειας (βλέπε σχετικά myConsulLive, Staellinika). Από την πλευρά της η ομογένεια μπορεί να διευκολύνει τη δημιουργία διαύλων επικοινωνίας με τις πολιτικές ελίτ στις χώρες υποδοχής, σημαντική ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και την Αυστραλία, και την κινητοποίηση για την προβολή και προώθηση ελληνικών θέσεων. Άλλωστε παρόμοιες δραστηριότητες αναπτύσσουν και άλλα κράτη με σημαντική διασπορά όπως το Ισραήλ, η Αρμενία και η Κύπρος. Ωστόσο έχουν παρατηρηθεί τάσεις ανάμειξης στα ομογενειακά δρώμενα από εκπροσώπους του ελληνικού κράτους και εργαλειοποίησης από τα πολιτικά κόμματα οι οποίες σε μεγάλο βαθμό δεν γίνονται αποδεκτές από τους ανά τον κόσμο ομογενείς. Οι αντιδράσεις ομογενειακών οργανώσεων στην εμπειρία του ΣΑΕ και την προοπτική επανασύστασής του είναι χαρακτηριστικές εν προκειμένω.

Είναι απαραίτητο να κατανοηθεί ότι η ελληνική διασπορά είναι το αποτέλεσμα ιστορικών παραγόντων και διεργασιών τόσο στην Ελλάδα όσο και στην αλλοδαπή. Η θεωρία των μεταναστεύσεων διακρίνει, πρώτον, παράγοντες απώθησης στις χώρες καταγωγής και παράγοντες έλξης στις χώρες υποδοχής και, δεύτερον, αίτια οικονομικής ή πολιτικής φύσεως προκειμένου να ερμηνεύσει το μεταναστευτικό φαινόμενο. Οικονομικά αίτια είναι π.χ. η ανέχεια, ανεργία, οικονομικές κρίσεις στις χώρες προέλευσης και, αντίστοιχα, η ανάγκη εργατικού δυναμικού λόγω αναπτυξιακών ευκαιριών στις χώρες προορισμού, ενώ μεταξύ των πολιτικών παραγόντων αναφέρονται η καταπίεση στην Οθωμανική περίοδο, πολιτικοί πρόσφυγες μετά τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο και, αντίστοιχα, η μεταναστευτική πολιτική των χωρών υποδοχής. Επειδή οι παράγοντες αυτοί μεταβάλλονται στο χρόνο οι μεταναστευτικές ροές αυξάνονται ή μειώνονται, αλλάζουν γεωγραφικό προσανατολισμό ή ακόμη και κατεύθυνση (επαναπατρισμός, παλιννόστηση).

Η ποικιλία των εκάστοτε συνθηκών οδήγησε στην πολυμορφία ως βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής διασποράς που δεν μπορεί να αγνοηθεί στην αναζήτηση των πρόσφορων μεθόδων για την ανάπτυξη παραγωγικών σχέσεων μεταξύ κέντρου και διασποράς. Ήδη η ορολογία είναι ενδεικτική της ποικιλομορφίας αυτής. Κάποιοι όροι αναφέρονται σε διαφορετικές φάσεις εκδίπλωσης του φαινομένου (μετανάστευση και αποδημία υποδηλώνουν την αρχική φάση αναχώρησης, ομογένεια την ύστερη φάση ώριμης παρουσίας στις χώρες υποδοχής, δηλαδή δεύτερη και επόμενες γενιές) ενώ οι εκφράσεις διασπορά και παροικίες αναφέρονται στην ύπαρξη ελληνικής παρουσίας σε διάφορα γεωγραφικά σημεία του πλανήτη σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Για να μην αναφερθούμε στις διαφορετικές προσεγγίσεις προσδιορισμού της ελληνικότητας, δηλαδή τις υποκειμενικές που τονίζουν την εθνική συνείδηση και τις αντικειμενικές που βασίζονται σε κριτήρια όπως η φυλετική καταγωγή, η πολιτιστική ταυτότητα (γλώσσα, θρησκεία, ιστορία) και το πολιτικό κριτήριο της υπηκοότητας ενός κράτους.

Οι σχέσεις του εθνικού κέντρου με τον παροικιακό ελληνισμό τείνουν να έχουν μια ακτινωτή μορφή η οποία εκ πρώτης όψεως μοιάζει προφανής αλλά μάλλον περιορίζει το εύρος των συνεργειών. Στην πραγματικότητα υπάρχουν δυνατότητες για επαφές και συνεργασίες μεταξύ των διαφόρων παροικιακών κέντρων με τη μορφή (επιχειρηματικών, ακαδημαϊκών κλπ.) δικτύων, με ή χωρίς την εμπλοκή της Ελλάδος. Στη σημερινή εποχή με την εκρηκτική ανάπτυξη των τεχνολογιών επικοινωνίας, το διαδίκτυο και όλες τις δυνατότητες επικοινωνίας και ανταλλαγών που αυτό προσφέρει, αλλά και τις ανάγκες της παγκοσμιοποίησης, η ελληνική διασπορά έχει ένα μεγάλο δυναμικό δράσης που δεν περνά κατ’ανάγκην από το εθνικό κέντρο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η συμμετοχή του κέντρου δεν μπορεί να συνεισφέρει θετικά στην δικτύωση των ομογενών ή ότι η διασπορά από την πλευρά της δεν μπορεί να συμβάλει θετικά στην ανέλιξη της ελληνικής κοινωνίας. Αλλά το εθνοκεντρικό πρότυπο δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι στο μέλλον η αποκλειστική μορφή διασύνδεσης και συνεργασίας. Οι παροικίες δεν έχουν κανένα συμφέρον να αφεθούν στον εναγκαλισμό του ελληνικού κράτους αλλά αντίθετα οφείλουν να ενσωματωθούν δημιουργικά στις κοινωνίες υποδοχής και επίσης να γνωρίσουν άλλες παροικίες. Η ελληνική κοινωνία από την πλευρά της πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η αμφίδρομη επικοινωνία με την ομογένεια αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα διότι της επιτρέπει να αποφύγει την παγίδα της ομφαλοσκόπησης και να ανοιχτεί σ’ένα κόσμο που αλλάζει συνεχώς, ένα κόσμο προκλήσεων και ευκαιριών για την επιβίωση και ευημερία των εθνών.

Η πρόσφατη εμπειρία της δεκαετίας του 2010 αποτελεί μια υπενθύμιση της αμφίδρομης αυτής σχέσης. Η δημοσιονομική κρίση και η επακόλουθη βαθειά οικονομική κρίση στην Ελλάδα οδήγησε στην μετανάστευση περίπου 500.000 άτομα, κατά κύριο λόγο προς χώρες της Ευρώπης. Πρόκειται για ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα που, σε αντίθεση με τα προηγούμενα στον 20ο αιώνα, αποτελείται κυρίως από μορφωμένους νέους σε αναζήτηση ικανοποιητικών επαγγελματικών ευκαιριών και συνιστά σημαντικής έκτασης διαφυγή εγκεφάλων (braindrain). Αυτό σημαίνει απώλεια ειδικευμένου εργατικού δυναμικού και γενικότερα αξιόλογου ανθρώπινου δυναμικού απαραίτητου για την κοινωνική ανάπτυξη της χώρας. Από την άλλη πλευρά οι λεγόμενοι νεομετανάστες μπορεί να συμβάλουν αφενός στην αναζωογόνηση φθινουσών παροικιών στην αλλοδαπή και αφετέρου, στο βαθμό που θα επιστρέψουν, στον εμπλουτισμό της ελληνικής κοινωνίας με εμπειρίες και δεξιότητες από την παραμονή στο εξωτερικό (braingain).

Κάποιου είδους συντονισμός συγγενών ή συμπληρωματικών δραστηριοτήτων κέντρου και παροικιών θα ήταν οπωσδήποτε χρήσιμος. Ωστόσο η εμπειρία έχει δείξει ότι δεν είναι σκόπιμο, μάλιστα φαίνεται πως είναι αντιπαραγωγικό, να θέλει κανείς να εντάξει τις επί μέρους πρωτοβουλίες κάτω από μια στέγη, είτε κρατικού είτε ιδιωτικού χαρακτήρα. Οι ίδιες οι ομογενειακές οργανώσεις λειτουργούν με διάφορες μορφές με πιο χαρακτηριστικές τις ενοριακές ή λαϊκές κοινότητες, τους εθνικοτοπικούς συλλόγους καθώς και φοιτητικές, επιστημονικές και επαγγελματικές ενώσεις. Εκτός αυτού αναπτύσσεται μια ποικιλία δραστηριοτήτων που δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να περιορισθεί δεδομένου ότι ο πλουραλισμός αυτός προσδίδει δυναμισμό στους φορείς και τα μέλη τους. Σημαντικός παράγων είναι επίσης η επιθυμία ανεξαρτησίας των επί μέρους φορέων, κάτι έμφυτο στον κάθε άνθρωπο, ίσως περισσότερο ακόμη στον Έλληνα. Άρα οι μηχανισμοί συντονισμού θα πρέπει να λειτουργούν οριζόντια και όχι ιεραρχικά και κυρίως με κινητήρια δύναμη τις ίδιες τις ομογενειακές οργανώσεις. Άλλωστε με την πάροδο του χρόνου η πρωτοβουλία εύλογο είναι να περνά όλο και περισσότερο στους ίδιους τους ομογενείς και τις νεώτερες γενιές, και τούτο επειδή γνωρίζουν καλύτερα τις τοπικές κοινωνίες και έχουν δική τους αντίληψη της ελληνικής ταυτότητας καθώς επίσης τις δικές τους ανάγκες και ιδέες ως προς τη σχέση τους με την ελληνική κοινωνία. Η τάση αυτονόμησης της υπερπόντιας ιδιαίτερα διασποράς πρέπει να αντιμετωπισθεί θετικά από το εθνικό κέντρο, τυχόν εξάρτηση και κηδεμόνευση θα έφερνε τους ομογενείς ενδεχομένως σε δίλημμα και θα μείωνε εκ των πραγμάτων τη χρησιμότητά τους για την Ελλάδα. Άλλωστε έχουν παρουσιασθεί επανειλημμένως ασυνεννοησία και τριβές σε κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής μεταξύ ελληνικής διπλωματίας και ομογένειας.

Αυτό που μπορεί να αποτελέσει κοινή βάση και ενοποιητικό στοιχείο δράσεων της ομογένειας και της πολιτείας είναι η καλλιέργεια και ανάδειξη της ελληνικής πολιτιστικής πρότασης στον κόσμο όπως συτή εκφράζεται μέσα από την αρχαία, βυζαντινή και νεώτερη κληρονομιά. Το κοινό πνεύμα είναι αυτό που θα προσδώσει ενότητα στις διάσπαρτες πρωτοβουλίες και θα κινητοποιήσει δυνάμεις μέσα και έξω από την Ελλάδα - Ελλήνων, ομογενών, φιλελλήνων και άλλων πνευματικών ανθρώπων - προς την επίτευξη κοινών στόχων. Στην πορεία αυτή φωτισμένα μυαλά όπως ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης. Ο ελληνικός πολιτισμός είναι στην ουσία του ανθρωποκεντρικός και ως εκ τούτου έχει οικουμενικό χαρακτήρα, με την έννοια αυτή ο Ελληνισμός είναι οικουμενικός.

Ο κλασικός ελληνικός πολιτισμός ανήκει στην παγκόσμια κληρονομιά. Η Ελλάδα δεν μπορεί επομένως να διεκδικεί κανένα μονοπώλιο στη διαχείριση της κληρονομιάς αυτής, έχει όμως ιδιαίτερη ευθύνη στη μελέτη και προβολή του. Άλλωστε η ελληνική κοινωνία θα είχε να ωφεληθεί σημαντικά αν γνώριζε καλύτερα και ενστερνιζόταν τις αξίες του και γενικότερα αν αξιοποιούσε τις εμπειρίες της ιστορικής πορείας του Ελληνισμού. Η Ελλάδα ως κράτος μπορεί να ωφεληθεί από την προβολή του ελληνικού πολιτισμού, όπως συμβαίνει π.χ. με μια σημαντική διάστασή του που είναι η Ολυμπιακή ιδέα (αθλητικό ιδεώδες της ευγενούς άμιλλας, ολυμπιακή εκεχειρία). Η ελληνική γλώσσα, η Ορθόδοξη Εκκλησία, η διασπορά και η ναυτιλία αποτελούν σημαντικά στοιχεία αφενός της εθνικής ταυτότητας και ταυτόχρονα της λεγόμενης ήπιας ισχύος ενός κράτους. Και τα δύο αυτά - ταυτότητα και ισχύς - συνιστούν σημαντικούς παράγοντες επιβίωσης και προόδου στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Ένα τέτοιο όραμα βασιζόμενο στις οικουμενικές αξίες του Ελληνισμού, ένα όραμα το οποίο παραμένει ζωντανό, μπορεί να εμπνεύσει την ελληνική διασπορά και την ελληνική κοινωνία εξ ίσου και να δώσει νέο δυναμισμό στις μεταξύ τους σχέσεις. Μια όχι λιγότερο σημαντική παράμετρος εν προκειμένω είναι ότι στη συνάντηση με τον άλλο συνειδητοποιούμε την ταυτότητά μας, γνωρίζουμε καλύτερα τον εαυτό μας, κερδίζουμε σε αυτογνωσία, και αυτό είναι το μέγα μάθημα του ελληνικού πολιτισμού για μια καλύτερη ζωή.

Βιβλιογραφία

Ακαδημία Αθηνών, Ημερίδα: "ΑΠΟΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ - Η ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", Αθήνα 2021
Ημερίδα: "ΑΠΟΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ - Η ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ" | Ακαδημία Αθηνών (academyofathens.gr)

O. Anastasakis, A. Kamaras Greek Diaspora in an uncertain world, 1 April 2021
Greek Diaspora in an uncertain world : ΕΛΙΑΜΕΠ (eliamep.gr)

Βουλή των Ελλήνων, Ι. Χασιώτης, Ο. Κατσιαρδή-Hering, Ε. Αμπατζή (επιμέλεια), Οι Έλληνες στη διασπορά 15ος = 21ος αι., Αθήνα 2006
https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/f3c70a23-7696-49db-9148-f24dce6a27c8/CD_1-115.pdf

RichardClogg, Η Ελληνική Διασπορά στον 20ο αιώνα, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004

Διεθνές Κέντρο Απόδημου Ελληνισμού (ΔΙΚΑΕ), Περιφερειακή Γραμματεία Ευρώπης, Ο Ελληνισμός στην ενωμένη Ευρώπη, Παρόν και μέλλον της πολιτιστικής του παρουσίας, Πρακτικά συνεδρίου Βερολίνου, επιμ. Κ. Ρέβελας, Βρυξέλλες 1992

Διεθνές Κέντρο Απόδημου Ελληνισμού (ΔΙΚΑΕ), Περιφερειακή Γραμματεία Ευρώπης, Ο Ελληνισμός στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, Ιστορία, σύγχρονες εξελίξεις, προοπτικές για την ελληνική διασπορά, Πρακτικά συνεδρίου Κοζάνης, Εκδόσεις Ειρήνη, Αθήνα (1993)

Ελληνική Δημοκρατία, Υπουργείο Εξωτερικών, myConsulLive
Τι μπορείτε να κάνετε στην «Εξυπηρέτηση με τηλεδιάσκεψη από Προξενική Αρχή του Υπουργείου Εξωτερικών» | Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (gsis.gr)

Ε. Κουφουδάκης, Οικουμενικός Ελληνισμός: Προβληματισμοί και προκλήσεις, 29 Μαΐου 2014 http://www.conpolis.eu/uploadedNews/Omilia%20Kath.%20Ev.%20Koufoudaki%2029.05.2014.pdf

Γ. Σ. Πρεβελάκης, Ποιοί είμαστε; Γεωπολιτική της ελληνικής ταυτότητας, Εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2016  

StaellinikaGREEKLANGUAGE & CULTUREAPPSMADEFORTHEDIASPORA
Ι. Τουλουμάκος (επιμ.), Η Ελλάδα έξω από τα σύνορα, Ένα μικρό αφιέρωμα στον Ελληνισμό της διασποράς, Εκδόσεις Μάλλιαρη Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1996

Ι.Κ. Χασιώτης, Επισκόπηση της ιστορίας της νεοελληνικής διασποράς, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993